Υπάρχει μια φράση που, όσο περνά ο καιρός, μοιάζει να αποτυπώνει όλο και περισσότερο την πραγματικότητα που βιώνει η ελληνική κοινωνία: τα πολλά στους λίγους και τα λίγα στους πολλούς.
Αυτό, δυστυχώς, εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Την ώρα που η ελληνική οικογένεια δίνει καθημερινά μάχη για να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις ανάγκες της, η ακρίβεια, η έλλειψη προσιτής στέγης και τα προβλήματα στη δημόσια υγεία δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον.
Οι τιμές στο σούπερ μάρκετ, τα καύσιμα και η
ενέργεια έχουν γίνει δυσβάσταχτα. Ο μέσος Έλληνας βλέπει το εισόδημά του να εξανεμίζεται πολύ πριν τελειώσει ο μήνας. Μισθοί και συντάξεις δεν επαρκούν για να καλύψουν το κόστος μιας αξιοπρεπούς καθημερινότητας.
Και την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά της κοινωνίας, βλέπουμε μεγάλα έργα, μεγάλες συμβάσεις και μεγάλους οικονομικούς παίκτες να πρωταγωνιστούν.
Ο Ε65 και ο λογαριασμός που πρέπει να δούμε
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ε65.
Το 2007 η χρηματοδοτική συμβολή του Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε προσδιοριστεί στα 500 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ο συνολικός προϋπολογισμός της σύμβασης ήταν περίπου 1,6 δισ. ευρώ.
Σήμερα, μετά τις αναθεωρήσεις, τις αποζημιώσεις και τις πρόσθετες εργασίες, ο συνολικός λογαριασμός για το Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση υπολογίζεται περίπου στα 2,12 δισ. ευρώ.
Ο Ε65 είναι ασφαλώς ένα σημαντικό έργο υποδομής. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη χρησιμότητά του για την Κεντρική Ελλάδα και τη σύνδεση της χώρας.
Όμως το ερώτημα δεν είναι αν χρειαζόμαστε δρόμους.
Το ερώτημα είναι πόσο πληρώνουμε τελικά για αυτούς τους δρόμους και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό.
Γιατί όταν ένα έργο ξεκινά με έναν συγκεκριμένο οικονομικό σχεδιασμό και καταλήγει να επιβαρύνει το Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση με πολλαπλάσια ποσά, ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει με απόλυτη
διαφάνεια τι συνέβη.
Πόσο κόστισαν οι καθυστερήσεις;
Πόσο κόστισαν οι αποζημιώσεις;
Πόσο κόστισαν οι αναθεωρήσεις;
Πόσο κόστισαν οι πρόσθετες εργασίες;
Και, κυρίως, ποιος τελικά ωφελήθηκε και ποιος πλήρωσε;
Η ελεύθερη αγορά ή μια αγορά για λίγους;
Το ίδιο ερώτημα αφορά συνολικά την οικονομία.
Στην ενέργεια, στα καύσιμα, στα τρόφιμα, στα σούπερ μάρκετ, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται
αντιμέτωπη με ένα περιβάλλον όπου οι τιμές παραμένουν εξαιρετικά υψηλές.
Όταν σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας κυριαρχούν λίγοι μεγάλοι παίκτες, η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να εξασφαλίζει πραγματικό ανταγωνισμό και αποτελεσματικό έλεγχο της αγοράς.
Γιατί ελεύθερη αγορά χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό δεν είναι πραγματικά ελεύθερη αγορά.
Και όταν ο πολίτης πληρώνει συνεχώς ακριβότερα για τα βασικά αγαθά και τις βασικές υπηρεσίες, ενώ την ίδια στιγμή μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα ενισχύονται, τότε η κοινωνία δικαιούται να αναρωτηθεί αν οι κανόνες του παιχνιδιού είναι πραγματικά ίδιοι για όλους.
Και τα μέσα ενημέρωσης;
Υπάρχει ακόμη ένα κρίσιμο ζήτημα: η ενημέρωση.
Τα μεγάλα έργα παρουσιάζονται ως μεγάλες κυβερνητικές επιτυχίες. Και πράγματι, κάθε κυβέρνηση δικαιούται να παρουσιάζει το έργο της.
Όμως η δημοσιογραφία και η δημόσια συζήτηση δεν μπορούν να σταματούν στην κορδέλα των εγκαινίων.
Ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει και τον τελικό λογαριασμό.
Πρέπει να ξέρει όχι μόνο ότι κατασκευάστηκε ένας δρόμος, αλλά πόσο κόστισε. Πόσα χρήματα προήλθαν από τον κρατικό προϋπολογισμό. Πόσα από ευρωπαϊκούς πόρους. Πόσες αποζημιώσεις καταβλήθηκαν.
Ποιες αναθεωρήσεις έγιναν και για ποιο λόγο.
Αυτό δεν είναι αντιπολίτευση.
Είναι δημοκρατικός έλεγχος.
Τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;
Ας υποθέσουμε ότι ένα μέρος των πρόσθετων δαπανών μπορούσε να είχε περιοριστεί και ότι ένα ποσό, ακόμη και μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, κατευθυνόταν σε κοινωνικές ανάγκες.
Τι θα σήμαινε αυτό για τους συνταξιούχους;
Τι θα σήμαινε για την ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων;
Τι θα σήμαινε για τη δημόσια υγεία;
Τι θα σήμαινε για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσει η πολιτική.
Γιατί η ανάπτυξη δεν μπορεί να μετριέται μόνο σε χιλιόμετρα αυτοκινητοδρόμων και σε αριθμούς επενδύσεων.
Ανάπτυξη είναι να μπορεί ο συνταξιούχος να ζήσει αξιοπρεπώς.
Ανάπτυξη είναι να μπορεί μια οικογένεια να πληρώσει το ρεύμα της.
Ανάπτυξη είναι να μπορεί ένας νέος άνθρωπος να βρει σπίτι.
Ανάπτυξη είναι να έχει ο πολίτης πρόσβαση σε αξιοπρεπή δημόσια υγεία.
Αν όλα αυτά δεν συμβαίνουν, τότε κάτι στον τρόπο με τον οποίο μοιράζεται ο πλούτος και οι ευκαιρίες στη χώρα μας δεν λειτουργεί σωστά.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της πολιτικής
αντιπαράθεσης.
Δεν είναι δυνατόν, σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα, να συνεχίζεται η λογική σύμφωνα με την οποία οι ισχυροί παίρνουν τα περισσότερα και οι πολλοί καλούνται να αρκεστούν στα λιγότερα.
Η Ελλάδα χρειάζεται ανάπτυξη, αλλά χρειάζεται δίκαιη ανάπτυξη.
Χρειάζεται έργα, αλλά χρειάζεται διαφάνεια στα έργα.
Χρειάζεται επιχειρήσεις που κερδίζουν, αλλά χρειάζεται και κανόνες που προστατεύουν τον πολίτη.
Χρειάζεται οικονομική ανάπτυξη, αλλά πάνω απ’ όλα χρειάζεται κοινωνική δικαιοσύνη.
Γιατί στο τέλος της ημέρας το ερώτημα είναι απλό:
Ποιος παίρνει τα πολλά και ποιος πληρώνει τα λίγα;
Και όσο η απάντηση παραμένει ότι τα πολλά πηγαίνουν στους λίγους και τα λίγα στους πολλούς, τόσο η κοινωνική δυσαρέσκεια θα μεγαλώνει.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια οικονομία που ευημερεί μόνο στους αριθμούς.
Χρειάζεται μια οικονομία που να βελτιώνει πραγματικά τη ζωή των πολλών.
Γιατί τα πολλά στους λίγους και τα λίγα στους πολλούς δεν είναι ανάπτυξη. Είναι ανισότητα.