Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

CNNi: Η «Πύλη των Δακρύων» της Υεμένης: Πώς η θαλάσσια οδός μετατράπηκε στο «κρυφό χαρτί» του Ιράν

Το στενό Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, που μεταφράζεται σε «Πύλη των Δακρύων», είναι ένα κομβικό θαλάσσιο πέρασμα ανοικτά της Υεμένης που χωρίζει την Αραβική Χερσόνησο από την Αφρική.

Στα βόρεια, συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό. Στα νότια, παρέχει πρόσβαση στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.

Πριν από τις τρέχουσες συγκρούσεις, από αυτό το πέρασμα διακινούνταν περίπου το 30% της παγκόσμιας μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.

Αυτοκίνητα, έπιπλα, τρόφιμα, ενέργεια όλα μεταφέρονται μέσα από ένα πέρασμα με πλάτος μόλις 20 μιλίων περίπου στο στενότερο σημείο του. Αν δεν ήταν εφικτή η διέλευση από αυτό το σημείο τα πλοία που ταξιδεύουν μεταξύ Ασίας και Ευρώπης αναγκάζονται να κάνουν τον γύρο της νότιας Αφρικής και του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, προσθέτοντας χιλιάδες μίλια και ημέρες ταξιδιού στη διαδρομή και αυξάνοντας το κόστος των εμπορευμάτων.

Η συνεχιζόμενη σύγκρουση με το Ιράν έχει στρέψει την προσοχή στα Στενά του Ορμούζ και στην εξάρτηση του κόσμου από τη ροή ενεργειακών πόρων μέσω αυτού.

Το Ιράν έχει επιτεθεί σε πλοία στο Ορμούζ για να ασκήσει πίεση στην Ουάσιγκτον ώστε να σταματήσει τον πόλεμο και να επιδιώξει την ειρήνη. Πρόκειται για μια τακτική που το Ιράν τελειοποίησε πριν από χρόνια στο Μπαμπ αλ-Μαντέμπ — και είναι έτοιμο να επαναλάβει, μετά τη νέα επίθεση που εξαπέλυσε μόλις την περασμένη εβδομάδα η συμμαχική του ένοπλη οργάνωση στην Υεμένη.

 

Η προέλευση του ονόματος «Μπαμπ αλ-Μαντέμπ»

Η ονομασία «Μπαμπ αλ-Μαντέμπ» μεταφράζεται κατά λέξη ως «Πύλη των Δακρύων». Ορισμένοι θρύλοι αποδίδουν το όνομα σε αρχαίους σεισμούς και πλημμύρες που χώρισαν την Αφρική από την Αραβία, προκαλώντας τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων. Όποια κι αν είναι η ακριβής προέλευσή της, η τοποθεσία δεν φημίζεται για κάτι καλό.

Το Ιράν εκμεταλλεύεται την ευκαιρία

Από το 1979, η κυβέρνηση του Ιράν επιδιώκει να επεκτείνει την ιδεολογία και την επιρροή της σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, κυρίως μέσω των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και της επίλεκτης Δύναμης Κουντς – που σημαίνει κυριολεκτικά «Δύναμη της Ιερουσαλήμ» – η οποία εκπαιδεύει και εξοπλίζει ένοπλες ομάδες σε όλη την περιοχή.

Τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Τη Χαμάς και την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ στη Γάζα. Πολιτοφυλακές στο Ιράκ που έχουν εξαπολύσει επανειλημμένες επιθέσεις κατά αμερικανικών δυνάμεων, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας. Και, όλο και περισσότερο, τους Χούθι στην Υεμένη.

Η στρατηγική είναι απλή: η οικοδόμηση ένοπλων δικτύων σε αδύναμα ή κατακερματισμένα κράτη, μία κίνηση που θα προσδώσει στην Τεχεράνη στρατηγικό βάθος και δυνατότητα άσκησης πίεσης, χωρίς να χρειάζεται να εμπλακεί η ίδια άμεσα σε συγκρούσεις.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και οι περιφερειακές εταιρικές σχέσεις που βασίζονται στη συνεργασία με τις ΗΠΑ – ιδίως αυτή με τη Σαουδική Αραβία – αποτελούν εδώ και καιρό βασικούς στόχους.

Η ιστορία της Υεμένης

Η Υεμένη, που βρίσκεται ακριβώς νότια της Σαουδικής Αραβίας, ήταν χωρισμένη σε Βορρά και Νότο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και ενοποιήθηκε μόλις το 1990. Ωστόσο, η ενοποίηση δεν γεφύρωσε ποτέ πλήρως τις βαθιές πολιτικές, φυλετικές και περιφερειακές διαιρέσεις.

Το κίνημα των Χούθι αναδύθηκε στη βόρεια Υεμένη στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τη δεκαετία του 1990, μέσα από ένα κίνημα αναβίωσης του Ζαϊντισμού που είναι κλάδος του Σιιτικού Ισλάμ. Υπό την ηγεσία του Χουσεΐν αλ-Χούθι, το κίνημα απέκτησε πολιτικό και ένοπλο χαρακτήρα βάζοντας στο στόχαστρο τη κεντρική κυβέρνησης της Υεμένης.

Αργότερα, η οργάνωση υιοθέτησε την ονομασία «Ανσάρ Αλλάχ» και ένα επίσημο σύνθημα, εμπνευσμένο από το Ιράν, το οποίο κάθε άλλο παρά διακριτικό ήταν:

«Ο Θεός είναι μεγάλος. Θάνατος στην Αμερική. Θάνατος στο Ισραήλ. Κατάρα στους Εβραίους. Νίκη στο Ισλάμ».

Το 2014, οι Χούθι κατέλαβαν τη Σαναά, την πρωτεύουσα της Υεμένης, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να υποχωρήσει προς τον νότο και προκαλώντας τελικά μια στρατιωτική επέμβαση υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας.

Το Ιράν δεν δημιούργησε τους Χούθι, οι οποίοι διατηρούν τα δικά τους συμφέροντα και τις δικές τους φιλοδοξίες. Ωστόσο, τα ιρανικά όπλα, τα εξαρτήματα πυραύλων, τα drones, καθώς και η παροχή εκπαίδευσης και τεχνικής τεχνογνωσίας, συνέβαλαν στη μετατροπή μιας τοπικής εξέγερσης σε δύναμη με παγκόσμια εμβέλεια.

Η μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής

Λίγο προτού αναλάβει καθήκοντα ο Τζο Μπάιντεν η Υεμένη αποτελούσε ζήτημα άμεσης προτεραιότητας.

Ο εμφύλιος πόλεμος εισερχόταν στο έβδομο έτος του και η ανθρωπιστική κατάσταση ήταν φρικτή, ιδίως στις περιοχές που ελέγχονταν από τους Χούθι, οι οποίοι διοχέτευαν πόρους στον πόλεμο, ενώ βασίζονταν σε διεθνείς οργανισμούς για την παροχή βοήθειας στους αμάχους που βρίσκονταν στις περιοχές υπό τον έλεγχό τους.

Με τη σειρά του ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε χαρακτηρίσει τους Χούθι ως «ξένη τρομοκρατική οργάνωση». Οργανώσεις αρωγής προειδοποίησαν ότι η κίνηση αυτή έθετε σε νομικό κίνδυνο τις επιχειρήσεις παροχής βοήθειας και ενδεχομένως επιδείνωνε την ανθρωπιστική κρίση, η οποία είχε ήδη οξυνθεί λόγω των αεροπορικών πληγμάτων της Σαουδικής Αραβίας κατά των Χούθι στη Σαναά και σε άλλες περιοχές που έλεγχαν.

Σε απάντηση, η κυβέρνηση Μπάιντεν ανακάλεσε τον εν λόγω χαρακτηρισμό, τερμάτισε την αμερικανική υποστήριξη προς τις επιχειρήσεις της Σαουδικής Αραβίας – συμπεριλαμβανομένων ορισμένων πωλήσεων οπλισμού – και διόρισε ειδικό απεσταλμένο με στόχο την επίτευξη κατάπαυσης του πυρός και μιας πολιτικής διευθέτησης.

Περίπου την ίδια εποχή, ο αμερικανικός στρατός απέσυρε περιφερειακά μέσα, μετακινώντας την αεράμυνα από τη Σαουδική Αραβία και αντιτορπιλικά και ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων από τη Μέση Ανατολή. Η Ουάσιγκτον επικεντρώθηκε στη διπλωματία, αλλά χωρίς την στρατιωτική υποστήριξη που είναι συχνά απαραίτητη για την επιτυχία της.

Καθώς οι ΗΠΑ υποχώρησαν, το Ιράν διπλασίασε τις προσπάθειές του.

Προμήθευσε τους Χούθι μέσω παράνομων θαλάσσιων και χερσαίων οδών. Ιρανοί αξιωμαρούχοι και μέλη της Χεζμπολάχ βοήθησαν επίσης στη συναρμολόγηση και την κατασκευή εξελιγμένων όπλων, καθώς οι επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία εντάθηκαν.

Τον Απρίλιο του 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέβαλαν στη διαμεσολάβηση για την επίτευξη εκεχειρίας με κομβική να θεωρείται η επίσκεψη του προέδρου Μπάιντεν στη Σαουδική Αραβία εκείνο το καλοκαίρι. Τότε υπήρχε η ελπίδα ότι η εκεχειρία θα άνοιγε τον δρόμο για μια πιο μόνιμη πολιτική διευθέτηση.

Εκ των υστέρων, ωστόσο, φάνηκε ότι η εκεχειρία είχε σαν αποτέλεσμα οι Χούθι να αποκτήσουν το πλεονέκτημα. Το Ιράν συνέχισε να εκπαιδεύει και να εξοπλίζει τον πληρεξούσιο σύμμαχό του, προκειμένου να τον αξιοποιήσει στο πλαίσιο μιας ευρύτερης περιφερειακής στρατηγικής.

7η Οκτωβρίου: Η εμπλοκή των Χούθι

Το 2023, λίγο μετά τις σφαγές της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς και την ανταπάντηση του Ισραήλ στη Γάζα, οι ένοπλοι σύμμαχοι του Ιράν εισήλθαν στη σύγκρουση από διάφορα μέτωπα.

Η Χεζμπολάχ εξαπέλυσε πυρά από τον Λίβανο, ενώ πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν στο Ιράκ και τη Συρία επιτέθηκαν σε αμερικανικές δυνάμεις, προκαλώντας τον θάνατο Αμερικανών.

Από την Υεμένη, οι Χούθι εκτόξευσαν βαλλιστικούς πυραύλους και drones προς το Ισραήλ και επιτέθηκαν σε εμπορικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα και το στενό Μπαμπ αλ-Μαντέμπ. Ισχυριζόμενοι ότι ασκούν πίεση στο Ισραήλ για τη Γάζα, επιτέθηκαν στην πραγματικότητα σε πλοία που δεν είχαν καμία σχέση με τη σύγκρουση, με στόχο να διαταράξουν έναν σημαντικό εμπορικό διάδρομο.

Τον Ιανουάριο του 2024 μάλιστα οι Χούθι είχαν εξαπολύσει τη μεγαλύτερη μέχρι τότε επίθεσή τους εναντίον εμπορικών πλοίων και ναυτικών δυνάμεων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ στην Ερυθρά Θάλασσα, χρησιμοποιώντας drones, πυραύλους Κρουζ και βαλλιστικούς. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη επίθεση κατά του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το μήνυμα του Ιράν ήταν σαφές: σκόπευε να στηρίξει τις περιφερειακές του φιλοδοξίες και τη διπλωματική του στρατηγική με επιθέσεις εναντίον μας, αποφεύγοντας παράλληλα να αναλάβει άμεση ευθύνη.

Τότε ο πρόεδρος Μπάιντεν διέταξε τα πρώτα μεγάλης κλίμακας αμερικανικά πλήγματα κατά στρατιωτικών στόχων των Χούθι, με τη συνδρομή του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστραλίας, του Μπαχρέιν, του Καναδά και των Κάτω Χωρών. Η επιχείρηση συνεχίστηκε με διάφορες μορφές για περισσότερο από έναν χρόνο.

Σκληρά μαθήματα

Τότε η Ουάσιγκτον είχε διαπιστώσει με οδυνηρό τρόπο ότι η ηρεμία στην Υεμένη έκρυβε μια σημαντική στρατηγική μεταβολή.

Κατά τη διάρκεια των ετών που ο εμφύλιος πόλεμος είχε σε μεγάλο βαθμό σταματήσει, το Ιράν συνέβαλε στη δημιουργία μιας ένοπλης δύναμης ικανής όχι απλώς να απειλεί τη Σαουδική Αραβία ή να διεξάγει εμφύλιο πόλεμο εντός της Υεμένης, αλλά και να πλήττει το Ισραήλ και να κρατά όμηρο το παγκόσμιο εμπόριο όποτε το επέλεγε, κλείνοντας το στενό Μπαμπ αλ Μαντέμπ.

Πέρυσι, ο πρόεδρος Τραμπ επανέφερε τον χαρακτηρισμό των Χούθι ως τρομοκρατικής οργάνωσης και κλιμάκωσε τις αμερικανικές επιθέσεις εναντίον της ομάδας. Έπειτα από επτά εβδομάδες αμερικανικών πληγμάτων, το Ομάν μεσολάβησε για την επίτευξη μιας συμφωνίας: οι Ηνωμένες Πολιτείες θα σταματούσαν τους βομβαρδισμούς στόχων των Χούθι και οι αντάρτες θα σταματούσαν τις επιθέσεις κατά αμερικανικών πλοίων.

Η συμφωνία δεν κάλυπτε το Ισραήλ ή τη Σαουδική Αραβία, αλλά φάνηκε να επιβάλλει μια κάποια ηρεμία. Για ένα διάστημα.

Νέα αιφνιδιαστική επίθεση

Τα δεδομένα άλλαξαν και πάλι την περασμένη εβδομάδα. Σε μια ταχύτατη επίθεση κατά μήκος των ακτών της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα, οι δυνάμεις των Χούθι κατέλαβαν νέες θέσεις καθοριστικές για τον έλεγχο του Μπαμπ αλ-Μαντέμπ. Στη συνέχεια, σύμφωνα με πληροφορίες, πέρασαν στο νησί Μαγιούν – γνωστό και ως Πέριμ – το οποίο βρίσκεται στη μέση του στενού. Αλλά το κυριότερο είναι ότι έδειξαβν τις δυνατότητές τους.

Όχι ακόμα μια νέα πραγματικότητα

Προς το παρόν, τα πλοία εξακολουθούν να διέρχονται από το Μπαμπ αλ Μαντέμπ. Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι Χούθι ισχυρίζονται πως δεν επιθυμούν αντιπαράθεση μαζί μας και ότι θα επιτρέπουν τη διέλευση των πλοίων.

Ωστόσο, οι Χούθι δεν είναι υποχρεωμένοι να κλείσουν το στενό αύριο κιόλας. Η ικανότητά τους να κρατούν το πέρασμα «όμηρο» παρέχει στην Τεχεράνη ένα επιπλέον μέσο άσκησης πίεσης.

Είναι αυτή η νέα τάξη πραγμάτων;

Όχι απαραίτητα. Τα μέτωπα των συγκρούσεων στην Υεμένη μεταβάλλονται συχνά. Υπάρχουν αναφορές ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις προετοιμάζουν αντεπίθεση και ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να παρέχει πληροφορίες. Ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Brad Cooper, βρέθηκε πρόσφατα στη Σαουδική Αραβία για να αξιολογήσει την κατάσταση.

Ό,τι κι αν συμβεί στη συνέχεια, πάντως, οι Χούθι υπενθύμισαν για άλλη μια φορά στον κόσμο ότι βρίσκονται σε θέση να παραμείνουν – με την άμεση υποστήριξη του Ιράν – ένας αστάθμητος παράγοντας σε κάθε περιφερειακή διεκδίκηση ισχύος και επιρροής.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον δεν πρέπει ποτέ ξανά να συγχέει την ηρεμία με την ειρήνη.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο