Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Μαρία Κάλλας: Η αιώνια ντίβα και οι 5 ερμηνείες της που άφησαν εποχή

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, η Μαρία Κάλλας πέθανε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 53 ετών. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, παραμένει για πολλούς η κορυφαία λυρική τραγουδίστρια του 20ού αιώνα, με μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, συναρπαστικές και άμεσα αναγνωρίσιμες φωνές στην ιστορία της όπερας.

ΗΜαρία Κάλλας, βαπτισμένη Μαρία Άννα Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1923 στη Νέα Υόρκη. Η προσωπική της ζωή, οι μεγάλοι έρωτες, οι συγκρούσεις και οι απογοητεύσεις της τροφοδότησαν για δεκαετίες τον μύθο της. Ωστόσο, η θέση της στην ιστορία δεν οφείλεται σε αυτά. Οφείλεται στην επαγγελματική της υπόσταση.

Η δισκογραφία της Κάλλας είναι τεράστια. Περιλαμβάνει έργα που ηχογράφησε περισσότερες από μία φορές, όπερες που βοήθησε να επιστρέψουν από την αφάνεια, αλλά και δεκάδες ζωντανές ηχογραφήσεις, διαφορετικής ποιότητας ήχου, που διασώζουν μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας της. Πλήρης βιντεοσκόπηση της Κάλλας σε όπερα δεν έχει διασωθεί, υπάρχουν όμως πολύτιμα αποσπάσματα που επιτρέπουν ακόμη και σήμερα να αντιληφθούμε τη θεατρική δύναμη της παρουσίας της.

Αν κάποιος ήθελε να ανακαλύψει τη Μαρία Κάλλας μέσα από πέντε μόνο ρόλους, αυτοί θα μπορούσαν να είναι οι εξής.

La Traviata

Η Βιολέτα στην «Τραβιάτα» του Βέρντι ήταν, με πολλούς τρόπους, ο ιδανικός ρόλος για την Κάλλας. Η αφοσίωσή της στην καταδικασμένη ηρωίδα ήταν απόλυτη και η ερμηνεία της συνδύαζε τη φωνητική δεξιοτεχνία με μία συγκλονιστική δραματική ένταση.

Υπάρχουν αρκετές ηχογραφήσεις της Κάλλας στην «Τραβιάτα», όμως μία από τις σημαντικότερες παραμένει η ζωντανή ηχογράφηση του 1955 στη Σκάλα του Μιλάνου, υπό τη διεύθυνση του Κάρλο Μαρία Τζουλίνι. Πολύτιμα είναι επίσης τα σωζόμενα βίντεο από τη ζωντανή εμφάνισή της στη Λισαβόνα το 1958, που προσφέρουν μία σπάνια εικόνα της Κάλλας όχι μόνο ως τραγουδίστριας αλλά και ως ηθοποιού.

Norma

Η «Νόρμα» του Μπελίνι υπήρξε ένας από τους ρόλους-υπογραφές της. Η ταύτιση της Κάλλας με την τραγική ιέρεια ήταν τέτοια ώστε, πολλές φορές, είναι δύσκολο να διαχωρίσει κανείς τη μουσική που έγραψε ο Μπελίνι για την ηρωίδα του από τον τρόπο με τον οποίο την ερμήνευσε εκείνη.

 

Η «Casta Diva» έγινε μία από τις άριες που συνδέθηκαν περισσότερο με το όνομά της. Ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στις ηχογραφήσεις της έχει η «Norma» του 1952, από το ντεμπούτο της στο Covent Garden, υπό τη διεύθυνση του Vittorio Gui, όταν η φωνή της βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση. Η Κάλλας εμφανίζεται επίσης να ερμηνεύει την «Casta Diva» στο περίφημο παρισινό κοντσέρτο του 1958.

«Η Μαρία που έγινε Κάλλας»: Ευρωπαϊκή διάκριση μετά τις κριτικές και 4 εκατομμύρια προβολές

Tosca

Αν υπάρχει μία όπερα με την οποία η Μαρία Κάλλας εξακολουθεί ίσως να ταυτίζεται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, αυτή είναι η «Tosca» του Πουτσίνι. Ένας λόγος είναι η σχεδόν μυθική σύνδεση που δημιουργήθηκε ανάμεσα στην ίδια και στην τραγική Floria Tosca. Ένας άλλος είναι η σπουδαία ερμηνεία της απέναντι στον Scarpia του Tito Gobbi, αποσπάσματα της οποίας έχουν διασωθεί και αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα οπτικά τεκμήρια της Κάλλας πάνω στη σκηνή.

Η Κάλλας ηχογράφησε δύο φορές την «Tosca». Η πρώτη στούντιο ηχογράφηση, υπό τη διεύθυνση του Victor de Sabata, θεωρείται μία από τις κορυφαίες καταγραφές της και αποτυπώνει ιδανικά εκείνο που την έκανε τόσο ξεχωριστή: την ικανότητά της να μετατρέπει κάθε μουσική φράση σε θέατρο.

«Η Μαρία που έγινε Κάλλας» έκανε υπέροχο φινάλε με τον δραματικό επίλογο Ράντου – Ελευθεριάδου

Η τελευταία της παράσταση σε όπερα

Στις 5 Ιουλίου 1965, η Μαρία Κάλλας ανέβηκε στη σκηνή του Covent Garden στο Λονδίνο για να ερμηνεύσει για ακόμη μία φορά τη Floria Tosca στην «Tosca» του Πουτσίνι, στην περίφημη παραγωγή του Franco Zeffirelli. Έμελλε να είναι η τελευταία φορά που θα εμφανιζόταν σε ολοκληρωμένη παράσταση όπερας.

Εκείνη την εποχή η φωνή της είχε ήδη αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες και η Κάλλας είχε περιορίσει αισθητά τις εμφανίσεις της. Προσωπικοί και συναισθηματικοί λόγοι, αλλά και ζητήματα υγείας, είχαν επιβαρύνει την κατάστασή της. Παρ’ όλα αυτά, επέστρεψε σε έναν από τους ρόλους που είχαν σημαδέψει περισσότερο την καριέρα της.

Υπήρχε, μάλιστα, κάτι σχεδόν συμβολικό σε αυτή την τελευταία βραδιά. Η Κάλλας αποχαιρετούσε την οπερατική σκηνή μέσα από έναν χαρακτήρα με τον οποίο είχε ταυτιστεί όσο με λίγους: μία τραγουδίστρια, παθιασμένη και τραγική, που κινείται ανάμεσα στον έρωτα, στη ζήλια και στην απόγνωση.

Η εμφάνιση εκείνη δεν αποτέλεσε την τελευταία φορά που το κοινό θα άκουγε ζωντανά τη Μαρία Κάλλας. Μετά από χρόνια απουσίας επέστρεψε το 1973 για μία διεθνή αποχαιρετιστήρια περιοδεία μαζί με τον τενόρο Giuseppe Di Stefano. Η τελευταία δημόσια εμφάνισή της πραγματοποιήθηκε στην Ιαπωνία το 1974. Η «Tosca» του 1965, όμως, παρέμεινε το πραγματικό αντίο της στην όπερα – το τέλος μιας εποχής για μία καλλιτέχνιδα που είχε ήδη αλλάξει για πάντα τη λυρική σκηνή.

Όταν η μουσική δεν καταφέρνει να ευχαριστήσει το αυτί, να γαληνέψει το αυτί, την καρδιά και τις αισθήσεις, τότε έχει χάσει τον σκοπό της.

Lucia di Lammermoor

Η προδομένη και ψυχικά τραυματισμένη ηρωίδα του Ντονιτσέτι, βασισμένη στο μυθιστόρημα «The Bride of Lammermoor» του Walter Scott, χάρισε στην ιταλική όπερα μερικές από τις σπουδαιότερες στιγμές της και στην Κάλλας έναν από τους καλύτερους ρόλους της.

Η ίδια πραγματοποίησε δύο στούντιο ηχογραφήσεις του έργου. Ωστόσο, για την αμεσότητα και τη δραματική ένταση της ερμηνείας της ξεχωρίζει η ζωντανή «Lucia» υπό τον Herbert von Karajan στο Βερολίνο το 1956. Η ποιότητα του ήχου δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη μιας στούντιο ηχογράφησης και το έργο παρουσιάζεται με περικοπές, όμως η Κάλλας βρίσκεται σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο ερμηνευτικής έντασης.

Parsifal

Η Μαρία Κάλλας να τραγουδά Βάγκνερ; Κι όμως.

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας της το ρεπερτόριό της ήταν πολύ ευρύτερο από εκείνο με το οποίο τελικά συνδέθηκε το όνομά της. Είχε τραγουδήσει την Brünnhilde στη «Die Walküre», ενώ είχε επίσης ασχοληθεί με την Isolde από το «Tristan und Isolde». Το 1949 ηχογράφησε στα ιταλικά το περίφημο «Liebestod» της Isolde.

Ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς της είναι η Kundry στον «Parsifal», επίσης στα ιταλικά, σε πλήρη ηχογράφηση του έργου υπό τον Vittorio Gui στη Ρώμη το 1950. Πρόκειται για μία ερμηνεία που υπενθυμίζει το εντυπωσιακό εύρος της ως καλλιτέχνιδας.

Η φωνή που έμεινε

Υπάρχει, όμως, και μία ακόμη στιγμή που συνοψίζει με έναν διαφορετικό τρόπο το μεγαλείο της. Η Κάλλας δεν ερμήνευσε ποτέ επί σκηνής την Eboli στο «Don Carlo» του Βέρντι. Το 1962, όμως, οι κάμερες την κατέγραψαν σε συναυλία στο Αμβούργο να τραγουδά την άρια «O don fatale».

Εκείνη την περίοδο τα σημάδια φθοράς στη φωνή της είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητά. Και όμως, η ένταση, η δραματική ακρίβεια και η δύναμη με την οποία ερμηνεύει το κομμάτι ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια μιας απλής συναυλιακής εμφάνισης.

Ίσως σε αυτές ακριβώς τις στιγμές να βρίσκεται η απάντηση στο γιατί η Μαρία Κάλλας εξακολουθεί να μας απασχολεί τόσες δεκαετίες μετά τον θάνατό της. Δεν ήταν μόνο η έκταση ή η τεχνική της, ούτε η πολυσυζητημένη ζωή της. Ήταν η ικανότητά της να μετατρέπει μία άρια σε δράμα και έναν ρόλο σε άνθρωπο.

Στις 16 Σεπτεμβρίου συμπληρώνονται 49 χρόνια από τον θάνατό της. Οι ηχογραφήσεις της, όμως, εξακολουθούν να διατηρούν κάτι από εκείνη τη συναρπαστική αίσθηση που προκαλούσε η παρουσία της: την αίσθηση ότι πίσω από τη φωνή δεν βρισκόταν απλώς μία σπουδαία υψίφωνος, αλλά μία καλλιτέχνιδα που μπορούσε να κάνει κάθε ηρωίδα που ερμήνευε να μοιάζει απολύτως αληθινή.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο