Μια ακόμη φανταστική ιστορία από την άγρια Δύση…
Του Strange Attractor
Στις ατέλειωτες εκτάσεις της άγριας Δύσης, εκεί όπου ο ήλιος έκαιγε ολημερίς, ο άνεμος σήκωνε σύννεφα σκόνης, και ο νόμος συχνά βρισκόταν στην κάννη ενός πιστολιού, ζούσε ένας άνθρωπος που είχε γίνει θρύλος για όλους τους νομοταγείς οικογενειάρχες πολίτες.
Ο παλιός και έντιμος σερίφης Άντονι Σάμαρ, γνωστός σε όλους ως «ο Αψηλός», είχε αποσυρθεί από τη δράση, και απολάμβανε την ηρεμία του στο μικρό αγρόκτημά του, στις άκρες της Νεβάδα.
Ο Άντονι είχε γράψει ιστορία πριν από μερικούς μήνες, όταν είχε σώσει το μικρό χωριό Μπλου Γκρικ από τη διαφθορά του καταχθόνιου και δειλού σερίφη Κουλ Μιτς, όπως είχε κάνει και πριν από 30 χρόνια σώζοντάς το από τον μπαμπά του, γνωστού και ως «ο εφιάλτης της Νεβάδα».
Πίστευε πως εκείνη η σκοτεινή εποχή της οικογενειακής διαφθοράς είχε τελειώσει οριστικά.
Όμως η Άγρια Δύση είχε έναν παράξενο τρόπο να φέρνει το παρελθόν ξανά μπροστά σου…
Έτσι, ένα πρωινό, ένας σκονισμένος καβαλάρης έφτασε κατάκοπος στο αγρόκτημα κρατώντας ένα τηλεγράφημα.
Ο Αψηλός το άνοιξε, και διάβασε με ανησυχία τα νέα…
Ο Κουλ Μιτς, που βρισκόταν φυλακισμένος και περίμενε να δικαστεί από τον περιφερόμενο δικαστή, είχε τελικά αφεθεί ελεύθερος ύστερα από μια (νυχτερινή) δίκη που πολλοί θα χαρακτήριζαν παρωδία.
Ακόμη χειρότερα, είχε επιστρέψει στο Μπλου Γκρικ και, μέσα από εκλογές που θεωρούνταν στημένες, είχε ξαναγίνει σερίφης με ποσοστό… 41%!!!!!!!!!!!!
Ο Άντονι δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ. Σέλωσε την πιστή του φοράδα, την Όλγα, πήρε τον παλιό του εξοπλισμό, τα εξάσφαιρά του δηλαδή, και ξεκίνησε αμέσως.
Μετά από δύο δύσκολες ημέρες ταξιδιού, έφτασε επιτέλους στο Μπλου Γκρικ.
Το θέαμα που αντίκρισε ήταν αποκαρδιωτικό.
Το άλλοτε ζωντανό χωριό είχε βυθιστεί στον φόβο.
Οι κάτοικοι μιλούσαν χαμηλόφωνα, περπατούσαν σκυφτοί, και απέφευγαν να κοιτούν τους ξένους στα μάτια.
Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες και κτηνοτρόφοι είχαν συμμαχήσει και πάλι με τον Κουλ Μιτς.
Με αντάλλαγμα χρήματα και μίζες, ο διεφθαρμένος σερίφης τούς προστάτευε, και ανάγκαζε τους απλούς πολίτες να εργάζονται δωρεάν στα ράντσα τους, σαν… δουλοπάροικοι.
Η κατάσταση ήταν ακόμη πιο απελπιστική, όχι μόνο επειδή ο Κουλ είχε καταφέρει να εξαγοράσει τον διαβλητό δικαστή, αλλά και επειδή οι άγριοι και ανυπότακτοι Ινδιάνοι της γύρω περιοχής συνεχώς παρενοχλούσαν τους κατοίκους, καταστρέφοντας σπαρτά και κλέβοντας γελάδια, με τον Κουλ Μιτς να μην κάνει τίποτα για να τους αποτρέψει, και να προστατεύσει το χωριό.
Εξ ου και πάρα πολλοί τον αποκαλούσαν απλά «δειλό»…
Φήμες μάλιστα τον ήθελαν και κουμπάρο(!) στον γάμο του αρχηγού της φυλής!
Έτσι, παρά τις κατηγορίες και τα εγκλήματά του, λόγω του δικαστή είχε αθωωθεί από τα πάντα, με τον απλό κοσμάκη να μη βλέπει πουθενά κάποια ελπίδα…
Ο Αψηλός αμέσως μόλις έφτασε στο χωριό προσπάθησε να οργανώσει τους κατοίκους. Πήγε στα σπίτια τους, μίλησε με τους εμπόρους, τους εργάτες, και τους μικρούς αγρότες. Τους θύμισε πως κάποτε είχαν σταθεί ενωμένοι απέναντι στην αδικία.
Μάταια…
Ο φόβος ήταν πιο δυνατός από την ελπίδα.
Κανείς δεν ήθελε να προκαλέσει τη μήνι του Κουλ Μιτς, και των πληρωμένων μπράβων του, που όλη μέρα μπεκρόπιναν, και πυροβολούσαν στον αέρα…
Τότε ο Άντονι κατάλαβε πως έπρεπε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μόνος του και κατά πρόσωπο.
Έστειλε λοιπόν μήνυμα στον Κουλ Μιτς, και τον κάλεσε σε μονομαχία στον κεντρικό δρόμο του Μπλου Γκρικ.
Το επόμενο μεσημέρι, όλο το χωριό παρακολουθούσε πίσω από μισόκλειστα παράθυρα και πόρτες.
Η ζέστη ήταν αφόρητη, και ο Κουλ Μιτς πνίγονταν στον ιδρώτα, κρυφοκοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά αν τον καλύπτουν οι μπράβοι του από τις οροφές των κτιρίων…
Από τη μία πλευρά λοιπόν στεκόταν ο Κουλ, κάθιδρος, φοβισμένος, και με τα διάφορα τικ του σε έξαρση.
Από την άλλη, ο Αψηλός, μόνος, ακίνητος και πάνω απ’ όλα… ψύχραιμος.
Η σιωπή ήταν απόλυτη. Το ίδιο και ο φόβος.
Όταν όμως ήρθε η στιγμή, τα πάντα έγιναν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Ο Άντονι Σάμαρ ήταν εξάλλου το πιο γρήγορο πιστόλι της Δύσης.
Ο Κουλ Μιτς δεν πρόλαβε να αντιδράσει, και η εποχή του τρόμου του τελείωσε εκεί, στον σκονισμένο κεντρικό δρόμο του χωριού, με τον Κουλ να κείτεται νεκρός στη σκόνη, και με μια ανοιχτή πληγή από σφαίρα στο μέτωπο, ανάμεσα στα γουρλωμένα του μάτια…
Για λίγες στιγμές κανείς δεν μιλούσε. Ύστερα, οι πολίτες βγήκαν από τα σπίτια τους και έτρεξαν να συγχαρούν τον άνθρωπο που τους είχε σώσει για δεύτερη, ή μάλλον τρίτη φορά.
Ακόμη και οι διεφθαρμένοι γαιοκτήμονες και κτηνοτρόφοι, βλέποντας πως η εξουσία του Κουλ είχε καταρρεύσει οριστικά, έσπευσαν να υποβάλουν τα σέβη τους στον «Αψηλό»…
Οι άνανδροι πιστολέρο του Κουλ εγκατέλειψαν το χωριό το ίδιο βράδυ.
Ο Αψηλός, όμως, δεν έφυγε αμέσως. Αποφάσισε να μείνει στο Μπλου Γκρικ για μερικούς μήνες, ώστε να βεβαιωθεί ότι η τάξη, η δικαιοσύνη, και η ελευθερία θα επέστρεφαν οριστικά…
Και έτσι έγινε.
Η διαφθορά τελείωσε, οι κάτοικοι ξαναβρήκαν το θάρρος τους, και το Μπλου Γκρικ άρχισε πάλι να ζει ειρηνικά, μέσα στην ευημερία.
Μέχρι και οι «γείτονες» Ινδιάνοι πήραν το μήνυμα, και έπαψαν να απειλούν και να παρενοχλούν το χωριό…
Για δεύτερη φορά λοιπόν, ή μάλλον για τρίτη φορά, ο Άντονι Σάμαρ, ο θρυλικός Αψηλός, είχε σώσει το χωριό.
Και το όνομά του συνέχισε να ταξιδεύει με τον άνεμο στις ατέλειωτες πεδιάδες της Άγριας Δύσης, σπέρνοντας τον τρόμο στους απανταχού ανέντιμους κακοποιούς που ζούσαν από το έγκλημα, εξαπλώνοντας τη διαφθορά στους αθώους πολίτες…