Η γυναίκα που ζωγράφιζε κλειδωμένη σε υπόγειο. Ο άνδρας που έγινε διάσημος με τα έργα της. Και η στιγμή που ένας δικαστής είπε: «Ζωγραφίστε. Τώρα»
Χονολουλού, 1986. Μια αίθουσα ομοσπονδιακού δικαστηρίου σιωπά. Δύο καβαλέτα στήνονται μπροστά στους ενόρκους.
Ο δικαστής δεν αντέχει άλλο τις αλληλοκατηγορίες. Από τη στιγμή που και οι δύο ισχυρίζονται ότι ζωγράφισαν τα διάσημα «παιδιά με τα μεγάλα μάτια», τότε η λύση είναι απλή. «Ζωγραφίστε εδώ. Μπροστά μας». Η Margaret Keane παίρνει το πινέλο. Ο Walter Keane μένει ακίνητος.
Πενήντα τρία λεπτά αργότερα, εκείνη έχει ολοκληρώσει έναν ακόμη πίνακα με τα χαρακτηριστικά, τεράστια, μελαγχολικά μάτια. Εκείνος δεν έχει αγγίξει καν τον καμβά. Επικαλείται πόνους στον ώμο. Ένα ψέμα τριών δεκαετιών μόλις έχει τελειώσει.
Η αρχή μιας κλοπής
Η ιστορία ξεκινά στο Σαν Φρανσίσκο του 1955. Η Μάργκαρετ, διαζευγμένη μητέρα, ντροπαλή αλλά εξαιρετικά ταλαντούχα, ζωγραφίζει παιδιά με μάτια υπερμεγέθη – μάτια που, όπως λέει, «είναι τα παράθυρα της ψυχής».
Ο γοητευτικός και φιλόδοξος Γουόλτερ Κιν τη συναντά. Παντρεύονται. Εκείνος έχει το χάρισμα της πώλησης· εκείνη το χάρισμα της δημιουργίας.
Σύντομα, τα έργα με την υπογραφή «Keane» γίνονται ανάρπαστα. Εκτίθενται σε γκαλερί, πωλούνται σε εκτυπώσεις, τυπώνονται σε φλιτζάνια και κάρτες. Η Αμερική των late ‘50s λατρεύει τα «παιδιά με τα μεγάλα μάτια». Μόνο που δεν τα έχει ζωγραφίσει εκείνος.
Όταν η Μάργκαρετ αντιλαμβάνεται ότι ο σύζυγός της πουλά τα έργα ως δικά του, εκείνος έχει έτοιμη την απάντηση: οι αγοραστές εμπιστεύονται περισσότερο έναν άνδρα καλλιτέχνη. Εκείνος ξέρει να προωθεί. Εκείνη όχι.
Στην αρχή σιωπά. Μετά φοβάται. Αργότερα θα πει πως την απειλεί, πως την κρατά απομονωμένη σε ένα υπόγειο εργαστήριο, όπου ζωγραφίζει έως και 16 ώρες την ημέρα. «Ήμουν στη φυλακή», θα πει στο δικαστήριο. Και ενώ εκείνη παραμένει αόρατη και εξαντλημένη, εκείνος γίνεται διάσημος.
Η απόδραση
Το 1964 φεύγει. Μετακομίζει στη Χαβάη με την κόρη της. Το διαζύγιο ολοκληρώνεται το 1965. Το 1970, σε ραδιοφωνική εκπομπή, σπάει τη σιωπή της. «Εγώ ζωγράφισα όλα τα έργα». Ξεσπάει τεράστιο σκάνδαλο. Ο Γουόλτερ την αποκαλεί ψεύτρα, ψυχικά ασταθή, διψασμένη για δημοσιότητα. Εκείνη τον προκαλεί δημόσια «μονομαχία» ζωγραφικής στο Union Square, αλλά εκείνος δεν εμφανίζεται ποτέ.
Η διαμάχη κρατά χρόνια. Μέχρι που το 1986, σε μια υπόθεση συκοφαντικής δυσφήμισης, ο δικαστής αποφασίζει ότι η αλήθεια μπορεί να αποδειχθεί μόνο με έναν τρόπο: βάζοντας τους αντίδικους να ζωγραφίσουν.
Η στιγμή της δικαίωσης
Η Μάργκαρετ κάθεται μπροστά στον καμβά. Οι ένορκοι την παρακολουθούν να δουλεύει με ηρεμία, σαν να βρίσκεται στο δικό της στούντιο.
Σε 53 λεπτά, ο πίνακας έχει ολοκληρωθεί. Ο Γουόλτερ δεν παράγει τίποτα.
Το δικαστήριο αναγνωρίζει επίσημα ότι εκείνη είναι η δημιουργός των έργων. Της επιδικάζονται 4 εκατ. δολάρια – ποσό που αργότερα μειώνεται σε έφεση. Δεν τη νοιάζουν τα χρήματα. «Ήθελα μόνο να αποκατασταθεί η αλήθεια», λέει.

Και η αγάπη του κόσμου
Οι κριτικοί τέχνης χλευάζουν τα έργα της ως υπερβολικά γλυκερά. Το κοινό όμως τα λατρεύει. Διασημότητες παραγγέλνουν πορτρέτα. Ο Άντι Γουόρχολ σχολιάζει ότι «αν δεν ήταν καλά, δεν θα τα αγαπούσε τόσος κόσμος».
Το 2014, ο Tim Burton μεταφέρει τη ζωή της στον κινηματογράφο με την ταινία Big Eyes. Η ιστορία της γνωρίζει νέα γενιά θαυμαστών. Η ίδια συνεχίζει να ζωγραφίζει μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Τα παιδιά της δεν έχουν πια θλίψη στα μάτια – μιλούν για «δάκρυα χαράς».
Πεθαίνει το 2022, στα 94 της. Για χρόνια, τα τεράστια μάτια των παιδιών της κοιτούσαν τον κόσμο σαν να ζητούσαν δικαιοσύνη. Εκείνη την κέρδισε σε 53 λεπτά και μαζί με αυτήν, πήρε πίσω κάτι πιο σημαντικό από χρήματα ή φήμη. Το όνομά της πάνω στα έργα της.