Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

«Το Όνομα του Ρόδου»: Γιατί «κανείς δεν ήθελε» τον Σον Κόνερι για την ταινία

Η ταινία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά πριν από 40 χρόνια.

Το «Όνομα του Ρόδου», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά πριν από 40 χρόνια, αφορά την έρευνα για μια σειρά φόνων που έχουν διαπραχθεί στην κλειστή κοινωνία ενός μοναστηριού του 14ου αιώνα.

Στην ταινία, η οποία βασίζεται στο ομότιτλο best seller του Ουμπέρτο Έκο, πρωταγωνιστεί ο Σον Κόνερι ως Φραγκισκανός μοναχός.

Αν και σήμερα θεωρείται κλασική, η ταινία δυσκόλεψε πολύ τα στελέχη των αμερικανικών στούντιο. Όχι εξαιτίας των μοναχών, ούτε λόγω μιας ιδιαίτερα αμήχανης και ενοχλητικής ερωτικής σκηνής με τον 16χρονο Κρίστιαν Σλέιτερ, η οποία δεν θα περνούσε ποτέ σήμερα από το «φίλτρο» των intimacy coordinators.

Το πραγματικό πρόβλημα ήταν ο ίδιος Σον Κόνερι. «Κανείς δεν τον ήθελε», όπως λέει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης της ταινίας Ζαν Ζακ Ανό. «Έλεγαν: “Είναι ηθοποιός του παρελθόντος, είναι αδύνατο να συνεργαστείς μαζί του στα γυρίσματα… μπλα, μπλα, μπλα”».

Ο Ανό παραδέχεται ότι ούτε και ο ίδιος ήθελε τον Κόνερι. Πέρασε τέσσερα χρόνια στην προετοιμασία της ταινίας και είχε απορρίψει επανειλημμένα τον Κόνερι για τον ρόλο του πρωταγωνιστή, του Γουλιέλμου του Μπάσκερβιλ. Ο Έκο είχε βασίσει τον μοναχό-ντετέκτιβ στον Σέρλοκ Χολμς και στον Γουλιέλμο του Όκαμ, έναν σπουδαίο Φραγκισκανό στοχαστή. «Πρόκειται ήδη για έναν πολύ τολμηρό συνδυασμό», λέει ο Ανό. «Δεν μπορούσα να προσθέσω και τη διάσταση του Τζέιμς Μποντ».

Στη σκιά του Τζέιμς Μποντ

Ο Κόνερι ζούσε όντως στη σκιά του 007, ενός ρόλου και μιας ταύτισης που, όπως είναι γνωστό, κατέληξε να απεχθάνεται. Λίγοι θα μπορούσαν να φανταστούν ότι ένας ρόλος μοναχού θα τον βοηθούσε να απεγκλωβιστεί επιτέλους από τον Μποντ και να επαναπροσδιορίσει την εικόνα του ως ένας γοητευτικός άνδρας μεγαλύτερης ηλικίας και να κερδίσει αγαπημένους ρόλους σε ταινίες όπως «Οι Αδιάφθοροι» (1987), για την οποία κέρδισε το μοναδικό του Όσκαρ, ή «Ο Ιντιάνα Τζόουνς και η Τελευταία Σταυροφορία» (1989).

Πάντως, παρά την επιτυχία της στην Ευρώπη, το «Όνομα του Ρόδου» δυσκολεύτηκε να σημειώσει εισπρακτική επιτυχία στις ΗΠΑ. «Είναι από εκείνες τις ταινίες που θα ήθελα να είχαν δει περισσότεροι άνθρωποι», λέει ο Ρον Πέρλμαν, ο οποίος συμπρωταγωνίστησε στον ρόλο του Σαλβατόρε.

Προσωπικό στοίχημα

Αν και η ταινία αποτέλεσε μια καθοριστική επιλογή για την καριέρα του Κόνερι, για τον Ανό ήταν ένα προσωπικό στοίχημα και όνειρο ζωής. Ο ίδιος ήταν ήδη πολύ γνωστός στη γενέτειρά του, τη Γαλλία, χάρη στην πολεμική κωμωδία του 1976 «Ασπρόμαυρο σε Χρώμα», η οποία είχε κερδίσει Όσκαρ. Διεκδίκησε με πείσμα τα δικαιώματα του έργου του Έκο, καταφέρνοντας να τα αποσπάσει από μια ιταλική τηλεοπτική εταιρεία και απευθυνόμενος προσωπικά στον συγγραφέα. «Είπα στον Ουμπέρτο: “Αυτό το βιβλίο γράφτηκε για μένα!”», λέει ο Ανό γελώντας.

Ο Ανό φωτογράφιζε καθεδρικούς ναούς και μοναστήρια από τότε που απέκτησε την πρώτη του φωτογραφική μηχανή σε ηλικία 7 ετών, ενώ γνώριζε επίσης την αρχαία ελληνική και τη λατινική γλώσσα. «Θυμάμαι να λέω στον Ουμπέρτο ​​ότι ελάχιστοι σκηνοθέτες μπορούν να διαβάσουν Αριστοτέλη στα αρχαία ελληνικά», προσθέτει.

Σημειώνεται ότι το χαμένο χειρόγραφο του Αριστοτέλη «Περί Κωμωδίας» είναι η αφορμή των φόνων στην ασφυκτική μονή των Βενεδικτίνων, τόπο της πλοκής στο «Όνομα του ρόδου».

Την πρώτη φορά που συναντήθηκαν, ο Έκο απέτισε φόρο τιμής σε μια άλλη από τις μεγάλες λογοτεχνικές του πηγές έμπνευσης. «Ο Ουμπέρτο ​​κατέβηκε τη σκάλα κι είδα τη σκιά του – ήταν η σκιά του Σέρλοκ Χολμς!» λέει ο Ανό. «Φορούσε το χαρακτηριστικό καπέλο, κρατούσε την πίπα και φορούσε μια μακριά κάπα.»

Δυσκολίες στη χρηματοδότηση

Η χρηματοδότηση της ταινίας ήταν επίσης δύσκολη υπόθεση, αλλά ο Ανό βρήκε βοήθεια στο πρόσωπο του Γερμανού παραγωγού Μπερντ Άιχινγκερ. Είχε επίσης τη στήριξη μιας κορυφαίας ευρωπαϊκής ομάδας συντελεστών, στην οποία περιλαμβάνονταν ο διευθυντής φωτογραφίας Τονίνο Ντέλι Κόλι και η ενδυματολόγος Γκαμπριέλα Πεσκούτσι. «Συνολικά, είχαν κερδίσει 47 βραβεία Όσκαρ», λέει χαριτολογώντας ο Πέρλμαν.

Ο Ανό αναζήτησε μοναστήρια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ταινία, αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να κατασκευάσουν το δικό τους. Χρειαζόταν ένα μοναστήρι με πύργο – και μάλιστα ένα που θα μπορούσε να πυρπολήσει για το φινάλε της ταινίας. Το σκηνικό, που κατασκευάστηκε σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από τη Ρώμη, ήταν το μεγαλύτερο που είχε στηθεί στην Ιταλία μετά την ταινία «Κλεοπάτρα» (1963).

Ο πρωταγωνιστής

Εξίσου δύσκολο ήταν να βρεθεί ο πρωταγωνιστής. Ο Ανό επέμενε ότι ο Γουλιέλμος του Μπάσκερβιλ έπρεπε να είναι ένας άγνωστος ηθοποιός, ηλικίας γύρω στα πενήντα. Απέρριψε τον Μάικλ Κέιν, ενώ δεχόταν επανειλημμένα τηλεφωνήματα από τον ατζέντη του Κόνερι.

Ο Κόνερι είχε ήδη σημειώσει ορισμένες καλές κινηματογραφικές μετά την αποχώρησή του από τον ρόλο του Μποντ, όπως στις ταινίες «Ο Άνθρωπος που θα γινόταν Βασιλιάς» (1975) και «Μια Γέφυρα Πέρα από το Ποτάμι» (1977)–, αλλά είχε και μια σειρά από συμμετοχές σε αποτυχημένες ταινίες, όπως οι ταινίες «Zardoz» (1974), «Meteor» (1979), «Cuba» (1979) και «Outland» (1981).

Τελικά ενέδωσε και επέστρεψε στον ρόλο του 007 με την ανεξάρτητη ταινία «Ποτέ μην ξαναπείς ποτέ» (1983). Η εμπειρία αυτή ήταν τόσο απογοητευτική, ώστε απείχε από τον κινηματογράφο για σχεδόν τρία χρόνια.

Στη συνέχεια, καθώς ο Ανό δούλευε τα σχέδια για την ταινία στο Μόναχο, ο Μπερντ Άιχινγκερ ανακοίνωσε ότι ο Ανό είχε έναν επισκέπτη. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, ο Κόνερι έφτασε κρατώντας το σενάριο παραμάσχαλα. «Άκου, φίλε», είπε στον Ανό και άρχισε να διαβάζει. Ο Ανό εντυπωσιάστηκε αμέσως από το χάρισμα του Κόνερι.

Έτσι «έπεσε» ο Ανό, Οι υπόλοιποι ωστόσο δεν είχαν πειστεί ακόμα. Η αντίδραση του Έκο ήταν: «Ο 007 σε μοναστήρι;», ενώ η αντίδραση της συζύγου του —όπως θυμάται ο Ανό— θύμιζε σικελική κηδεία. «Εκεί όπου όλοι ξεσπούν σε κραυγές φρίκης και απόγνωσης», περιγράφει ο Ανό. «Αντέδρασε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο στον δρόμο: σικελικό δράμα!»

Παρόμοια ήταν και η αντίδραση της εταιρείας διανομής στις ΗΠΑ, της Columbia Pictures. Όταν ο Ανό ενημέρωσε ένα στέλεχος της Columbia ότι σκόπευε να δώσει τον ρόλο στον Κόνερι, εκείνος άρχισε να κακολογεί τον Σκωτσέζο ηθοποιό. «Ήταν τόσο αισχρές οι εκφράσεις του, που δεν μπορώ καν να τις προφέρω», λέει ο Ανό. Όταν ο Ανό αρνήθηκε να υποχωρήσει, το στέλεχος έσκισε το συμβόλαιο επί τόπου, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να συνεχίσει η ταινία χωρίς αμερικανική στήριξη.

Τελικά ο Κόντερι έδωσε μια ερμηνεία τεράστιας βαρύτητας στην ταινία, με τον Έκο να αναγνωρίζει το λάθος του. Βλέποντας μια πρώτη εκδοχή της ταινίας, ο συγγραφέας αγκάλιασε σφιχτά τον Ανό και παραδέχτηκε ότι είχε κάνει λάθος σχετικά με τον πρωταγωνιστή, χαρακτηρίζοντας τον Κόνερι «συγκλονιστικό».

Ο 16χρονος Σλέιτερ

Αν ο Κόνερι διεκδίκησε ο ίδιος και κέρδισε τον ρόλο του στην ταινία, ο Σλέιτερ προτάθηκε από τη μητέρα του, τη Μαίρη Τζο (γνωστή υπεύθυνη διανομής ρόλων), παρόλο που ο ρόλος απαιτούσε από τον 16χρονο να συμμετάσχει σε μια έντονη ερωτική σκηνή με τη Χιλιανή ηθοποιό Βαλεντίνα Βάργκας.

Ο Ανό ήθελε οι αντιδράσεις του Σλέιτερ να είναι απολύτως αυθεντικές, γι’ αυτό αρνήθηκε να αποκαλύψει στον νεαρό πώς θα εξελισσόταν η ερωτική σκηνή και έδωσε οδηγίες στη Βάργκας να την καθοδηγήσει. «Της εξήγησα κάθε κίνηση που έπρεπε να κάνει», θυμάται ο Ανό. «Να βγάλει πρώτα τα ρούχα της και μετά τα δικά του — πράγμα περίπλοκο λόγω της κουκούλας, καθώς είναι δύσκολο να βγει. Εκείνος ήταν εντελώς απροετοίμαστος».Ήταν άβολα για τον νεαρό Σλέιτερ; «Ναι, αλλά ήταν ό,τι έπρεπε για τη σκηνή», λέει ο Ανό. «Έβλεπα ότι ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν κοντά στο στήθος μιας γυναίκας. Η Βαλεντίνα ήταν πολύ σέξι. Εκείνος έτρεμε όταν τον έφερε κοντά στο στήθος της. Αλλά ακριβώς αυτό ήταν και το ωραίο της υπόθεσης».

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο