Eρευνητές ανακάλυψαν σε ποια κατηγορία ανήκε ο αστεροειδής που εξολόθρευσε τους δεινόσαυρους πριν από 66 εκατομμύρια χρόνια και πρόκειται για έναν τύπο που σπάνια έχει κάνει την εμφάνιση του στον πλανήτη μας.
Αν και έχει επικρατήσει o όρος αστεροειδής για διαστημικούς βράχους που πέφτουν στην επιφάνεια της Γης στη πραγματικότητα στον πλανήτη μας πέφτουν αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν μετεωρίτες που είναι τα τμήματα αστεροειδών που επιβιώνουν από την πορεία τους μέσα από την ατμόσφαιρα και φτάνουν στην επιφάνεια της Γης.
Έτσι το γιγάντιο σώμα με διάμετρο περίπου 10 χλμ. που σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία έπεσε στην χερσόνησο Γιουκατάν στο Μεξικό πριν από 66 εκατ. έτη προκαλώντας την εξαφάνιση περίπου του 80% της ζωής σε στεριά και θάλασσα ήταν μετεωρίτης.
Η καταστροφή αυτή οδήγησε εκτός των άλλων στην εξαφάνιση των δεινοσαύρων που κυριαρχούσαν για περίπου 170 εκατ. έτη στον πλανήτη μας η οποία με τη σειρά της είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση του ανθρώπου.
Έχουν πραγματοποιηθεί εκατοντάδες μελέτες για αυτόν το γιγάντιο διαστημικό βράχο που άλλαξε την ιστορία της ζωής στη Γη.
Μια νέα μελέτη αναφέρει ότι οι δεινόσαυροι στάθηκαν διπλά άτυχοι ή αν προτιμάτε εμείς οι άνθρωποι σταθήκαμε διπλά τυχεροί αφού ο μετεωρίτης που έπεσε πριν 66 εκατ. έτη στη Γη ανήκει σε μια εξαιρετικά σπάνια κατηγορία μετεωριτών που έχουν επισκεφτεί τον πλανήτη μας στη διάρκεια των περίπου 4 δισ. ετών της ύπαρξης του στην οποία έχει υποδεχτεί αμέτρητους μετεωρίτες.
Τα ευρήματα
Μελετώντας ίχνη του καταστροφικού μετεωρίτη οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι επρόκειτο για έναν ανθρακούχο χονδρίτη (carbonaceous chondrite) — έναν τύπο μετεωρίτη που περιέχει από τα αρχαιότερα γνωστά πετρώματα του ηλιακού μας συστήματος.
Οι συγκεκριμένοι μετεωρίτες αντιπροσωπεύουν μόλις το 5% των μετεωριτών που έχουν συλλεχθεί στη Γη και συγκαταλέγονται στα πιο πρωτόγονα υλικά του ηλιακού μας συστήματος σύμφωνα με τη μελέτη που πραγματοποιήθηκε από διεθνή ερευνητική ομάδα με επικεφαλής επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας στον Καναδά.
«Το γεγονός ότι η Γη χτυπήθηκε από ένα τόσο σπάνιο και μακρινό ουράνιο σώμα δείχνει πόσο άτυχοι ήταν οι δεινόσαυροι», δήλωσε ο Δρ. Φιλίπ Κλάις, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας. Όπως επισήμανε τα νέα ευρήματα δεν αλλάζουν τη βασική θεωρία για όσα συνέβησαν όταν ο μετεωρίτης προσέκρουσε στη σημερινή χερσόνησο Γιουκατάν του Μεξικού.
Ωστόσο καθιστούν λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο το θείο που περιείχε ο μετεωρίτης και αποτελεί παράγοντα πρόκλησης εκρήξεων να ήταν αυτό το στοιχείο ο κύριος παράγοντας για τη μαζική εξαφάνιση της ζωής.
«Ο καθοριστικός παράγοντας θα πρέπει να ήταν τα εξαιρετικά λεπτά σωματίδια που εκτοξεύθηκαν στην ατμόσφαιρα» λέει ο Κλάις.
Ο Κλάις συνεργάστηκε με ερευνητές από την Ευρώπη, μεταξύ των οποίων επιστήμονες του Ινστιτούτου Φυσικής της Γης στο Παρίσι και του Πανεπιστημίου του Παρισιού. Οι ερευνητές μέτρησαν ίχνη χημικών στοιχείων σε δείγματα που συλλέχθηκαν από ένα λεπτό στρώμα αργίλου το οποίο δημιουργήθηκε από την πρόσκρουση του μετεωρίτη.
Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα ο μετεωρίτης ενδέχεται να προήλθε είτε από το εξωτερικό τμήμα της ζώνης των αστεροειδών κοντά στον Δία είτε από ακόμη πιο απομακρυσμένες περιοχές του ηλιακού μας συστήματος.
Οι θεωρίες
Παρά τη νέα ανακάλυψη εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τον μετεωρίτη και τις συνέπειες της πρόσκρουσής του ενώ οι επιστήμονες συνεχίζουν να ερευνούν τι ακριβώς οδήγησε στη μαζική εξαφάνιση της ζωής στη Γη.
Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η κλιματική αλλαγή είχε ήδη αρχίσει να επηρεάζει τον πλανήτη πριν από την πρόσκρουση, ενώ άλλοι θεωρούν ότι σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι έντονες ηφαιστειακές εκρήξεις.
Όποια κι αν ήταν η ακριβής αλληλουχία των γεγονότων οι συνέπειες φαίνεται πως ήταν καταστροφικές. Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στο The Conversation οι Βρετανοί καθηγητές Μόνικα Γκρέιντι και Μάικλ Μπέντον περιγράφουν μια σκηνή ολοκληρωτικής καταστροφής.
«Είτε ήσουν δεινόσαυρος είτε σκαθάρι της κοπριάς, αν βρισκόσουν κοντά στον προσωρινό κρατήρα που δημιουργήθηκε από την πρόσκρουση, θα αποτεφρωνόσουν ακαριαία από την έκρηξη. Αλλά ακόμη κι αν βρισκόσουν έως και 2.000 χιλιόμετρα μακριά από το επίκεντρο ήταν πολύ πιθανό να σκοτωνόσουν γρήγορα από την έντονη θερμική ακτινοβολία και τους υπερηχητικούς ανέμους που εξαπλώνονταν από το σημείο της πρόσκρουσης» πρόσθεσαν οι καθηγητές.