Η κυβέρνηση ενεργοποιεί εντός του Ιουνίου τον… Μεγάλο Αδελφό που θα παρακολουθεί δάνεια, φόρους, χρέη στο Δημόσιο αλλά και λογαριασμούς ρεύματος, νερού και κινητών τηλεφώνων! Πώς θα λειτουργεί το Μητρώο Πιστοληπτικής Αξιολόγησης
Με τη νέα ενεργειακή κρίση να χτυπά ήδη τα ελληνικά νοικοκυριά και την ακρίβεια να έχει «σαρώσει» το διαθέσιμο εισόδημα, οι τράπεζες επιλέγουν να ενεργοποιήσουν ακόμα ένα εργαλείο πίεσης πάνω στα ήδη εξαντλημένα νοικοκυριά.
Η κυβέρνηση θέλει να δημιουργήσει έναν «υπερ-Τειρεσία» που θα βάζει μπλόκο σε κάθε οφειλέτη, καθώς μαζί με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) φτιάχνουν ένα τεράστιο δίκτυο ψηφιακών μητρών, που θα ελέγχουν από τις πληρωμές των δανείων και των φόρων έως και τους λογαριασμούς κινητών τηλεφώνων, ρεύματος και νερού!
Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες και συγκεκριμένα μέσα στον Ιούνιο αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή το Μητρώο Πιστοληπτικής Αξιολόγησης (ΜΠΑ), το οποίο θα συγκεντρώνει όλες τις οφειλές προς το Δημόσιο. Αυτό το μητρώο θα διασυνδεθεί με τη σειρά του με το νέο Μητρώο Παρακολούθησης Ιδιωτικού Χρέους (ΜΠΙΧ), το οποίο θα τηρείται στη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και σε αυτό θα καταχωρίζονται δεδομένα από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς παροχής πίστωσης (τράπεζες, Δημόσιο, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης και οι επιχειρήσεις τους, νομικά πρόσωπα κάθε μορφής), τα οποία θα καταγράφουν ανωνυμοποιημένες πληροφορίες για τις οφειλές φυσικών και νομικών προσώπων, ληξιπρόθεσμες και μη. Ειδικότερα θα καταγράφονται: η φύση της οφειλής, οι βασικοί όροι της οφειλής (αρχικό και τρέχον ύψος, προσαυξήσεις και πρόστιμα, διάρκεια αποπληρωμής, επιτόκιο) και οι τυχόν μεταβολές τους, οι εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις της οφειλής καθώς και η αποτίμησή τους, οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν, ο χρόνος των καταβολών και το τρέχον υπόλοιπο της οφειλής, ρυθμίσεις της οφειλής και πληροφορίες για την πορεία των δικαστικών διενέξεων μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών, μέτρα διοικητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης που λήφθηκαν, καθώς και η πορεία της δικαστικής προσβολής τους.
Όσο για τα στοιχεία για τους οφειλέτες που θα αντλεί το Μητρώο Παρακολούθησης Ιδιωτικού Χρέους, για μεν τα φυσικά πρόσωπα θα αφορούν δεδομένα όπως η ηλικία, ο τόπος κύριας κατοικίας και εργασίας και η επαγγελματική ιδιότητα, για δε τα νομικά πρόσωπα στοιχεία που προσδιορίζουν τον κλάδο δραστηριοποίησης, τον τόπο της έδρας του νομικού προσώπου και το μέγεθός του.
Το Μητρώο Παρακολούθησης Ιδιωτικού Χρέους θα λειτουργεί ως ο «πύργος ελέγχου», με «τροφοδότες» δεδομένων και από τα άλλα κέντρα ελέγχου και συγκεκριμένα τον Τειρεσία, το Κεντρικό Μητρώο Πιστώσεων της Τραπέζης της Ελλάδος και το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα της Ανεξάρτητης Αρχής Πιστοληπτικής Αξιολόγησης.
Εδώ και λίγους μήνες έχει τεθεί σε λειτουργία το Κεντρικό Μητρώο Πιστώσεων που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) και στην ουσία ελέγχεται από τον κεντρικό τραπεζίτη της χώρας και πρώην υπουργό Οικονομικών την περίοδο των σκληρών Μνημονίων και μετέπειτα διοικητή, που συναίνεσε στην είσοδο των ξένων funds και των servicers στην Ελλάδα, τα οποία αγόρασαν μαζικά και πάμφθηνα χιλιάδες δάνεια.
Το μητρώο παρουσιάζεται ως ένα «σύγχρονο ψηφιακό εργαλείο διαφάνειας», ωστόσο στην πραγματικότητα συνιστά ένα καθολικό «βαθμολόγιο» για κάθε πολίτη, ένα σύστημα οικονομικής επιτήρησης που λειτουργεί υπέρ των τραπεζών και των funds και εις βάρος της κοινωνίας, με την κυβέρνηση να παρουσιάζεται ως απλός παρατηρητής στις εξελίξεις.
Στο νέο αυτό μητρώο δεν περιορίζεται κανείς μόνο στα τραπεζικά δάνεια. Καταγράφονται οφειλές προς τράπεζες, εταιρίες διαχείρισης, αλλά και υποχρεώσεις καθημερινότητας: λογαριασμοί ρεύματος, νερού, τηλεφωνίας, ακόμα και ενοίκια. Δημιουργείται έτσι ένα πλήρες οικονομικό προφίλ για κάθε πολίτη – ένας «Μεγάλος Αδελφός» της οικονομικής ζωής, που θα γνωρίζει ανά πάσα στιγμή ποιος χρωστά, πόσο χρωστά και πού καθυστερεί.
Η λογική παραπέμπει ευθέως στο αμερικανικό μοντέλο του credit score. Ένα μοντέλο που έχει κατηγορηθεί διεθνώς ότι αναπαράγει ανισότητες, αποκλείει κοινωνικές ομάδες από χρηματοδότηση και παγιώνει έναν φαύλο κύκλο φτώχειας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα χαμηλό πιστωτικό σκορ μπορεί να σημαίνει αδυναμία ενοικίασης κατοικίας, ακριβότερη ασφάλιση έως και δυσκολία στην εύρεση εργασίας. Τώρα αυτό το μοντέλο επιχειρείται να εισαχθεί -έμμεσα αλλά σαφώς- και στην Ελλάδα.
Ο πολίτης που για ένα διάστημα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του δεν θα αντιμετωπίζεται ως ένας φορολογούμενος που επλήγη από μια κρίση, μια ασθένεια ή από μια απώλεια εργασίας, αλλά ως υψηλού ρίσκου οικονομική μονάδα.
Το σύστημα δεν εξετάζει κοινωνικά κριτήρια. Δεν θα καταγράφει, δηλαδή, αν ο δανειολήπτης έμεινε άνεργος, αν υπέστη μείωση μισθού, αν αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας. Δεν θα αξιολογεί τις αιτίες της καθυστέρησης, αλλά θα καταγράφει μόνο το γεγονός ότι ο φορολογούμενος διαθέτει οφειλή. Ακόμα και μια μικρή καθυστέρηση πληρωμής θα μπορεί να μεταφραστεί σε χειρότερους όρους δανεισμού, σε αυξημένα επιτόκια, δηλαδή σε περαιτέρω οικονομικό στραγγαλισμό.
Το όριο των 2.000 ευρώ
Στο Κεντρικό Μητρώο Πιστώσεων συλλέγονται σε μηνιαία βάση και αποθηκεύονται αναλυτικά δεδομένα για κάθε μορφής πίστωση, ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 2.000 ευρώ (ανά πιστωτή και ανά οφειλέτη) για φυσικά πρόσωπα και ατομικές επιχειρήσεις και του ποσού των 5.000 ευρώ (ανά πιστωτή και ανά οφειλέτη) για νομικά πρόσωπα. Τρέχουσες οφειλές κάτω από αυτά τα όρια δεν αναγγέλλονται στην Τράπεζα της Ελλάδος από τους πιστωτές, επομένως δεν εμφανίζονται στην Πιστωτική Έκθεση. Συνεπώς, αν υπάρχει μια οφειλή, για παράδειγμα, μιας πιστωτικής κάρτας με υπόλοιπο 1.800 ευρώ ή γενικότερες οφειλές κάτω από αυτά τα όρια δεν αναγγέλλονται στην Τράπεζα της Ελλάδος από τους πιστωτές, επομένως δεν εμφανίζονται στην Πιστωτική Έκθεση.
Τα είδη των πιστώσεων που συλλέγονται περιλαμβάνουν, ενδεικτικά, στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια, χρηματοδοτικές μισθώσεις (leasing) και συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), καθώς και τις παρεχόμενες εξασφαλίσεις των πιστώσεων αυτών, διασφαλίζοντας την εμπιστευτικότητα των δεδομένων και παρέχοντας σύγχρονες ψηφιακές υπηρεσίες πληροφόρησης.
Βραδυφλεγής «βόμβα» το ιδιωτικό χρέος
Πίσω από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις των τελευταίων ημερών για το ιδιωτικό χρέος, το οποίο φαίνεται ότι θα αποτελέσει το βασικό προεκλογικό διακύβευμα των επόμενων μηνών, κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα για εκατομμύρια Έλληνες πολίτες. Η ακρίβεια και το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο εξακολουθεί να συγκρίνεται με εκείνο της Βουλγαρίας, διογκώνουν, αντί να αποκλιμακώνουν τα χρέη προς την Εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους δήμους, τις τράπεζες, τα funds και τους servicers.
Χιλιάδες πολίτες δεν διαθέτουν πλέον καμία προστασία της πρώτης κατοικίας και απειλούνται με πλειστηριασμούς και εξώσεις, ενώ, παρά τα μέτρα που ανακοίνωσε πρόσφατα η κυβέρνηση για τη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων και την επέκταση του εξωδικαστικού μηχανισμού με εντάξεις χρεών άνω των 5.000 ευρώ (αντί των 10.000 ευρώ σήμερα), αδυνατούν να ρυθμίσουν τόσο τα νέα όσο και τα παλαιά χρέη τους. Ως αποτέλεσμα, βρίσκονται αντιμέτωποι με δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, ενώ τράπεζες και servicers συνεχίζουν να προχωρούν σε αιτήσεις επιβολής αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.
Άλλωστε η κυβέρνηση έχει καταργήσει εδώ και χρόνια την προστασία πρώτης κατοικίας, αποκρύπτοντας ότι η 1023/2019 οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του συμβουλίου ρητά προβλέπει τη δυνατότητα θέσπισης από τα κράτη-μέλη διατάξεων για προστασία της πρώτης κατοικίας των πολιτών μέσα στην εκάστοτε νομοθεσία περί πτωχεύσεων και ρύθμισης οφειλών.
Σε αυτό το πλαίσιο προστίθενται νέα στοιχεία που δείχνουν ότι, παρά τη συνεχή υποχώρηση των «κόκκινων» δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς, ολοένα και περισσότεροι δανειολήπτες δυσκολεύονται να παραμείνουν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, ενώ οι ρυθμίσεις εμφανίζουν πλέον σαφή σημάδια κόπωσης.
Πρόκειται για «βόμβα» στα θεμέλια της πραγματικής οικονομίας που είναι έτοιμη να σκάσει, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να τοποθετεί κάτω από το… χαλί το πρόβλημα, κρατώντας πολίτες και επιχειρήσεις «ομήρους» σε έναν κυκεώνα χρεών, αντιμετωπίζοντάς τους με λύσεις επιδομάτων και αδιέξοδων ρυθμίσεων.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος αποτυπώνουν τη στρατηγική αποφόρτισης των τραπεζών από τα λεγόμενα «κόκκινα» δάνεια. Το συνολικό χαρτοφυλάκιο δανείων αυξήθηκε από 158,8 δισ. ευρώ σε 171,9 δισ. ευρώ, ωστόσο η σημαντικότερη μεταβολή αφορά τη σύνθεση των δανείων.
Τα εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν αισθητά, από 152,8 δισ. ευρώ σε 166,2 δισ. ευρώ, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα περιορίστηκαν από 5,99 δισ. ευρώ σε 5,68 δισ. ευρώ.
Πίσω από αυτή τη βελτίωση, ωστόσο, δεν κρύβεται απαραίτητα μια θεαματική ανάκαμψη της δυνατότητας αποπληρωμής των δανειοληπτών. Αντιθέτως, σημαντικό μέρος της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αποδίδεται στις μαζικές πωλήσεις χαρτοφυλακίων σε επενδυτικά funds, τα οποία αποκτούν δάνεια σε τιμές που συχνά αντιστοιχούν ακόμα και στο 5% έως 10% της αρχικής τους αξίας.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι τα δάνεια αβέβαιης είσπραξης εξακολουθούν να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας τα 1,95 δισ. ευρώ, ενώ τα δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ. Από αυτά περίπου 1,34 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές που παραμένουν σε καθυστέρηση για περισσότερο από έναν χρόνο – στοιχείο που δείχνει ότι σημαντικό μέρος των οφειλετών εξακολουθεί να βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών του.
Παράλληλα, οι καταγγελμένες απαιτήσεις αυξήθηκαν από 1,58 δισ. ευρώ σε 1,67 δισ. ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει ότι οι τράπεζες συνεχίζουν να προχωρούν σε πιο επιθετικές κινήσεις διαχείρισης προβληματικών χαρτοφυλακίων. Όταν ένα δάνειο καταγγέλλεται, ουσιαστικά θεωρείται ότι η σχέση μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη έχει οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο, ανοίγοντας τον δρόμο για νομικές ενέργειες, πλειστηριασμούς ή πώληση της απαίτησης σε τρίτους.
Κομβικό ρόλο στη νέα αυτή πραγματικότητα διαδραματίζουν οι servicers, δηλαδή οι εταιρίες που αναλαμβάνουν τη διαχείριση των δανείων για λογαριασμό των funds. Τα τελευταία χρόνια έχουν αποκτήσει ιδιαίτερα ισχυρή θέση στην ελληνική οικονομία, αφού διαχειρίζονται πλέον δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ ιδιωτικού χρέους. Στην πράξη καθορίζουν τις ρυθμίσεις, τις αναδιαρθρώσεις και, σε αρκετές περιπτώσεις, τη στρατηγική αναγκαστικής είσπραξης απέναντι στους δανειολήπτες.
Παρά το γεγονός ότι τράπεζες και εταιρίες διαχείρισης υποστηρίζουν πως οι μεταβιβάσεις αυτές συμβάλλουν στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν λείπουν οι κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Πολλοί δανειολήπτες καταγγέλλουν ότι, ενώ τα δάνειά τους πωλούνται σε funds σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, οι ίδιοι δεν έχουν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν τις οφειλές τους με αντίστοιχους όρους.
Έτσι, ένα στεγαστικό ή επιχειρηματικό δάνειο που μεταβιβάζεται σε fund ακόμα και στο 10% ή 15% της αξίας του εξακολουθεί να διεκδικείται από τον οφειλέτη σχεδόν στο σύνολο της αρχικής απαίτησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα των ρυθμισμένων δανείων. Τα συνολικά ρυθμισμένα δάνεια υποχώρησαν από 5,46 δισ. ευρώ σε 4,05 δισ. ευρώ, ενώ τα ρυθμισμένα εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν αισθητά, από 3,4 δισ. ευρώ σε περίπου 2 δισ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να ερμηνευτεί με δύο τρόπους: είτε ως αποτέλεσμα επιτυχημένων ρυθμίσεων που οδήγησαν σε πλήρη εξυγίανση δανείων είτε -και πιθανότερα, σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς- ως συνέπεια περαιτέρω πωλήσεων και εκκαθαρίσεων χαρτοφυλακίων.
Την ίδια στιγμή τα ρυθμισμένα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα, κοντά στα 2 δισ. ευρώ, γεγονός που δείχνει ότι μεγάλο μέρος των ρυθμίσεων δεν καταφέρνει τελικά να επαναφέρει τους οφειλέτες σε σταθερή τροχιά αποπληρωμής.
Το μεγάλο «κόλπο» με τις πωλήσεις στα funds
Οι τράπεζες συγκεντρώνουν μεγάλα πακέτα «κόκκινων» δανείων -στεγαστικών, καταναλωτικών και επιχειρηματικών- και τα μεταφέρουν σε εταιρίες ειδικού σκοπού (SPVs). Στη συνέχεια τα χαρτοφυλάκια αυτά μετατρέπονται σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, δηλαδή σε ομόλογα, μέσω της διαδικασίας της τιτλοποίησης.
Τα ομόλογα αυτά χωρίζονται συνήθως σε τρεις κατηγορίες κινδύνου:
– senior notes, χαμηλού κινδύνου,
– mezzanine notes, μεσαίου κινδύνου,
– junior notes, υψηλού κινδύνου.
Οι επενδυτές -κυρίως ξένα funds- αποκτούν τα συγκεκριμένα ομόλογα σε χαμηλές τιμές, αναλαμβάνοντας το ρίσκο ανάκτησης των δανείων. Όσο μεγαλύτερο μέρος των απαιτήσεων καταφέρουν να εισπράξουν από τους δανειολήπτες ή μέσω ρευστοποιήσεων περιουσιακών στοιχείων τόσο υψηλότερη είναι η απόδοση της επένδυσής τους.
Καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία αυτή διαδραμάτισε το πρόγραμμα «Ηρακλής», μέσω του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο παρείχε εγγυήσεις στα senior ομόλογα των τιτλοποιήσεων. Με απλά λόγια, το κράτος εγγυήθηκε το ασφαλέστερο τμήμα των τιτλοποιημένων δανείων, ώστε οι τράπεζες να μπορέσουν να τα απομακρύνουν από τους ισολογισμούς τους χωρίς να καταρρεύσει η αξία τους στις αγορές.
Στην πράξη ένα στεγαστικό δάνειο αξίας 100.000 ευρώ μπορεί να μεταβιβαστεί μέσω τιτλοποίησης σε επενδυτικό fund αντί ενός μικρού ποσοστού της αξίας του, ακόμη και κάτω από τα 20.000 ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, ο δανειολήπτης εξακολουθεί να οφείλει σχεδόν το σύνολο του ποσού, μαζί με τόκους και προσαυξήσεις. Αυτή η διαφορά μεταξύ τιμής αγοράς και απαιτούμενης είσπραξης αποτελεί τη βασική πηγή κέρδους των funds. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα βρίσκεται ήδη υπό τη διαχείριση αυτών των εταιριών και όχι των ίδιων των τραπεζών.
Ο «χάρτης» των τραπεζικών δανείων
| Κατηγορία | 2024 | 2025 |
| Σύνολο δανείων | 158,79 δισ. € | 171,85 δισ. € |
| Εξυπηρετούμενα δάνεια | 152,8 δισ. € | 166,17 δισ. € |
| Μη εξυπηρετούμενα δάνεια | 5,98 δισ. € | 5,68 δισ. € |
| Αβέβαιης είσπραξης | 2,01 δισ. € | 1,94 δισ. € |
| Σε καθυστέρηση έως 90 ημέρες | 2,39 δισ. € | 2,06 δισ. € |
| Σε καθυστέρηση 91- 180 ημέρες | 310 εκατ. € | 362 εκατ. € |
| Σε καθυστέρηση 181- 360 ημέρες | 324 εκατ. € | 356 εκατ. € |
| Σε καθυστέρηση πάνω από 1 έτος | 1,76 δισ. € | 1,34 δισ. € |
| Καταγγελμένες απαιτήσεις | 1,58 δισ. € | 1,67 δισ. € |
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος
Τα δάνεια σε ρύθμιση
| Κατηγορία | 2024 | 2025 |
| Ρυθμισμένα δάνεια | 5,46 δισ. € | 4,05 δισ. € |
| Ρυθμισμένα εξυπηρετούμενα δάνεια | 3,4 δισ. € | 2,06 δισ. € |
| Ρυθμισμένα μη εξυπηρετούμενα δάνεια | 2,05 δισ. € | 1,99 δισ. € |
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος