Του Φραγκίσκου Βέρρου*
Μόλις πριν από δύο-τρεις μέρες τελείωσε η διήμερη Σύνοδος Κορυφής της Ατλαντικής Συμμαχίας στην Άγκυρα. Οι εντυπώσεις για τα αποτελέσματά της και για το πολιτικό της αποτύπωμα συγκλίνουν. Εκτός από τον αντισυμβατικό, θορυβώδη και απρόβλεπτο Αμερικανό πρόεδρο, τη γενική προσοχή τράβηξε και ο κ. Ερντογάν.
Ως ένα σημείο, αυτό ήταν αναμενόμενο. Ως απλόχερος οικοδεσπότης και επιδέξιος οργανωτής μιας λαμπρής Συνόδου, ο Τούρκος ηγέτης έπαιξε καλά τον ρόλο του ως έμπειρος και ταλαντούχος δημιουργός εντυπώσεων, αξιοποιώντας παράλληλα το πολιτικό εκτόπισμα της χώρας του, προβάλλοντας τη συμβολή της στη Συμμαχία και τονίζοντας τη δυνατότητα και τη διάθεση της Τουρκίας για περαιτέρω αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεών της, διεκδικώντας ακόμη πιο αυξημένο ρόλο στην περιοχή.
Εκτός από το γόητρο και τις εντυπώσεις, η Τουρκία εισέπραξε και μια σαφή αμερικανική υπόσχεση για προμήθεια των περίφημων αεροσκαφών F-35. Παράλληλα, συνήφθη αμυντική συμφωνία με τη Μεγάλη Βρετανία, καθώς και συμφωνίες για αγορά αγγλικών και γαλλικών οπλικών συστημάτων.
Και εμείς; Εμείς δεν είπαμε τίποτα για τη «Γαλάζια Πατρίδα», που ξέρουμε ότι έρχεται. Εμείς δεν είπαμε λέξη για την αρμοδιότητα των καινούργιων στρατηγείων που ιδρύονται στην Τουρκία, καλύπτοντας την Ανατολική Μεσόγειο. Εμείς αποφύγαμε να χαλάσουμε τη διάθεση υψηλών καλεσμένων. Εμείς δεν θελήσαμε να κακοκαρδίσουμε τον αυτοκρατορικό οικοδεσπότη. Τουλάχιστον, είπαμε στους δημοσιογράφους ότι η Τουρκία μάς απειλεί με πόλεμο εδώ και τρεις δεκαετίες, αν ασκήσουμε το δικαίωμά μας να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στο Αιγαίο. Κρίμα…
Επιχειρηματίες, στρατιωτικοί, πολιτικοί, διπλωμάτες· όλοι ξέρουμε ότι οι υψηλού επιπέδου συναντήσεις αποτελούν κλασική ευκαιρία για προώθηση συμφερόντων και προβολή απόψεων. Ότι σε αυτές μετέχουμε όχι για να φανούμε ευχάριστοι και κομψοί, αλλά για να αξιοποιήσουμε τη στιγμή προς προώθηση των συμφερόντων των επιχειρήσεών μας ή των χωρών μας. Ο τρόπος, βεβαίως, που θα επιλέξουμε έχει να κάνει με τις συνθήκες που επικρατούν, με το είδος των συνομιλητών μας και με την προσωπικότητά μας. Ο σκοπός, όμως, παραμένει ένας και απαραβίαστος: να προστατεύσουμε και να προωθήσουμε αυτό που εκπροσωπούμε. Όχι να είμαστε πρόσκαιρα συμπαθείς.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η ελληνική αντιπροσωπεία επωφελήθηκε της περίστασης με κάποιον τρόπο πολύ διακριτικό, αν όχι μυστικό, ώστε να προβάλει αυτά που πολλές φωνές – με ισχυρότερη αυτή του Αντώνη Σαμαρά – επί εβδομάδες τονίζουν: η «Γαλάζια Πατρίδα», οι προκλήσεις και οι εδαφικές απειλές δεν μπορεί να μην απασχολούν τις συναντήσεις των ηγετών της Συμμαχίας. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, κάτι, κάπου, κάπως να είπαμε.
Ο ειλικρινής, όμως, φόβος μας είναι ότι, μέσα στην έπαρση του δήθεν αλάθητου, η ηγεσία της Ελλάδας άφησε τα ζέοντα αυτά ζητήματα «για κάποια άλλη περίσταση». Και ότι προτιμήθηκε, αντί να στραφούμε κατά των αντιπάλων, να βαφτίζουμε «τσαμπουκάδες» κάθε έκκληση για υπεράσπιση των ελληνικών δικαίων μέσα στις συμμαχίες μας, μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσα στους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους μετέχουμε.
Εκτός και αν μας αρκεί, και δεν μας προκαλεί ντροπή, ότι την καταγγελία για την κατοχή της Κύπρου, για τις απειλές κατά της Ελλάδας, ότι την έκκληση για αποφυγή νέων εξοπλισμών της Τουρκίας την έκανε, αντί ημών, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.
Και δεν κοκκινίζουμε…
Καταληκτικά, το να θυμίζεις, εις βάρος σου, κατάφορες αδικίες σε ανθρώπους που ξέρουν καλά ότι έχεις δίκιο, σε ανθρώπους που ήδη το γνωρίζουν, δεν είναι «τσαμπουκάς». Είναι στοιχειώδες σθένος και αξιοπρέπεια. Και όσοι προβάλλουν τα ελληνικά συμφέροντα και τα δίκαια της Ελλάδας δεν είναι «τζάμπα μάγκες». Είναι, αυτονόητα και μετρίως, πατριώτες.
*Πρέσβυς ε.τ.