Καθώς η κυβέρνηση Τραμπ εντείνει την οικονομική πίεση στο Ιράν, επιχειρώντας να αποκόψει την Τεχεράνη από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα απρόσμενο αδύναμο σημείο: τις ίδιες τις αμερικανικές τράπεζες.
Κάθε χρόνο, δισεκατομμύρια δολάρια που συνδέονται με το Ιράν περνούν μέσα από λογαριασμούς εκκαθάρισης σε τράπεζες των ΗΠΑ, σύμφωνα με δυτικούς αξιωματούχους και ερευνητές, παρότι οι αμερικανικές κυρώσεις απαγορεύουν σχεδόν κάθε οικονομική δραστηριότητα που σχετίζεται με την Τεχεράνη.
Το Ιράν αποκτά πρόσβαση σε αυτούς τους λογαριασμούς μέσω ξένων τραπεζών και εταιρειών που διατηρούν σχέσεις με αμερικανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Πρόκειται για το λεγόμενο correspondent banking, ένα σύστημα που λειτουργεί εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα και επιτρέπει στις τράπεζες διαφορετικών χωρών να διεκπεραιώνουν διεθνείς συναλλαγές.
Το ίδιο σύστημα, όμως, προσφέρει στην Τεχεράνη αρκετές «πίσω πόρτες» για να κρύβει την πραγματική προέλευση και τον τελικό προορισμό των χρημάτων της.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αρχίσει πλέον να προειδοποιεί ξένες τράπεζες που επεξεργάζονται συναλλαγές σε δολάρια οι οποίες συνδέονται με το Ιράν και περνούν μέσω αμερικανικών correspondent accounts. Παράλληλα, ασκεί πίεση και στις ίδιες τις τράπεζες των ΗΠΑ να ενισχύσουν τους ελέγχους τους.
Το πρόβλημα είναι ότι ο εντοπισμός τέτοιων συναλλαγών είναι εξαιρετικά δύσκολος, καθώς το Ιράν χρησιμοποιεί ένα περίπλοκο δίκτυο εταιρειών-βιτρίνα, ανταλλακτηρίων και ενδιάμεσων φορέων για να καλύπτει τα ίχνη του.
Η υπόθεση των 1,8 δισ. δολαρίων
Στις 28 Αυγούστου, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έβαλε στο στόχαστρο το υποκατάστημα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα της αιγυπτιακής κρατικής Banque Misr, καταγγέλλοντας ότι είχε βοηθήσει το Ιράν να αποκτήσει πρόσβαση στο αμερικανικό τραπεζικό σύστημα.
Σύμφωνα με τις αμερικανικές Αρχές, το υποκατάστημα της Banque Misr στα ΗΑΕ χρησιμοποίησε αμερικανικούς λογαριασμούς ανταποκριτών για να διακινήσει έως και 1,8 δισ. δολάρια για εταιρείες που ενδέχεται να συνδέονται με τα σκιώδη χρηματοπιστωτικά δίκτυα του Ιράν.
Το υπουργείο Οικονομικών ανέφερε ότι η Banque Misr UAE διατηρούσε λογαριασμούς σε δολάρια σε τρεις αμερικανικές τράπεζες, χωρίς να τις κατονομάσει. Στην ιστοσελίδα της, πάντως, η αιγυπτιακή τράπεζα αναφέρει ως συνεργάτες correspondent banking τις JPMorgan Chase και Citigroup.
Και οι δύο αμερικανικές τράπεζες αρνήθηκαν να σχολιάσουν την υπόθεση.
Το αιγυπτιακό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι βρίσκεται σε επικοινωνία με τις αμερικανικές Αρχές, ενώ η Banque Misr υποστήριξε ότι συνεργάζεται με το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και ότι σέβεται το ισχύον νομικό και κανονιστικό πλαίσιο.
Η «Operation Economic Outcast»
Η υπόθεση εντάσσεται στη νέα εκστρατεία της κυβέρνησης Τραμπ με την ονομασία «Operation Economic Outcast», μια ευρεία προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης του Ιράν με στόχο να εξαναγκαστεί η Τεχεράνη σε παραχωρήσεις και να περιοριστούν οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή.
Η Ουάσιγκτον προειδοποιεί κυβερνήσεις και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε όλο τον κόσμο ότι, εάν συνεχίσουν να συνεργάζονται με το Ιράν, κινδυνεύουν με δευτερογενείς κυρώσεις και ακόμη και με πλήρη αποκλεισμό από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
► Επίθεση ΗΠΑ σε τρία τάνκερ του Ιράν – «Η απάντηση θα είναι πιο επώδυνη», απειλεί η Τεχεράνη
Ωστόσο, αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι η στρατηγική αυτή θα έχει περιορισμένα αποτελέσματα αν οι αμερικανικές τράπεζες δεν αυξήσουν σημαντικά τους ελέγχους στις διασυνοριακές συναλλαγές.
Το ίδιο το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε ανακοινώσει ότι εντόπισε περίπου 9 δισ. δολάρια ιρανικών κεφαλαίων που πέρασαν μέσω αμερικανικών τραπεζών μόνο το 2024.
«Τα σκιώδη τραπεζικά δίκτυα είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστούν, αλλά σε καμία περίπτωση αδύνατο», σημειώνει η Ελέιν Ντεζένσκι, πρώην ανώτερη αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας.
Όπως επισημαίνει, οι αμερικανικές και οι ξένες τράπεζες που συμμετέχουν σε τέτοιες συναλλαγές βρίσκονται πλέον υπό αυξανόμενη πίεση.
Το δίλημμα της Ουάσιγκτον
Οι αμερικανικές τράπεζες από την πλευρά τους υποστηρίζουν ότι συνεργάζονται στενά με το υπουργείο Οικονομικών και υποβάλλουν τις προβλεπόμενες αναφορές κάθε φορά που εντοπίζουν ύποπτες συναλλαγές που μπορεί να σχετίζονται με το Ιράν.
Ωστόσο, οι αμερικανικές Αρχές συνήθως επιβάλλουν κυρώσεις σε τράπεζες μόνο όταν αποδεικνύεται σοβαρή αποτυχία συμμόρφωσης ή πλημμελής έλεγχος των συναλλαγών.
Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει έτσι ένα δύσκολο δίλημμα.
Αν πιέσει υπερβολικά τις αμερικανικές και ξένες τράπεζες, υπάρχει κίνδυνος να περιοριστεί η χρήση του δολαρίου διεθνώς και να επιταχυνθεί η στροφή χωρών προς εναλλακτικά νομίσματα, όπως το κινεζικό γουάν.
Αν, από την άλλη πλευρά, οι έλεγχοι παραμείνουν χαλαροί, περισσότερες ιρανικές συναλλαγές θα συνεχίσουν να περνούν απαρατήρητες.
«Όσο περισσότερο χρησιμοποιείς αυτά τα εργαλεία, τόσο περισσότερα κίνητρα δημιουργείς για να αναζητηθούν εναλλακτικές στο δολάριο», εξηγεί ο Άλεξ Ζέρντεν, πρώην αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών.
Πώς λειτουργεί το σκιώδες δίκτυο του Ιράν
Η καρδιά του προβλήματος βρίσκεται στο ίδιο το σύστημα correspondent banking. Σχεδόν κάθε διεθνής συναλλαγή σε δολάρια πρέπει τελικά να περάσει από κάποια αμερικανική τράπεζα για εκκαθάριση. Αυτό δίνει στις ΗΠΑ τεράστια δύναμη, καθώς μπορούν να παρακολουθούν τις περισσότερες διεθνείς συναλλαγές σε δολάρια και, όταν το κρίνουν απαραίτητο, να αποκλείουν συγκεκριμένους χρήστες από το σύστημα.
Το Ιράν έχει προσπαθήσει τα τελευταία χρόνια να μειώσει την εξάρτησή του από το δολάριο, χρησιμοποιώντας όλο και περισσότερο κινεζικά γουάν ή κρυπτονομίσματα.
Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να χρειάζεται δολάρια για συγκεκριμένες εμπορικές συναλλαγές, για τη χρηματοδότηση συμμάχων του στη Μέση Ανατολή και για την αγορά τεχνολογικού εξοπλισμού και εξαρτημάτων που υπόκεινται σε περιορισμούς.
Για να το πετύχει, έχει αναπτύξει ένα ιδιαίτερα σύνθετο σκιώδες τραπεζικό δίκτυο, με εταιρείες-κέλυφος και ανταλλακτήρια σε μέρη όπως το Χονγκ Κονγκ και το Ντουμπάι.
Οι εταιρείες αυτές συνήθως δεν ανοίγουν λογαριασμούς απευθείας σε αμερικανικές τράπεζες, καθώς κάτι τέτοιο θα προκαλούσε άμεσα ελέγχους.
Αντίθετα, χρησιμοποιούν συνεργάτες στην Κίνα, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή αλλού, οι οποίοι διατηρούν νόμιμες σχέσεις correspondent banking με τράπεζες στις ΗΠΑ.
Έτσι, τα χρήματα μεταφέρονται για λογαριασμό ιρανικών εταιρειών-βιτρίνα, χωρίς να αποκαλύπτεται η σύνδεσή τους με την Τεχεράνη, ενώ η τελική εκκαθάριση γίνεται μέσα από το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα.
Από εξαρτήματα αυτοκινήτων μέχρι drones
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα δείχνει πόσο περίπλοκη μπορεί να είναι αυτή η διαδρομή. Σύμφωνα με έγγραφα που εξέτασε η Wall Street Journal, ιρανική εταιρεία μηχανικών παρήγγειλε από κινεζικό προμηθευτή 150.000 πλακέτες κυκλωμάτων και αισθητήρες, εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται στην αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά μπορούν επίσης να αξιοποιηθούν στην κατασκευή όπλων και drones.
Η αξία της παραγγελίας ήταν 650.000 δολάρια. Στο τιμολόγιο αναφερόταν ότι η πληρωμή έπρεπε να περάσει μέσω αμερικανικού εταίρου εκκαθάρισης στη Νέα Υόρκη. Η ιρανική εταιρεία είχε συμφωνήσει να πληρώσει μέσω της Bank Tejarat, ιρανικής τράπεζας η οποία βρίσκεται υπό αμερικανικές κυρώσεις.
Μια ιρανική τράπεζα, όμως, δεν μπορεί να μεταφέρει απευθείας δολάρια σε κινεζικό λογαριασμό μέσω των ΗΠΑ. Για να ολοκληρωθεί μια τέτοια συναλλαγή, το ποσό θα έπρεπε πιθανότατα να περάσει από εταιρεία-βιτρίνα που είχε πρόσβαση σε ξένη τράπεζα με σχέση ανταπόκρισης στις ΗΠΑ.
Δεν είναι σαφές εάν η συγκεκριμένη πληρωμή τελικά πραγματοποιήθηκε.
Ένα σύστημα που αποφέρει κέρδη
Το correspondent banking αποτελεί βασικό πυλώνα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς επιτρέπει στις τράπεζες να διεκπεραιώνουν διεθνείς πληρωμές χωρίς να μεταφέρεται φυσικό χρήμα από χώρα σε χώρα.
Για τις αμερικανικές τράπεζες, μάλιστα, οι συγκεκριμένες υπηρεσίες μπορούν να είναι ιδιαίτερα επικερδείς, τόσο μέσω προμηθειών όσο και μέσω καταθέσεων και άλλων υπηρεσιών προς ξένους πελάτες.
Το ερώτημα, επομένως, είναι κατά πόσο οι αμερικανικές τράπεζες κάνουν αρκετά ώστε να διασφαλίζουν ότι δεν εκκαθαρίζουν συναλλαγές που, έστω έμμεσα, ωφελούν την Τεχεράνη.
Και αυτή είναι ακριβώς η ισορροπία που δυσκολεύεται να βρει η Ουάσιγκτον: να στραγγαλίσει οικονομικά το Ιράν χωρίς να πλήξει το ίδιο το σύστημα που δίνει στο δολάριο και στις ΗΠΑ τεράστια χρηματοπιστωτική ισχύ.
Στην περίπτωση της Banque Misr UAE, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέλεξε τελικά μια πιο περιορισμένη αντίδραση.
Αντί να επιβάλει πλήρεις δευτερογενείς κυρώσεις, αποφάσισε να περιορίσει την πρόσβαση του υποκαταστήματος στα αμερικανικά correspondent accounts.
Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον απέφυγε μια πιο επιθετική κίνηση δείχνει ακριβώς το δίλημμα που αντιμετωπίζει.
Η πλήρης αποκοπή μιας ξένης τράπεζας από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί στην πράξη να την καταστρέψει, ενώ η επιβολή κυρώσεων σε αμερικανικές τράπεζες μπορεί να τις οδηγήσει σε δραστικό περιορισμό των διεθνών συναλλαγών τους. Και τα δύο θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλυσιδωτές επιπτώσεις πολύ πέρα από το Ιράν.
Όπως σημειώνει ο Τζέισον Πρινς, πρώην αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, «γι’ αυτό δεν μπορούν να ακολουθήσουν μια λογική “όλα με τη μία”. Οι συνέπειες θα μπορούσαν τελικά να λειτουργήσουν αντίθετα από τους στόχους της ίδιας της αμερικανικής κυβέρνησης».