Κάθε καλοκαίρι η Ελλάδα καίγεται και κάθε φορά εμφανίζονται άνθρωποι που συλλαμβάνονται για εμπρησμό και αμέσως ξεστομίζουν ιστορίες που ακούγονται σαν κακόγουστο ανέκδοτο.
Ο πιο πρόσφατος, ένας 59χρονος στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, κατηγορείται ότι έβαλε τουλάχιστον έξι φωτιές. Η δικαιολογία του; Ήθελε να «ξεθυμάνει» από τη δουλειά.
Πήρε ρεπό, ήπιε δύο ποτηράκια ρετσίνα, πήρε χαρτομάντιλα και άρχισε να ανάβει φωτιές «από βλακεία», για να ξεφορτωθεί την κούραση.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούμε τέτοιες ανοησίες. Άλλοι επικαλούνται οικογενειακά προβλήματα, ψυχολογική πίεση, «στιγμιαία τρέλα» ή την ανάγκη να ξεφύγουν από τη «δουλεία» της καθημερινότητας.
Σαν να πρόκειται για μια ιδιότυπη μορφή ψυχοθεραπείας που περνάει μέσα από καμένα δάση, κατεστραμμένες περιουσίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανθρώπινες ζωές.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι απλό και ενοχλητικό: πόσο βολικές είναι αυτές οι δικαιολογίες; Μήπως κάποιοι από αυτούς τους «δήθεν τρελούς» προτιμούν να εμφανιστούν ως απογοητευμένοι εργαζόμενοι ή διαταραγμένοι χαρακτήρες, παρά να αποκαλύψουν ποιος πραγματικά τους έδωσε την εντολή;
Η ιστορία έχει δείξει ότι πίσω από ορισμένους εμπρησμούς δεν κρύβεται μόνο η ατομική απερισκεψία ή η ψυχοπαθολογία. Κρύβονται συμφέροντα – οικοπεδικά, εργολαβικά, οικονομικά.
Και όσο οι συλληφθέντες επιμένουν σε προσωπικές ιστορίες «αποσυμπίεσης», τόσο πιο εύκολα μένουν στο απυρόβλητο όσοι μπορεί να βρίσκονται ένα ή δύο σκαλοπάτια ψηλότερα στην αλυσίδα.
Ακόμα πιο εξοργιστικό είναι το γεγονός ότι η αντιμετώπιση αυτών των πράξεων παραμένει συχνά ανεπαρκής. Παρά την αυστηροποίηση των ποινών τα τελευταία χρόνια – με προβλέψεις που φτάνουν έως και τα 20 χρόνια κάθειρξη και βαριά πρόστιμα – στην πράξη πολλοί εμπρηστές από πρόθεση αντιμετωπίζονται με επιείκεια, ψυχιατρικές γνωματεύσεις ή διαδικασίες που δεν αποτρέπουν κανέναν.
Η αμέλεια κυριαρχεί στις συλλήψεις, ενώ οι ηθελημένοι εμπρησμοί σπανίως οδηγούν σε περιστατικά παραδειγματικής τιμωρίας που θα έστελναν ξεκάθαρο μήνυμα.
Όταν κάποιος βάζει φωτιά σε δασική έκταση εν μέσω καύσωνα και υψηλού κινδύνου, δεν «ξεθυμαίνει». Διαπράττει έγκλημα με δυνητικά ανυπολόγιστες συνέπειες.
Και όσο η δικαιοσύνη και το κράτος επιτρέπουν να περνούν αυτές οι πράξεις με ελαφριά μεταχείριση ή να καλύπτονται πίσω από βολικές ιστορίες προσωπικής απελπισίας, τόσο θα συνεχίζουν να καίγονται τα δάση.
Η κοινωνία δεν αντέχει άλλους «κουρασμένους» που ανάβουν φωτιές για να ηρεμήσουν.
Αν θέλουμε πραγματική αποτροπή, χρειάζονται βαρύτατες και άμεσες ποινές – χωρίς εκπτώσεις και χωρίς αφελείς δικαιολογίες.