Όταν οι νέοι παύουν να παρακολουθούν τις εξελίξεις και αρχίζουν να τις καθορίζουν. Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας ακόμη τίτλος που απηχεί τις τελευταίες εξελίξεις στη Σερβία, μετά και την αναγγελία των αποτελεσμάτων των πρόσφατων εκλογών.
Των Μπ. Σάντορ, Ναίμ Λίο Μπεσίρι, Θεόδ. Π. Δημόπουλου*
Το φοιτητικό κίνημα (“Studentska lista – Studenti pobeđuju”) που γεννήθηκε μέσα από τις αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις και την απαίτηση για λογοδοσία απέναντι στη διαφθορά, που επισημαίνονταν ότι κυριαρχούσε, αναδείχθηκε νικητής των εκλογών, επί ενός κυβερνητικού σχηματισμού που ασκούσε τη διακυβέρνηση της χώρας για περίπου δεκατέσσερα χρόνια.
Ομολογουμένως, η κατάρρευση της οροφής στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, που κόστισε τη ζωή δεκαέξι ανθρώπων το 2024, αποτέλεσε το κρισιμότερο σημείο καμπής, καθώς επρόκειτο για μια τραγωδία που μετετράπη σε συλλογική απαίτηση για ανάληψη ευθύνης, διαφάνεια, ασφάλεια και εν τέλει αλλαγή.
Η συμμετοχή στις εκλογές της Σερβίας, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, έφτασε σχεδόν το 70%, που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής της μεταγιουγκοσλαβικής περιόδου.
Το φοιτητικό κίνημα και οι υποστηρικτές του, δεν περιορίστηκαν στην καταγγελία. Μετέτρεψαν την κοινωνική κόπωση, αν θέλετε την αγανάκτηση, τα ατομικά και τα συλλογικά αδιέξοδα, σε πολιτικό πρόταγμα. Δεν ανέμεναν παθητικά, να ωριμάσει περαιτέρω το «φρούτο», ή να συμβιβαστούν με ένα αξιοσημείωτο ποσοστό στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό. Διεκδίκησαν να το αλλάξουν και επί της αρχής φαίνεται ότι το πέτυχαν. Προηγουμένως, πάλι μέσω της ενεργοποίησης του νεολαιίστικου κινήματος, αλλά και της ευρύτερης συμμετοχής του εκλογικού σώματος, η Ουγγαρία αποτέλεσε ένα ακόμη παράδειγμα. Και σε αυτή την περίπτωση η ήττα του Βίκτορ Όρμπαν, ύστερα από δεκαέξι χρόνια στην πρωθυπουργία, κατέδειξε την αξία της ενεργού συμμετοχής των νέων, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κοινωνικής κινητοποίησης που εξέφρασε τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στην δυστοπική πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας, στην περιστολή των ελευθεριών, στην υποβάθμιση της ποιότητας της δημοκρατίας και απέναντι σε έναν «αφηγητή» του οποίου η ρητορική επένδυε συστηματικά στον φόβο.
Η διαφθορά, η συγκέντρωση του πλούτου σε μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, η συνεχής επιδείνωση της καθημερινότητας και η καλλιέργεια ενός περιβάλλοντος χαμηλών προσδοκιών σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας οδήγησαν στην αποδόμηση της εικόνας του θεωρούμενου ως παντοδύναμου ηγέτη. Και σε αυτή την περίπτωση η αποστροφή των νέων προς το ύφος της άσκησης εξουσίας, σε συνδυασμό με την έλλειψη ρεαλιστικής και συνάμα αισιόδοξης συλλογικής προοπτικής, αποτέλεσαν καθοριστικά στοιχεία της επιτευχθείσας αλλαγής.
Οι ως άνω, δύο περιπτώσεις, ασφαλώς και δεν είναι πανομοιότυπες. Αναδεικνύουν, όμως, μια κοινή πολιτική συνισταμένη: όταν η καθημερινή ζωή χαρακτηρίζεται από γενικευμένη ανασφάλεια και ρευστότητα για το μέλλον, όταν οι υφιστάμενες ανισότητες οξύνονται, κι όταν μεγάλα τμήματα των κοινωνιών αισθάνονται ότι δεν αποτελούν ουσιαστικό μέρος ενός σχεδίου προόδου ή/και εθνικής ανασύνταξης, τότε η ισχύς του συναφθέντος κοινωνικού συμβολαίου αποδυναμώνεται.
Αυτά τα τμήματα, με προεξάρχοντες τους νέους, δεν κινητοποιήθηκαν απλώς επειδή διαφωνούσαν με μια κυβέρνηση. Αλλά επειδή επί σειρά ετών δεν διέκριναν, πρωτίστως, την οφειλόμενη έγνοια και την αναγκαία ενσυναίσθηση από πλευράς της πολιτικής τάξης, απέναντι στις πολύπλευρες καθημερινές προκλήσεις με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι.
Προκλήσεις, που συνιστούν τις κυρίαρχες πτυχές ενός υποδείγματος που δεν τους διασφαλίζει αυτά τα οποία ήταν αυτονόητα για τους προγενέστερους: αξιοπρεπή απασχόληση και διασφάλιση των θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων, οικονομική αυτάρκεια και ανθεκτικότητα, πρόσβαση στην προσιτή στέγη και σε μια βασική δέσμη κοινωνικών υπηρεσιών, εμπιστοσύνη στους θεσμούς και δυνατότητα να σχεδιάσουν με σχετική ή επαρκή ασφάλεια το αύριο, χωρίς να αισθάνονται ότι πρέπει να εγκαταλείψουν τον τόπο τους ή να συμβιβαστούν με τον φαύλο κύκλο της διαιώνισης της υποβάθμισης της ποιότητας του βιοτικού επιπέδου. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η γενιά αυτή, ως ο κύριος άξονας ενός ευρύτερου κοινωνικού υποκειμένου που κοχλάζει σιωπηρά, δείχνει να αντιδρά, διεκδικώντας τη δυνατότητα να διαμορφώσει τους όρους της επιβίωσής της στην εποχή των «πολυκρίσεων», την οικονομική αβεβαιότητα, τη στεγαστική ασφυξία, την κλιματική απειλή, τις τεκτονικές τεχνολογικές μεταβολές και τη δημοκρατική κόπωση που έχουν επιφέρει οι χειρισμοί των αποκαλούμενων συστημικών δυνάμεων.

Η νεολαία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια ηλικιακή κατηγορία. Καθώς, όπως και στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, μπορεί – ίσως όχι στο εγγύς μέλλον – να αποτελέσει την προμετωπίδα ενός συλλογικού κοινωνικού υποκειμένου, ικανού να συνδέσει διαφορετικές κοινωνικές αγωνίες και να διεκδικήσει ένα νέο υπόδειγμα διακυβέρνησης. Τα ανωτέρω, αλλά και τα όσα λαμβάνουν χώρα σε άλλες χώρες της Ευρώπης (π.χ. Γαλλία, Ισπανία, κ.α.) ή και των Βαλκανίων (π.χ. Αλβανία) οφείλουν να ληφθούν υπόψη και να ερμηνευθούν, με δημοκρατικό ορθολογισμό κι όχι μέσα από ιδεοληπτικής φύσεως απλουστεύσεις που πιθανώς επιδιώκουν να αποκομίσουν συγκυριακά και μικροπολιτικά οφέλη από τις απολύτως κατακριτέες ακρότητες, σε άλλες χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, από εκείνους/ες που επιθυμούν να εκφράσουν τις αγωνίες μιας γενιάς και κατ’ επέκταση της πλειονότητας μιας κοινωνίας, που αναζητά οραματική, αλλά και συγχρόνως υπεύθυνη και αξιόπιστη εκπροσώπηση που θα οικοδομήσει μια πειστική και ρεαλιστική προοπτική για το μέλλον.
Τα εκπεμπόμενα μηνύματα κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχίσουν να υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα των ευρωπαϊκών και βαλκανικών χωρών που καλούνται να διαχειριστούν τις αντιδράσεις μεγάλων τμημάτων του δοκιμαζόμενου πληθυσμού τους, υπενθυμίζοντας ότι καμία εξουσία δεν είναι ανίκητη απέναντι στις κοινωνικές πλειοψηφίες που αποφασίζουν σοβαρά, να ανακτήσουν τη φωνή τους επειδή δεν αισθάνονται ότι αποτελούν ουσιαστικά μέρη του κοινωνικού συμβολαίου το οποίο συνήφθη στο παρελθόν. Άλλωστε, η Σερβία και προηγουμένως η Ουγγαρία υπενθύμισαν κάτι θεμελιώδες: Ότι οι νέοι – ως προμετωπίδα ευρύτερων κοινωνικών ομάδων – δεν στέκονται στο περιθώριο παθητικά, αναγκασμένοι να κληρονομήσουν έναν κόσμο που δεν χωρά τα όνειρα και τις προσδοκίες τους. Γνωρίζουν και να αμφισβητούν και να εκφράζονται, όντας πρωταγωνιστές, ικανοί να δρομολογούν τις αλλαγές.
Αλλαγές, που πιθανώς να μην προϋποθέτουν κατ’ ανάγκη την απομάκρυνση ενός συγκεκριμένου υποκειμένου για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη, αλλά αλλαγές που σίγουρα επιτάσσουν την επανεξέταση μονοσήμαντων ή δυσλειτουργικών επιλογών και την απαγκίστρωση από συμπεριφορές που αντιβαίνουν σε ένα θεμελιώδες αξιακό πλαίσιο που οφείλει να συνιστά τη βάση ενός νέου σχεδίου εθνικής ανασύνταξης. Ενός σχεδίου εθνικής ανασύνταξης που χρειάζεται θεσμούς που λειτουργούν ουσιαστικά, όχι ψευδεπίγραφη έγνοια και υφέρποντα ελιτισμό, αλλά πραγματική ενσυναίσθηση, μετριοπάθεια και λογοδοσία, μεγαλύτερες ταχύτητες και αποτελεσματικότητα, σοβαρές και όχι επικοινωνιακές μεταρρυθμίσεις στη βάση στοιχειωδών συναινέσεων που έχει ανάγκη η κοινωνία, καθώς και πολιτικές με διακριτό κοινωνικό πρόσημο που αμβλύνουν τις πολυεπίπεδες ανισότητες, δημιουργώντας πραγματικές ευκαιρίες για τους πολλούς.
* Η Μπάρμπαρα Σάντορ είναι Δημοτική Σύμβουλος Σεκεσφεχερβάρ στην Ουγγαρία.
Ο Ναίμ Λίο Μπεσίρι είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Σερβίας
Ο Θεόδωρος Π. Δημόπουλος είναι πρώην Πρόεδρος του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, Υπ. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας