Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Ο άνθρωπος που έχασε τα πάντα στο ρύζι και έγινε «Αυτοκράτορας» της Αμερικής

Για να γίνει αυτοκράτορας της Αμερικής, ο Τζόσουα Νόρτον δεν χρειάζεται στρατό. Χρειάζεται ένα φύλλο χαρτί και μια εφημερίδα πρόθυμη να το δημοσιεύσει.

Το πρωί της 17ης Σεπτεμβρίου 1859, ένας ευπρεπώς ντυμένος άνδρας, με σοβαρό ύφος, εμφανίζεται στα γραφεία της San Francisco Daily Evening Bulletin. Αφήνει ένα κείμενο, ζητά ευγενικά να εξεταστεί για δημοσίευση και αποχωρεί.

 

Η περιγραφή προέρχεται από την ίδια την εφημερίδα. Το κείμενο που ακολουθεί είναι λιγότερο συνηθισμένο: ο επισκέπτης ανακηρύσσει τον εαυτό του αυτοκράτορα των Ηνωμένων Πολιτειών. Υπογράφει «Νόρτον Α΄». Η Bulletin το τυπώνει. Η ημερομηνία θα μείνει ως η αρχή μιας από τις πιο παράδοξες «βασιλείες» της αμερικανικής ιστορίας.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο ίδιος άνθρωπος είχε μια πολύ πιο συμβατική φιλοδοξία: να πλουτίσει. Και για ένα διάστημα τα κατάφερνε.

Η πόλη όπου όλα μοιάζουν δυνατά

Ο Νόρτον φτάνει στο Σαν Φρανσίσκο το 1849, την εποχή του πυρετού του χρυσού. Γεννημένος στην Αγγλία και μεγαλωμένος στη Νότια Αφρική, βρίσκει στην Καλιφόρνια μια πόλη που μεγαλώνει με την ταχύτητα της προσδοκίας.

Οι χρυσοθήρες χρειάζονται τρόφιμα, αποθήκες, καταλύματα. Γύρω από την αναζήτηση του πολύτιμου μετάλλου στήνεται μια ολόκληρη οικονομία.

Ο Νόρτον δραστηριοποιείται στο εμπόριο και στα ακίνητα. Αποκτά περιουσία, κοινωνικές γνωριμίες, πρόσβαση στους κύκλους των επιτυχημένων επιχειρηματιών.

Το ακριβές ύψος του πλούτου του παραμένει αβέβαιο. Όπως επισημαίνει το Emperor Norton Trust, ο συχνά επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός ότι έφτασε να διαθέτει 250.000 δολάρια στηρίζεται σε μεταγενέστερη, ατεκμηρίωτη αφήγηση. Η ευμάρειά του, πάντως, είναι πραγματική. Το ίδιο θα είναι και η πτώση του.

Το στοίχημα των 25.000 δολαρίων

Τον Δεκέμβριο του 1852, ο Νόρτον βλέπει την ευκαιρία στο ρύζι. Οι υψηλές τιμές κάνουν ένα μεγάλο φορτίο από το Περού να φαίνεται εξαιρετική αγορά. Στις 22 Δεκεμβρίου, η επιχείρησή του συμφωνεί να αγοράσει 200.000 λίβρες ρυζιού —περίπου 91 τόνους— αντί 25.000 δολαρίων. Η προκαταβολή είναι 2.000 δολάρια.

Η προσδοκία είναι απλή: αγοράζει μεγάλη ποσότητα και υπολογίζει να την πουλήσει ακριβότερα σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά.

Μόνο που τα πλοία συνεχίζουν να καταφθάνουν. Νέα φορτία αυξάνουν την προσφορά και συμπιέζουν τις τιμές. Η αγορά που υποτίθεται ότι θα τον έκανε πλουσιότερο μετατρέπεται σε παγίδα.

Η ιστορική έρευνα στα ναυτιλιακά δελτία της εποχής δείχνει, μάλιστα, ότι οι εισαγωγές δεν είχαν σταματήσει ούτε πριν από το στοίχημά του: η έλλειψη δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο θέλει ο μεταγενέστερος θρύλος.

Ο Νόρτον αρνείται να καταβάλει το υπόλοιπο τίμημα, υποστηρίζοντας ότι το εμπόρευμα είναι κατώτερης ποιότητας από εκείνη που του είχαν υποσχεθεί. Οι προμηθευτές προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη.

Ακολουθεί μια εξαντλητική δικαστική διαμάχη. Η απαίτηση των πιστωτών απλώνεται και στην ακίνητη περιουσία του. Η υπόθεση στρέφεται εναντίον του και το 1856 δηλώνει αφερεγγυότητα. Το ρύζι έχει γίνει η αφετηρία της οικονομικής του καταστροφής.

Wikimedia Commons

Μια αυτοκρατορία στην τρίτη σελίδα

Τρία χρόνια αργότερα, το όνομά του επιστρέφει στις εφημερίδες με καινούργιο τίτλο. Η διακήρυξη της 17ης Σεπτεμβρίου δημοσιεύεται στην τρίτη σελίδα της Bulletin.

Στη συνέχεια ανατυπώνεται και εκτός Σαν Φρανσίσκο, φτάνοντας έως τη Νέα Ορλεάνη και το Κονέκτικατ. Ο αυτοδιορισμός αποκτά αναγνώστες, έστω και αν δεν αποκτά καμία θεσμική ισχύ.

Ο νέος «αυτοκράτορας» καταπιάνεται γρήγορα με τις κρατικές υποθέσεις. Ζητά την κατάργηση του Κογκρέσου. Όταν η εντολή του αγνοείται, καλεί τον στρατό να το εκκενώσει.

Στην Ουάσιγκτον, φυσικά, δεν αλλάζει τίποτα. Στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο, όμως, ο Νόρτον αποκτά μια καινούργια υπόσταση.

Ο μονάρχης που ζει από την καλοσύνη των «υπηκόων» του

Με στρατιωτική στολή και επιβλητικό ύφος, γίνεται αναγνωρίσιμη παρουσία στην πόλη. Φίλοι και υποστηρικτές βοηθούν με το ενοίκιο και το φαγητό του. Ταξιδεύει δωρεάν σε τρένα και πλοία. Χαρτονομίσματα που εκδίδονται στο όνομά του γίνονται δεκτά σε ορισμένα καταστήματα.

Γύρω του αναπτύσσεται και ένα μικρό εμπόριο αναμνηστικών. Ο χρεοκοπημένος έμπορος έχει γίνει ο ίδιος αξιοθέατο.

Στη σχέση της πόλης μαζί του συνυπάρχουν η διασκέδαση, η εμπορική ευκαιρία και η έμπρακτη φροντίδα. Ο τίτλος του δεν έχει νομική αξία, αλλά του εξασφαλίζει κάτι πολύ συγκεκριμένο: αναγνώριση και βοήθεια στην καθημερινή επιβίωση.

Διατάγματα με περισσότερη ανθρωπιά από την εποχή τους

Σε μια περίοδο έντονης εχθρότητας απέναντι στους Κινέζους μετανάστες, ο Νόρτον καταδικάζει τις διακρίσεις και τη βία εναντίον τους.

Οι θέσεις αυτές καταγράφονται σε δημοσιευμένες διακηρύξεις του επί μία δεκαετία. Μετά τη σφαγή Κινέζων στο Λος Άντζελες το 1871, ζητά την τιμωρία των υπευθύνων.

Το 1872 ζητά επίσης να κατασκευαστεί γέφυρα που θα συνδέει το Σαν Φρανσίσκο με το Όκλαντ.

Δεν είναι ο μοναδικός που έχει σκεφτεί αυτή τη σύνδεση: σχετικές προτάσεις συζητούνται ήδη. Τις παρακολουθεί, τις υιοθετεί και τους δίνει τη μορφή αυτοκρατορικής εντολής. Ο άνθρωπος που δεν ελέγχει ούτε τον προσωπικό του προϋπολογισμό ασχολείται με τις υποδομές ολόκληρου του κόλπου.

Η τελευταία υπόκλιση

Στις 8 Ιανουαρίου 1880, ο Νόρτον καταρρέει σε δρόμο του Σαν Φρανσίσκο και πεθαίνει. Παραμένει φτωχός.

Για να έχει αξιοπρεπή κηδεία, χρειάζεται για τελευταία φορά τη βοήθεια άλλων. Ο επιχειρηματίας Τζόζεφ Ίστλαντ παραχωρεί χώρο ταφής και κινητοποιεί μέλη του Pacific Club για να καλυφθούν τα έξοδα.

Η San Francisco Chronicle αποχαιρετά τον αυτοανακηρυγμένο μονάρχη με τον τίτλο «Le Roi est Mort» — «Ο βασιλιάς πέθανε».

Ο Νόρτον δεν ξανακερδίζει την περιουσία του. Δεν κυβερνά την Αμερική. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, όμως, βρίσκει χώρο μέσα σε μια πόλη που θα μπορούσε εύκολα να τον είχε αφήσει στο περιθώριο.

Το πιο παράξενο στην ιστορία του είναι ίσως αυτό: αυτοκράτορα ανακηρύσσει ο ίδιος τον εαυτό του. Τη θέση του ανάμεσα στους ανθρώπους τού τη δίνουν οι άλλοι.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο