Στο εμπορικό λιμάνι του Ελσίνκι βρίσκεται το «Παλάτι», ένα κτίριο που κατασκευάστηκε για να λειτουργήσει ως το κύριο ξενοδοχείο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952 και σήμερα φιλοξενεί τα γραφεία του Teknologiateollisuus, ενός εργοδοτικού συνδέσμου των εταιρειών τεχνολογίας της χώρας. Εκεί άκουσα τη διευθύντρια δεξιοτήτων και κατάρτισης του συνδέσμου Λένα Πόντινεν να αναφέρει ένα νούμερο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση: 140.000. Τόσοι είναι οι καταρτισμένοι εργαζόμενοι που θα χρειαστεί να βρουν οι φινλανδικές επιχειρήσεις μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια. Οι εργαζόμενοι αυτοί δεν υπάρχουν στο δυναμικό της χώρας. Αν δεν τους βρουν, το ΑΕΠ τους θα συρρικνωθεί κατά 0,6%.
Πώς γίνεται αυτό; Αυτή ήταν η ερώτησή μου προς την κ. Πόντινεν εκείνο το βροχερό πρωινό. Η Φινλανδία υποτίθεται ότι έχει ένα καταπληκτικό εκπαιδευτικό σύστημα, τα καλύτερα σχολεία του κόσμου. Πώς είναι δυνατόν να μην μπορεί να βγάλει τους καταρτισμένους εργαζομένους που χρειάζεται η οικονομία της;
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Είχα βρεθεί στη Φινλανδία καλεσμένος του υπουργείου Εξωτερικών της χώρας, που τακτικά οργανώνει θεματικές αποστολές με δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο. Η Φινλανδία αλλά και άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης αποτελούν από πολλές απόψεις πρότυπο για τις δικές μας, τις προβληματικές, νότιες. Πώς το κάνουν; Τι νόμους περνούν αυτοί; Τι είδους μέτρα; Στη διάρκεια της επίσκεψης μας συνόδευσαν σε 18 προγραμματισμένα ραντεβού και μιλήσαμε συνολικά με περίπου 30 ανθρώπους, από υπουργούς και δημόσιους λειτουργούς μέχρι καθηγητές πανεπιστημίου και επιχειρηματίες. Εμαθα πολλά καινούργια πράγματα από αυτές τις συζητήσεις, μερικά εκ των οποίων δεν είχα υποπτευθεί καν. Και κατέληξα σε ένα βασικό, θεμελιώδες συμπέρασμα, πολύ διαφορετικό από αυτό που είχα στο μυαλό μου πριν. Πρώτα απ’ όλα, για το φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Πεφταστέρια της PISA
Από το 2000 που ο ΟΟΣΑ άρχισε να εξετάζει τις δεξιότητες των μαθητών γυμνασίου από δεκάδες χώρες του κόσμου σε θέματα όπως η κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες με το διάσημο πρόγραμμα PISA, η Φινλανδία έγινε διάσημη στα πέρατα της Γης. Οι μαθήτριες και οι μαθητές της χώρας τα πήγαν καλύτερα στον διαγωνισμό από όλους τους συνομηλίκους τους σε όλο τον κόσμο. Ολοι άρχισαν να συζητούν για το φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα και πώς και τα συστήματα άλλων χωρών μπορούν να το αντιγράψουν.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική παράμετρος εδώ: από το 2006 και μετά, οι δεξιότητες των 15χρονων Φινλανδών χειροτερεύουν. Ασφαλώς πρόκειται για ένα φαινόμενο παγκόσμιο – από το 2015 και μετά, οι δεξιότητες των παιδιών στις περισσότερες χώρες του κόσμου γίνονται χειρότερες, χρόνο με τον χρόνο, γενιά με τη γενιά. Αλλά στη Φινλανδία προηγήθηκε και είναι και πιο έντονο από ό,τι σε πολλές άλλες χώρες. Τα 15χρονα Φινλανδάκια το 2006 έπαιρναν κατά μέσον όρο βαθμό 548 στα μαθηματικά, αλλά τα αντίστοιχα του 2022 πήραν 484. Στην κατανόηση κειμένου ο μέσος όρος έπεσε στο ίδιο διάστημα από 547 σε 490. Στις φυσικές επιστήμες, από 563 (η υψηλότερη μέση βαθμολογία χώρας που έχει καταγραφεί ποτέ από τον ΟΟΣΑ) στο 511.
Ετήσια δαπάνη για κάθε μαθήτρια ή μαθητή: 4.000 ευρώ στην Ελλάδα, 10.000 ευρώ στη Φινλανδία
Αυτή η μεταβολή έχει αποδοθεί σε διάφορα αίτια: από τη μείωση των δαπανών για την εκπαίδευση στα μέσα της δεκαετίας του 2010 μέχρι μια μεγάλη, πολύ προοδευτική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που έδινε έμφαση στην ελευθερία και στην ατομική πρωτοβουλία των μαθητών, στη μείωση των εξετάσεων και στην εισαγωγή της τεχνολογίας στις τάξεις. Αυτή η μεταρρύθμιση σήμερα θεωρείται εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και πολλές από τις καινοτομίες της –όπως τα τάμπλετ και τα λάπτοπ στις τάξεις– σιγά σιγά περιορίζονται.
Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως η Φινλανδία έχει γίνει μια απλή χώρα. Μπορεί να έχει πέσει από την κορυφή, αλλά το εκπαιδευτικό της σύστημα εξακολουθεί να βγάζει μαθητές και μαθήτριες με δεξιότητες άνω του μέσου όρου. Θυμάστε τα σκορ των Φινλανδόπαιδων στην PISA του 2022, που αναφέραμε παραπάνω; Θέλετε να σας γράψω τα σκορ των Ελληνόπαιδων για την ίδια χρονιά; 430 στα μαθηματικά, 432 στην κατανόηση κειμένου, 441 στις φυσικές επιστήμες. Στην κλίμακα βαθμολόγησης της PISA, μια διαφορά 20-30 μονάδων αντιστοιχεί στις γνώσεις και τις δεξιότητες που αποκτά ένα παιδί μετά από φοίτηση ενός έτους στο σχολείο. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα τα παιδιά στην Ελλάδα είναι τόσο πίσω από τα παιδιά στη Φινλανδία, που είναι σαν να έχουν πάει δυόμισι χρόνια λιγότερα σχολείο. Γιατί; Τι ακριβώς κάνουν εκεί τόσο καλύτερα από ό,τι εμείς εδώ; Για να το μάθω, επισκέφθηκα ένα δημοτικό σχολείο του προαστίου Ταπανίλα στα βόρεια του Ελσίνκι.
Ζεστό φαγητό και χαμηλές κρεμάστρες
Δυόμισι εκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Αν θέλουμε να απλοποιήσουμε το θέμα και να συνοψίσουμε την απάντηση στις ερωτήσεις της προηγούμενης παραγράφου σε μόνο πέντε λέξεις, αυτές είναι οι πέντε λέξεις: Δυόμισι. Εκατομμύρια. Ευρώ. Το. Χρόνο.
Αυτό είναι το μπάτζετ για τη λειτουργία ενός δημοτικού σχολείου με διακόσιους πενήντα μαθητές στη Φινλανδία. Ξεναγηθήκαμε σε όλους τους χώρους του Ταπανίλα, μιλήσαμε με μαθητές και δασκάλους, είδαμε τις υποδομές και τις υπηρεσίες και, στο τέλος, είχαμε πάρει μια ιδέα για το πού πάνε αυτά τα λεφτά. Θα σας τα περιγράψω εδώ.
To δημοτικό σχολείο Ταπανίλα στεγάζεται σε ένα παλιό κτίριο, ψηλοτάβανο, με χώρους και άπλα, καθαρό αλλά και ταλαιπωρημένο, με την ανάγκη για ένα βαψιματάκι έντονη. Διαθέτει μέσα, όμως, τα πάντα. Τη ζεστασιά ενός χώρου φτιαγμένου για να χρησιμοποιηθεί κυρίως από παιδιά, άνετες τάξεις, εργαστήριο ξυλουργικής, ατελιέ ραπτικής, κλειστό γυμναστήριο και ένα μεγάλο εστιατόριο όπου κάθε μέρα σερβίρεται ζεστό φρεσκομαγειρεμένο φαγητό για όλες τις μαθήτριες και τους μαθητές (που μετά βοηθούν στην καθαριότητα του χώρου εκ περιτροπής). Το ετήσιο μπάτζετ του σχολείου καλύπτει όλο τον εξοπλισμό, το κόστος των εργαζόμενων στην κουζίνα του εστιατορίου και τα αναλώσιμα όλων αυτών των χώρων, αλλά και τα αναλώσιμα (τετράδια, γραφική ύλη, βιβλία) των μαθητών και των μαθητριών -κανένας γονιός δεν υποχρεώνεται να αγοράσει έστω κι ένα μολύβι για το παιδί του. Ό,τι χρειάζεται, υπάρχει στο σχολείο.
Το ετήσιο μπάτζετ καλύπτει, ακόμα, και το ανθρώπινο δυναμικό (17 δασκάλες και δασκάλους και 3 βοηθούς) καθώς και τις εκδρομές, τα λάπτοπ και τα τάμπλετ των παιδιών (που μένουν κλειδωμένα σε λόκερ και χρησιμοποιούνται μόνο σε προβλεπόμενες ασκήσεις) κι όλα τα έκτακτα έξοδα για γιορτές και δημιουργικές δράσεις. Τα χρήματα προέρχονται από το Δήμο, όχι από τον προϋπολογισμό του κράτους. Και ποιος τα διαχειρίζεται; Αυτό ρώτησα τη διευθύντρια Τίνα Τούλαρι. Μου απάντησε με μια χειρονομία: στρέφοντας τους αντίχειρες προς το μέρος της. Αυτή τα διαχειρίζεται. Είναι διευθύντρια/μάνατζερ ενός ημιαυτόνομου οργανισμού που λειτουργεί με όχι απεριόριστους αλλά επαρκείς πόρους και εργαλεία, ακολουθώντας βεβαίως ένα πρόγραμμα σπουδών και βασικές κατευθυντήριες από το κεντρικό κράτος, αλλά αντιμετωπίζοντας προβλήματα και σχεδιάζοντας δράσεις (και πληρώνοντας για τις δράσεις) αυτόνομα.
Η λέξη έχει σημασία. Στην PISA, εκτός από το εξετάζουν τις δεξιότητες των μαθητριών και των μαθητών, μετράνε και διάφορα άλλα στοιχεία του εκπαιδευτικού και του οικογενειακού περιβάλλοντος των παιδιών, για να καταλήξουν σε συμπεράσματα ως προς τους παράγοντες που επηρεάζουν τις επιδόσεις τους. Ένα από τα διαχρονικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα για εμάς είναι πως το εκπαιδευτικό σύστημα που προσφέρει τη λιγότερη αυτονομία στα σχολεία από τα συστήματα των περίπου 90 χωρών που συμμετέχουν στο διαγωνισμό, το λιγότερο αποκεντρωμένο, το πιο υδροκέφαλο από όλα -μα όλα- είναι το ελληνικό. Εδώ οι διευθυντές και οι διευθύντριες όχι απλά δεν διαχειρίζονται τον προϋπολογισμό του σχολείου, αλλά δεν μπορούν καν να πάρουν μόνοι ούτε τις πιο απλές αποφάσεις -πρέπει να έχουν την άδεια ή την έγκριση κάποιας ανώτερης αρχής, υποχρεωτικά.
Υπάρχουν, βεβαίως, και άλλες διαφορές. Για παράδειγμα, στο φινλανδικό σύστημα τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες εντάσσονται σε ξεχωριστές, πιο ολιγομελείς τάξεις. Τα παιδιά μεταναστών ή προσφύγων ή τα παιδιά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες με τη γλώσσα, μπαίνουν επίσης σε ξεχωριστή, ειδική τάξη. Μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία από την πιο συμπεριληπτική (και κατά την άποψη πολλών, πιο σωστή) φιλοσοφία των ελληνικών σχολείων. Στο Ταπανίλα, δε, απαγορεύτηκε η χρήση κινητών από τους μαθητές και τις μαθήτριες μόλις πέρυσι.
Θεμελιώδες, ωστόσο, μοιάζει να είναι το θέμα των χρημάτων, τόσο ως προς την διαχείριση, αλλά και ως προς το μέγεθος. Η Φινλανδία δαπανά πάνω από 10 χιλιάδες ευρώ το χρόνο για κάθε μαθήτρια ή μαθητή. Η Ελλάδα δαπανά κάτω από 4 χιλιάδες. Ακόμα κι αν λάβει κανείς υπόψιν τη διαφορά στο μέγεθος των οικονομιών, τις τιμές, τους μισθούς και τα κόστη, είναι μια απόσταση μεγάλη.
Βεβαίως, το θέμα είναι αρκετά πιο περίπλοκο από ένα νούμερο σε ευρώ. Κι άλλα πράγματα παίζουν ρόλο στις πολύ διαφορετικές επιδόσεις των παιδιών εκεί από ό,τι εδώ. Το ότι εκεί τα παιδιά ξεκινούν πρωτοβάθμια εκπαίδευση ένα χρόνο αργότερα, το ποιες και ποιοι γίνονται δασκάλες και δάσκαλοι (και με ποια κίνητρα), το πώς επανεκπαιδεύονται οι δασκάλες και οι δάσκαλοι, όλα παίζουν το δικό τους ρόλο. Και, βεβαίως, η αντίφαση παραμένει. Τα παιδάκια που αποφοίτησαν από το Ταπανίλα και δημοτικά σχολεία σαν αυτό το 2018 ή το 2019, συμμετείχαν στην PISA του 2022, και τα πήγαν χειρότερα από τις προηγούμενες φουρνιές. Κι αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα, το τόσο καλύτερο από το δικό μας, τελικά δεν βγάζει αρκετούς εργαζόμενους αρκετά καταρτισμένους για να καλύψουν τις ανάγκες της αγοράς. «Πώς γίνεται αυτό», είχα ρωτήσει την κυρία Πόντινεν του Συνδέσμου εταιριών τεχνολογίας, «τη στιγμή που έχετε τα καλύτερα σχολεία του κόσμου;» Θα σας πω τώρα τι μου απάντησε, και γιατί αυτή η απάντηση μου ξεκλείδωσε το πραγματικά χρήσιμο συμπέρασμα που αξίζει να κρατήσουμε εδώ.
«Δεν έχουμε τα καλύτερα σχολεία του κόσμου», μου είπε. «Έχουμε τα καλύτερα χειρότερα σχολεία του κόσμου».
Κι αυτό είναι το ζουμί της υπόθεσης. Αυτό είναι το νόημα. Δεν έχει τόση σημασία η PISA ή οι σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά. Ή μάλλον, έχουν σημασία, αλλά όχι τη μεγαλύτερη. Τη μεγαλύτερη σημασία την έχει το ότι, σύμφωνα με εκείνες τις συμπληρωματικές μετρήσεις της PISA, στη Φινλανδία εμφανίζεται ένας από τους χαμηλότερους δείκτες επίδρασης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των γονέων στις δεξιότητες και τις επιδόσεις των παιδιών. Στη χώρα δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου ιδιωτικά σχολεία (κυρίως ειδικού τύπου, ξενόγλωσσα ή θρησκευτικά και σχεδόν όλα ακολουθούν υποχρεωτικά το κρατικό πρόγραμμα σπουδών και είναι δωρεάν). Όλοι σε δημόσια σχολεία πάνε. Ο μέσος πολίτης γνωρίζει ότι το παιδί του πρωθυπουργού θα πάει στο σχολείο της γειτονιάς, το δημόσιο, μαζί με τα άλλα. Στην Ελλάδα υπάρχει μια κατηγορία παιδιών που στην PISA παίρνουν κατά μέσο όρο βαθμούς κοντά στο 500 -παρόμοιο, δηλαδή, με το μέσο όρο των παιδιών στη Φινλανδία. Ξέρετε ποια; Τα παιδιά που πηγαίνουν σε ελληνικό ιδιωτικό σχολείο. Εκεί, όμως, τα παιδιά από φτωχά νοικοκυριά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν ακριβώς την ίδια εκπαίδευση με τα παιδιά από τα πλούσια. Τα «χειρότερα» σχολεία στις «χειρότερες» περιοχές είναι πολύ καλά. Τα καλύτερα χειρότερα σχολεία του κόσμου. Αυτό δεν οδηγεί μόνο σε υψηλούς μέσους όρους στους διαγωνισμούς δεξιοτήτων ή σε περισσότερες τεχνολογικές startups ή στην ίδρυση μιας Nokia και μιας KONE. Οδηγεί κυρίως και σε ένα άλλο επίπεδο κοινωνικής συνοχής, στην ιδέα της κοινωνικής κινητικότητας κατοχυρωμένη ως δεδομένο συστατικό της ζωής στη χώρα και, τελικά, παίζει κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη ενός βαθμού ανθεκτικότητας (σε πιέσεις, σε εξωγενείς απειλές, στην παραπληροφόρηση, στην πόλωση) που ελάχιστες κοινωνίες στον κόσμο διαθέτουν.
Ισότητα
Αυτό, νομίζω, είναι το βασικότερο συμπέρασμα από τις συζητήσεις μου με τους ανθρώπους για τα σχολεία της Φινλανδίας: ότι μερικές φορές εστιάζουμε σε λάθος στόχους. Ότι οι δαπάνες για την δημόσια, δωρεάν παιδεία είναι μια επένδυση που δεν πρέπει να αποτιμάται μόνο σε βαθμούς στην PISA και πλήθος unicorns στην οικονομία, αλλά και στους δείκτες κοινωνικής κινητικότητας. Ίσως ο σωστός στόχος και για το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα να είναι αυτός: να φτάσουμε κάποια στιγμή στο σημείο να γνωρίζουμε ότι και τα παιδιά του πρωθυπουργού θα πάνε στο σχολείο της γειτονιάς, μαζί με τα δικά μας.

