Οι zero-day ευπάθειες αποτελούν σήμερα έναν από τους πιο σοβαρούς και δύσκολα διαχειρίσιμους κινδύνους στον χώρο της κυβερνοασφάλειας. Πρόκειται για άγνωστα –μέχρι τη στιγμή της εκμετάλλευσής τους– κενά ασφαλείας σε λογισμικό ή hardware, τα οποία δεν έχουν ακόμη διορθωθεί από τους κατασκευαστές. Τα τελευταία χρόνια, ο αριθμός τους αυξάνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς, μετατρέποντας τις zero-day επιθέσεις από σπάνιο φαινόμενο σε βασικό εργαλείο τόσο του κυβερνοεγκλήματος όσο και των κρατικών επιθέσεων.
Ο όρος «zero-day» προέρχεται από το γεγονός ότι οι προγραμματιστές έχουν μηδέν ημέρες στη διάθεσή τους για να διορθώσουν το πρόβλημα πριν αυτό αξιοποιηθεί από κυβερνοεγκληματίες. Οι επιτιθέμενοι εκμεταλλεύονται το κενό σιωπηλά, χωρίς να ενεργοποιούν παραδοσιακά συστήματα ανίχνευσης, καθώς δεν υπάρχουν ακόμη υπογραφές ή γνωστά μοτίβα επίθεσης. Αυτό τις καθιστά εξαιρετικά αποτελεσματικές, αλλά και δύσκολες στον εντοπισμό.
Γιατί αυξάνονται οι zero-day επιθέσεις
Η αύξηση των zero-day ευπαθειών δεν είναι τυχαία. Καταρχάς, το σύγχρονο λογισμικό είναι πιο πολύπλοκο από ποτέ. Πλατφόρμες cloud, μικροϋπηρεσίες, APIs και αλυσίδες προμηθευτών δημιουργούν ένα τεράστιο οικοσύστημα κώδικα, όπου ένα μικρό λάθος μπορεί να έχει εκρηκτικές συνέπειες.
Παράλληλα, η αξία μιας zero-day έχει εκτοξευθεί. Στη μαύρη αγορά και σε κλειστά φόρουμ, τέτοιες ευπάθειες πωλούνται για δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, ειδικά αν αφορούν δημοφιλή λειτουργικά συστήματα, browsers ή εταιρικές πλατφόρμες. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα ολόκληρο οικοσύστημα «κυνηγών ευπαθειών», όχι μόνο για αμυντικούς σκοπούς, αλλά και για καθαρά επιθετική χρήση.

Από το κυβερνοέγκλημα έως την κρατική κατασκοπεία
Οι zero-day ευπάθειες δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από εγκληματικές ομάδες. Αντίθετα, αποτελούν βασικό εργαλείο κυβερνοκατασκοπείας. Κρατικοί φορείς επενδύουν σημαντικά ποσά στην απόκτηση ή ανακάλυψή τους, με στόχο τη συλλογή πληροφοριών, τη διείσδυση σε κρίσιμες υποδομές ή την παρακολούθηση πολιτικών και στρατιωτικών στόχων.
Ωστόσο, η ίδια ευπάθεια μπορεί εύκολα να «διαρρεύσει» και να αξιοποιηθεί από ransomware συμμορίες ή cybercriminals, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται επιχειρήσεις και οργανισμοί που δεν σχετίζονται καν με γεωπολιτικές συγκρούσεις.
Δείτε επίσης: Προσοχή! Zero-day ευπάθεια σε WatchGuard Firebox firewalls
Ποιος πληρώνει τελικά το τίμημα
Το κόστος των zero-day επιθέσεων το πληρώνουν πρωτίστως οι οργανισμοί-θύματα. Διακοπή λειτουργίας, απώλεια δεδομένων, λύτρα, νομικές συνέπειες και ζημιά στη φήμη είναι μερικές μόνο από τις επιπτώσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, το πραγματικό κόστος αποκαλύπτεται μήνες αργότερα, όταν γίνονται γνωστές οι διαρροές δεδομένων ή οι παραβιάσεις συμμόρφωσης.
Οι τελικοί χρήστες, από την άλλη, πληρώνουν το τίμημα με την απώλεια προσωπικών δεδομένων, οικονομική ζημιά ή ακόμη και με τη στοχοποίησή τους σε μελλοντικές επιθέσεις. Σε κρίσιμους τομείς, όπως η υγεία ή οι μεταφορές, οι συνέπειες μπορεί να επηρεάσουν ακόμη και τη φυσική ασφάλεια.

Είναι έτοιμες οι εταιρείες να αμυνθούν;
Η πραγματικότητα είναι ότι καμία εταιρεία δεν μπορεί να προστατευτεί πλήρως από zero-day ευπάθειες. Ωστόσο, οργανισμοί με ώριμες στρατηγικές ασφάλειας μειώνουν δραστικά τον αντίκτυπο. Τεχνολογίες όπως η ανάλυση συμπεριφοράς, το Zero Trust, η τμηματοποίηση δικτύων και η συνεχής παρακολούθηση μπορούν να εντοπίσουν ύποπτη δραστηριότητα, ακόμη και χωρίς γνωστή υπογραφή επίθεσης.
Εξίσου σημαντικός είναι ο ανθρώπινος παράγοντας. Οι ομάδες ασφαλείας καλούνται να λειτουργούν προληπτικά, να επενδύουν σε threat intelligence και να προετοιμάζονται για το «άγνωστο», αντί να βασίζονται αποκλειστικά σε παραδοσιακά antivirus και patches.
Το μέλλον των zero-day ευπαθειών
Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει δυναμικά και στο πεδίο της επίθεσης, η ανακάλυψη zero-day ευπαθειών αναμένεται να επιταχυνθεί ακόμη περισσότερο. Ταυτόχρονα, αυξάνεται και η πίεση προς τους κατασκευαστές λογισμικού για πιο ασφαλή ανάπτυξη από το στάδιο του σχεδιασμού.
Οι zero-day ευπάθειες δεν πρόκειται να εξαφανιστούν. Το ερώτημα δεν είναι αν θα εμφανιστούν, αλλά πόσο προετοιμασμένοι είναι οι οργανισμοί να περιορίσουν τη ζημιά όταν αυτό συμβεί. Και, όπως δείχνουν τα δεδομένα, το τίμημα της “μη προετοιμασίας” γίνεται κάθε χρόνο και πιο ακριβό.