Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Οι Λιθουανοί “ρίχνουν άγκυρα” στην Ελλάδα – Νέα εταιρεία από τη Vičiūnai Group

Της Ξανθής Γούναρη

Πιο οργανωμένη παρουσία στην ελληνική αγορά αποκτά η λιθουανική Vičiūnai Group, δημιουργώντας δική της εταιρεία. Ο όμιλος, με βασικό πεδίο δραστηριότητας τα ψάρια, τα θαλασσινά και τα προϊόντα surimi, ίδρυσε τη VG Emporio Μονοπρόσωπη Α.Ε., με έδρα το Πέραμα και αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 200.000 ευρώ.

Η σύσταση της εταιρείας καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ σήμερα, 17 Σεπτεμβρίου 2026. Κύρια δραστηριότητά της είναι το χονδρικό εμπόριο ψαριών, καρκινοειδών και μαλακίων, ενώ στους σκοπούς της περιλαμβάνονται επίσης το εμπόριο κατεψυγμένων ψαριών και φιλέτων, παρασκευασμένων ή διατηρημένων ψαριών, καρκινοειδών και μαλακίων, καθώς και χαβιαριού.

Μοναδικός μέτοχος της VG Emporio είναι η UAB Vičiūnų Grupė, με έδρα το Κάουνας της Λιθουανίας. Η μητρική κάλυψε εξ ολοκλήρου το κεφάλαιο των 200.000 ευρώ και κατέχει το 100% της νέας ελληνικής εταιρείας.

Το πρώτο σήμα από την ελληνική αγορά

Η ίδρυση της VG Emporio ακολουθεί τα πρώτα βήματα που είχε ήδη κάνει ο λιθουανικός όμιλος στην Ελλάδα. Τον Μάρτιο του 2026 η Vičiūnai συμμετείχε για πρώτη φορά στη Food Expo Greece. Τότε είχε αναφέρει ότι η δραστηριότητά της στην ελληνική αγορά βρισκόταν ακόμη σε αρχικό στάδιο, επισημαίνοντας παράλληλα τις δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης.

Στην έκθεση παρουσίασε μεταξύ άλλων gyoza, προϊόντα σολομού και surimi, ψάρια και παναρισμένα προϊόντα. Σύμφωνα με την εταιρεία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τους επισκέπτες συγκέντρωσαν τα gyoza.

Έξι μήνες αργότερα ακολούθησε η σύσταση της VG Emporio. Στην επίσημη λίστα των εταιρειών πωλήσεων και διανομής που δημοσιεύει ο όμιλος δεν εμφανιζόταν μέχρι τώρα ελληνική εταιρεία.

Σε 57 αγορές

Η Vičiūnai ξεκίνησε τη δραστηριότητά της το 1991 και έκτοτε έχει αναπτύξει ένα διεθνές δίκτυο παραγωγής και εμπορίας τροφίμων, με βασικό πυρήνα τα προϊόντα ψαριού και surimi.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει ο όμιλος, διαθέτει περισσότερες από 60 εταιρείες σε 15 χώρες, οκτώ εργοστάσια και περισσότερους από 4.400 εργαζομένους. Το χαρτοφυλάκιό του ξεπερνά τους 3.000 κωδικούς, περισσότερο από το 90% της παραγωγής εξάγεται και τα προϊόντα του φθάνουν σε 57 χώρες.

Κεντρικό εμπορικό σήμα του ομίλου είναι το VIČI, ενώ η γκάμα του εκτείνεται από surimi, σολομό, ρέγγα και άλλα προϊόντα ψαριού και θαλασσινών έως διαφορετικές κατηγορίες κατεψυγμένων και έτοιμων τροφίμων. Η παραγωγική του δραστηριότητα αναπτύσσεται σε μονάδες στη Λιθουανία, την Εσθονία και την Ισπανία.

Στη διοίκηση της ελληνικής εταιρείας βρίσκονται στελέχη του λιθουανικού ομίλου. Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της VG Emporio είναι ο Nerijus Sarkauskas, αναπληρωτής πρόεδρος ο Dainius Matijosaitis και μέλος ο Mindaugas Gudziunas.

Το μεγάλο ποντάρισμα στον σολομό

Η δημιουργία της ελληνικής εταιρείας έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Vičiūnai ενισχύει την παραγωγική της βάση, με ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματά της να αφορά τον σολομό.

Στο Plungė της Λιθουανίας βρίσκεται σε εξέλιξη επένδυση 100 εκατ. ευρώ για νέο συγκρότημα επεξεργασίας σολομού, την οποία ο ίδιος ο όμιλος χαρακτηρίζει ως τη μεγαλύτερη επένδυση στην ιστορία του.

Το έργο υλοποιείται από τη Vičiūnai ir Partneriai και προβλέπει αύξηση της ετήσιας δυναμικότητας επεξεργασίας σολομού και σολομοειδών από 18.000 σε 50.000 τόνους. Με την ολοκλήρωση της επένδυσης, στόχος είναι η συγκεκριμένη εταιρεία να βρεθεί μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κλάδου στην Ευρώπη. Παράλληλα, ο σχεδιασμός προβλέπει αύξηση των ετήσιων πωλήσεών της από περίπου 150 εκατ. ευρώ σε 500 εκατ. ευρώ.

Η επένδυση αναπτύσσεται σε έκταση άνω των 13 εκταρίων, ενώ οι νέες εγκαταστάσεις θα ξεπερνούν τα 29.000 τ.μ., δίπλα στο υφιστάμενο παραγωγικό και αποθηκευτικό συγκρότημα του ομίλου στο Plungė.

Η στροφή προς τις δυτικές αγορές

Το νέο επενδυτικό πρόγραμμα ακολουθεί μια σημαντική αλλαγή στον γεωγραφικό χάρτη της Vičiūnai. Τον Απρίλιο του 2024 ο όμιλος ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της αποχώρησής του από τη Ρωσία και σειρά άλλων ανατολικών αγορών, έπειτα από διαδικασία που είχε διαρκέσει σχεδόν δύο χρόνια.

Στη συναλλαγή συμπεριλήφθηκαν το εργοστάσιο στην περιοχή του Καλίνινγκραντ και συνολικά 15 εταιρείες: επτά στη Ρωσία, τρεις στη Λευκορωσία και από μία σε Καζακστάν, Αζερμπαϊτζάν, Κιργιστάν, Ουζμπεκιστάν και Γεωργία. Αγοραστής ήταν η ρωσική Ocean Group, ενώ το τίμημα δεν δημοσιοποιήθηκε.

Μετά την αποχώρηση από τις συγκεκριμένες αγορές, ο όμιλος έχει στρέψει μεγαλύτερο μέρος της αναπτυξιακής του προσπάθειας προς τη Δύση, τόσο μέσα από νέες επενδύσεις όσο και μέσα από την ενίσχυση της εμπορικής του παρουσίας.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο