Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

«Νόμος και τάξη»: Σήμα κινδύνου από το παρελθόν

Του Κωνσταντίνου Βαθιώτη*

Ο Αντρέας φον Χιρς (Andreas von Hirsch), ομότιμος καθηγητής Ποινικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Κέμπριτζ και διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου της Φρανκφούρτης για τη Θεωρία και την Ηθική του Ποινικού Δικαίου, σε μια μελέτη που είχε δημοσιεύσει το 1998 με τίτλο «Νόμος και τάξη: Η πολιτική της αποστροφής» («Law and Order: Die Politik der Ressentiments») εξηγούσε ότι δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της αυταρχικής πολιτικής που επιγράφεται ως «Νόμος και τάξη» και η οποία ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλής κατά τη δεκαετία του 1980, ιδίως στις ΗΠΑ, αλλά πλέον έχει γίνει της μόδας στη «νομική Ψωροκώσταινα» του 2024, όπου κουμάντο κάνει το αυταρχικό καθεστώς του Κυριάκου Μητσοτάκη, ένα πασοκο-νεοδημοκρατικό συνονθύλευμα της κακιάς ώρας.

Πρώτον, η ρητή επίκληση του τρόμου και της αποστροφής των πολιτών για την εγκληματικότητα και, δεύτερον, η δρακόντεια αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται οι εγκληματίες. Υπό αυτές τις συνθήκες ο μεν εγκληματίας προβάλλεται ως ένα «μη ανθρώπινο είδος» που παρασιτεί εκτός κοινωνίας, η δε σκληρή αντεγκληματική πολιτική παρουσιάζεται ως «εύλογη απάντηση» στη «φοβερή απειλή» του εγκλήματος. Τούτο σημαίνει, όμως, ότι καθίσταται άνευ σημασίας η σύλληψη της δίκαιης επιβολής της ποινής που πρέπει να τελεί σε αναλογία προς τη βαρύτητα της εγκληματικής πράξης και την ενοχή του δράστη.

Με δεδομένα τα μεγάλα προβλήματα που προκαλούνται από την αναποτελεσματική εφαρμογή του αυταρχικού και λαϊκιστικού δόγματος του «Νόμου και της τάξης» και, αντιστοίχως, της μηδενικής ανοχής (βλ. σχετικώς το άρθρο του γράφοντος στην «κυριακάτικη δημοκρατία» της 16ης Ιουνίου 2024, σελ. 57), ο Αντρέας φον Χιρς θέτει επί τάπητος το ακόλουθο κρίσιμο ερώτημα:

ΕΡΓΑΛΕΙΑΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ 

Αφού έτσι έχουν τα πράγματα, μήπως τελικά πρέπει να συμπεράνουμε ότι παραλογίζονται όσοι εισηγούνται μέτρα για την πάταξη της εγκληματικότητας, εναρμονισμένα προς αυτήν την αμερικανικής προελεύσεως σκληρή αντεγκληματική γραμμή του «Νόμου και της τάξης»; H απάντηση που είχε δώσει ο Γερμανός καθηγητής πριν από 26 χρόνια είναι αποκαλυπτική και άκρως ανησυχητική για την αντεγκληματική πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Μητσοτάκη:

«Οι θιασώτες των μέτρων του νόμου και της τάξης δεν είναι καθόλου παράλογοι. Διότι η ακολουθούμενη στρατηγική τους εξυπηρετεί έναν εργαλειακό στόχο: την απόκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας. Η εκμετάλλευση της δημόσιας αποστροφής για το έγκλημα και τους εγκληματίες είναι μια δυστυχώς ενίοτε αποτελεσματική οδός για την εξασφάλιση πολιτικής υποστήριξης».

Την ίδια διαπίστωση είχε κάνει και ο Μίχαελ Τόνρι (Michael Tonry), ομότιμος καθηγητής Ποινικού Δικαίου και Αντεγκληματικής Πολιτικής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, σε ένα άρθρο του δημοσιευμένο το 2001 (Why Are U.S. incarceration rates so high?, εις: Tonry [επιμ. έκδ.], Penal Reform in Overcrowded Times, 2001, σελ. 52 επ., 63). Εκεί, ο Αμερικανός καθηγητής εξηγούσε τον προπαγανδιστικό μηχανισμό προσέλκυσης των θυμωμένων και τρομαγμένων από την εγκληματικότητα ψηφοφόρων:

Ο μέσος πολίτης υποστηρίζει τους σκληρούς νόμους, ανεξάρτητα από την (αν)αποτελεσματικότητά τους, γιατί έτσι ενισχύει την αίσθηση του «ανήκειν στην ομάδα» με την οποία ταυτίζεται και, ταυτοχρόνως, επιδοκιμάζοντας τους νόμους αυτούς, καταφέρνει να εκτονώσει τα αρνητικά του συναισθήματα.

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ

Ο Φον Χιρς επισημαίνει ότι η πολιτική του «Νόμου και της τάξης» έχει και ένα ιδεολογικό υπόβαθρο. Τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1930 καλλιεργήθηκε ένα είδος «νοοτροπίας εκκαθαρίσεως» (Säuberungsmentalität) της κοινωνίας από τους «ανεπιθύμητους» πολίτες (Unerwünschte) που υποτίθεται ότι απειλούν τη σωματική και ηθική υγεία της κοινότητας. Έτσι, προβλήθηκε ως αναγκαία η διεξαγωγή ενός «εσωτερικού πολέμου», σκοπός του οποίου ήταν αφενός η αποδυνάμωση της απειλής που ενσάρκωναν αυτοί οι πολίτες, αφετέρου η ενδυνάμωση της σωματικής και ηθικής υγείας της κοινότητας.

ΧΙΤΛΕΡ – ΡΟΥΖΒΕΛΤ

Δυστυχώς, το σύνθημα «Νόμος και τάξη» είχε ακουστεί σε έναν λόγο που είχε εκφωνήσει ο Χίτλερ το 1932 στο Αμβούργο, όπου είχε πει τα εξής:

«Το έθνος μας είναι σε αναβρασμό. Οι φοιτητές επαναστατούν και διαπράττουν βιαιότητες. Οι κομμουνιστές επιζητούν να καταστρέψουν τη χώρα μας. Χρειαζόμαστε νόμο και τάξη. Ναι, χωρίς νόμο και τάξη το έθνος μας δεν μπορεί να επιζήσει» (βλ. Γ. Κάτρη, Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα, εφημ. «Ελευθεροτυπία», 1.3.1976, σελ. 13). Ωστόσο, το ίδιο σύνθημα ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένο και με την αντεγκληματική πολιτική των ΗΠΑ επί προεδρίας Φραγκλίνου Ρούζβελτ (βλ. σχετικώς Gregory, New Deal, Law and Order. How the War on Crime Built the Modern Liberal State, 2024, σελ. 265 επ.).

ΜΠΕΝΘΑΜ

Πάντως, ο υποκριτικός – λαϊκιστικός όρος «Νόμος και τάξη» έχει ακόμη πιο βαθιές ιστορικές ρίζες. Όπως αποκάλυπτε ο διάσημος Άγγλος φιλόσοφος Ιερεμίας Μπένθαμ (επ’ αυτού βλ. H. L.A. Hart, Bentham and the Demystification of the Law. Mod. L. Rev., 36 [1973], σελ. 7), πρόκειται για έναν από τους πολλούς «απατηλούς όρους» που είναι συναισθηματικά φορτισμένοι και χρησιμοποιούνται στερεοτυπικά για να συγκαλύπτουν την κακοδιοίκηση. Αντί να επιλέγονται ουδέτεροι όροι, όπως «επιβολή του νόμου» ή «υπακοή στην κυβέρνηση», ο Μπένθαμ τόνιζε ότι η προτιμώμενη έκφραση «διατήρηση του νόμου και της τάξης» εμπεριέχει μια ευμενή αξιολογική κρίση, που εκφέρεται ακόμη κι όταν συνδέεται με την εφαρμογή των πιο άδικων νόμων, αντίστοιχων με εκείνους που θέσπιζαν ο Νέρωνας και ο Καλιγούλας – «η λέξη “τάξη” με τον εγκωμιαστικό της ήχο αποσιωπούσε τη φρίκη του καθεστώτος». Απέναντι στη χρήση τέτοιων όρων, κατέληγε ο Μπένθαμ, πρέπει να είμαστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί, διότι προκαλούν σύγχυση, η οποία μπορεί να μην είναι τίποτε άλλο παρά το καμουφλάζ της τυραννίας.

ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Ολοκληρώνοντας το άρθρο του, ο Αντρέας φον Χιρς διερωτάται αν υπάρχει κάποιο αντίδοτο που μπορεί να δράσει ενάντια στον «ποινικό λαϊκισμό», o οποίος τρέφεται από τον τρόμο και την αποστροφή για την εγκληματικότητα. Ο εν λόγω καθηγητής ομολογεί ότι δεν έχει νόημα να αντιδικούμε με πολιτικούς (σε αυτούς ανήκει κατεξοχήν ο Γ. Φλωρίδης) σχετικά με το ζήτημα αν η φυλακή «αποδίδει καρπούς», αφού κριτήριό τους δεν είναι η αποτελεσματικότητα ή ο δίκαιος χαρακτήρας των μακράς διαρκείας στερητικών της ελευθερίας ποινών, αλλά το αν η αξίωση για ποινική αυστηροποίηση αποτελεί μια πετυχημένη εκλογική στρατηγική.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΙΤ

Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Φον Χιρς φρονεί ότι θα ήταν ωφέλιμο να επιχειρείται συστηματικά η διαφώτιση των πολιτών για τους σκοπούς που εξυπηρετεί η πολιτική του «Νόμου και της τάξης», ειδικότερα δε η πολιτική της αποστροφής για την εγκληματικότητα. Εξίσου σημαντική, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι και η αντιστασιακή ενεργοποίηση της πνευματικής ελίτ (ιδίως εγκληματολόγων, ποινικολόγων, δικαστών και εισαγγελέων) προς την κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης των αυστηρών ποινών.

Σε ό,τι αφορά τα ελληνικά δεδομένα, η διπλή υπόδειξη του Φον Χιρς είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρη, αφού το φαινόμενο του «ποινικού λαϊκισμού» μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να τίθεται με μεγαλύτερη προσοχή στο επιστημονικό στόχαστρο των ποινικολόγων και των εγκληματολόγων, το σχετικό δε ενδιαφέρον αυξήθηκε σημαντικά μετά τη σκληρή αντεγκληματική πολιτική που ακολουθήθηκε από την παρούσα κυβέρνηση, ιδίως με αφορμή τις παρεμβάσεις που υλοποιήθηκαν στον Ποινικό Κώδικα με τον ν. 5090/2024.

Αξίζει, λοιπόν, να έχουμε πάντοτε κατά νου τη φράση με την οποία ο Φον Χιρς έκλεινε το 1998 αυτήν την άκρως επίκαιρη για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα μελέτη του: «Η αντίστασή μας ενάντια στην αντεγκληματική πολιτική της αποστροφής [για το έγκλημα και τον εγκληματία] αποτελεί μια διαρκή και επίπονη αποστολή».

Η φράση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία για την ελληνική πραγματικότητα των ημερών μας, διότι τα αντιπολιτευτικά ΜΜΕ ή έχουν «μαύρα μεσάνυχτα» σχετικά με τους σκοτεινούς σκοπούς του προπαγανδιζόμενου δόγματος «Νόμος και τάξη» ή συμπράττουν συνειδητά (!) στην υλοποίησή τους, αφού ουδέποτε διατυπώνουν έστω κάποιον σκεπτικισμό για τη δρακόντεια αντεγκληματική πολιτική που υλοποιείται από την παρούσα κυβέρνηση, αλλά αντιθέτως προβάλλουν είτε την ατολμία της να λάβει μέτρα επαχθέστερα εκείνων που προέκρινε, υποχωρώντας τελικώς σε σχέση με την αυστηρή εξαγγελία περί εφαρμογής της πολιτικής του «Νόμου και της τάξης», είτε την ανικανότητά της να καταπολεμήσει την εγκληματικότητα μέσω αυτής της σκληρής, αυταρχικής δημαγωγικής πολιτικής.

*Πρ. αναπλ. καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο