Εύθραυστες οι ισορροπίες στις χώρες της Βαλκανικής Χερσονήσου. Οι συγκρούσεις στο Κοσσυφοπέδιο και οι εξελίξεις στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία
Τα Βαλκάνια υπήρξαν διαχρονικά μια περιοχή αντιφάσεων. Ένας τόπος όπου συναντήθηκαν πολιτισμοί, θρησκείες και αυτοκρατορίες, αλλά και μια γεωγραφική ζώνη που συχνά μετατράπηκε σε πεδίο πολιτικών συγκρούσεων και εθνικών ανταγωνισμών. Τρεις δεκαετίες μετά τους πολέμους της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας η περιοχή μοιάζει να εισέρχεται ξανά σε περίοδο πολιτικής αστάθειας και αβεβαιότητας. Οι εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο και στη Ρουμανία μετά και τις αλλαγές στη Βουλγαρία δείχνουν ότι η βαλκανική πραγματικότητα παραμένει εύθραυστη, παρά τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εδραιώσει ένα πλαίσιο σταθερότητας και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Στο Κοσσυφοπέδιο, η πολιτική κρίση έχει εξελιχθεί σε μόνιμο φαινόμενο. Εδώ και ενάμιση χρόνο η χώρα αδυνατεί να αποκτήσει θεσμική κανονικότητα, ενώ η αποτυχία εκλογής νέου προέδρου οδήγησε τελικά στη διάλυση του Κοινοβουλίου και την προκήρυξη νέων πρόωρων εκλογών τον Ιούνιο. Πρόκειται για τις τρίτες εκλογές μέσα σε μόλις 18 μήνες, γεγονός που αποκαλύπτει το βάθος της πολιτικής αστάθειας. Στο επίκεντρο της κρίσης βρίσκεται η σύγκρουση ανάμεσα στον πρωθυπουργό Άλμπιν Κούρτι και στην απερχόμενη πρόεδρο Βιόσα Οσμάνι. Το δίδυμο αυτό είχε παρουσιαστεί πριν από πέντε χρόνια ως η νέα πολιτική ελπίδα του Κοσσυφοπεδίου, εκπροσωπώντας μια γενιά που υποσχόταν μεταρρυθμίσεις, διαφάνεια και στενότερη σχέση με τη Δύση. Ωστόσο, η πολιτική τους συμμαχία αποδείχτηκε εύθραυστη. Η Οσμάνι επιδίωξε δεύτερη θητεία, αλλά ο Κούρτι απέσυρε τη στήριξή του, επικαλούμενος αδυναμία εξασφάλισης των απαιτούμενων ψήφων στο Κοινοβούλιο.
Πίσω από αυτή τη σύγκρουση πολλοί αναλυτές διακρίνουν βαθύτερες πολιτικές φιλοδοξίες και προσωπικούς ανταγωνισμούς. Η σχέση Κούρτι – Οσμάνι δεν στηρίχτηκε ποτέ σε πραγματική πολιτική συνοχή, αλλά περισσότερο σε μια συγκυριακή εκλογική συνεργασία. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις τους στην εξωτερική πολιτική και στις σχέσεις με τους διεθνείς εταίρους προκάλεσαν σταδιακά ένταση στο εσωτερικό της εξουσίας.
Ο Άλμπιν Κούρτι θεωρείται από πολλούς δυτικούς διπλωμάτες ένας λιγότερο προβλέψιμος ηγέτης, με πιο συγκρουσιακή στάση απέναντι τόσο στη Σερβία όσο και σε ορισμένες φορές απέναντι στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, η Βιόσα Οσμάνι θεωρείται πιο συνεργάσιμη και περισσότερο προσανατολισμένη στη διατήρηση ισχυρών δεσμών με τους δυτικούς συμμάχους. Αυτή η δυσαρμονία όχι μόνο αποδυνάμωσε το εσωτερικό πολιτικό μέτωπο του Κοσσυφοπεδίου, αλλά δημιούργησε και ερωτήματα σχετικά με τη συνέπεια της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Το αποτέλεσμα είναι ότι το Κοσσυφοπέδιο εμφανίζεται αδύναμο σε μια κρίσιμη συγκυρία. Ο διάλογος με τη Σερβία, που διεξάγεται υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει ουσιαστικά παγώσει, ενώ οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας καθυστερούν.
Την ίδια στιγμή, η κρίση στη Ρουμανία έρχεται να ενισχύσει το κλίμα αβεβαιότητας σε ολόκληρη τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Η κατάρρευση της κυβέρνησης του πρωθυπουργού Ιλίε Μπολοζάν έπειτα από ψήφο δυσπιστίας αποκάλυψε τις βαθιές πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις της χώρας. Η πτώση της κυβέρνησης Μπολοζάν έρχεται μόλις 10 μήνες μετά τον σχηματισμό τετρακομματικής συμμαχίας με στόχο την ανάσχεση της ανόδου της Ακροδεξιάς, η οποία ηττήθηκε οριακά σε μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων τα τελευταία δύο χρόνια. Η Ρουμανία, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, θεωρούνταν τα τελευταία χρόνια ένας από τους βασικούς πυλώνες σταθερότητας στην περιοχή. Ωστόσο, η πολιτική κρίση δείχνει ότι ούτε οι χώρες που έχουν ήδη ενταχθεί στους ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι προστατευμένες από την πολιτική πόλωση. Η ψήφος δυσπιστίας πέρασε με τη στήριξη της Συμμαχίας για την Ενότητα των Ρουμάνων (AUR), ενός κόμματος που ενισχύεται συνεχώς στις δημοσκοπήσεις εκφράζοντας εθνικιστικές και αντισυστημικές θέσεις. Η άνοδος του AUR προκαλεί ανησυχία στις Βρυξέλλες, καθώς ενδέχεται να οδηγήσει τη Ρουμανία σε πιο συγκρουσιακή πορεία απέναντι στην Ε.Ε. και στις ευρωπαϊκές πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η οικονομία
Η πολιτική αστάθεια έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την οικονομία. Το ρουμανικό νόμισμα υποχώρησε αισθητά έναντι του ευρώ, ενώ οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν σε επίπεδα ρεκόρ για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι επενδυτές ανησυχούν ότι η χώρα μπορεί να καθυστερήσει κρίσιμες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την εκταμίευση ευρωπαϊκών κονδυλίων δισεκατομμυρίων ευρώ. Η Ρουμανία αντιμετωπίζει ήδη το μεγαλύτερο δημοσιονομικό έλλειμμα στην Ε.Ε. και οποιαδήποτε παρατεταμένη πολιτική κρίση μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρότερες οικονομικές αναταράξεις.
Στη Βουλγαρία, ο νικητής των εκλογών Ρούμεν Ράντεφ έλαβε την εντολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης την Πέμπτη, μετά την άνετη νίκη του κόμματός του, «Προοδευτική Βουλγαρία», στις βουλευτικές εκλογές του περασμένου μήνα, τις όγδοες τα τελευταία πέντε χρόνια. Η πρόεδρος Ιλιάνα Γιότοβα προσέφερε την Πέμπτη στον Ράντεφ, έναν ευρωσκεπτικιστή πρώην πιλότο μαχητικού, τη θέση του πρωθυπουργού μετά τον διορισμό του από το κόμμα «Προοδευτική Βουλγαρία», το οποίο κέρδισε το 44,6% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές της 19ης Απριλίου.
Το -αποδυναμωμένο- ευρωπαϊκό όραμα
Οι εξελίξεις δείχνουν ότι τα Βαλκάνια εισέρχονται ξανά σε μια περίοδο γεωπολιτικής ρευστότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που για χρόνια επένδυσε στην ιδέα ότι η προοπτική ένταξης θα λειτουργούσε ως εργαλείο σταθεροποίησης, φαίνεται πλέον να χάνει μέρος της επιρροής της. Η κόπωση από τη διεύρυνση, οι καθυστερήσεις στις ενταξιακές διαδικασίες και οι εσωτερικές κρίσεις της ίδιας της Ε.Ε. έχουν αποδυναμώσει το ευρωπαϊκό όραμα στα Βαλκάνια. Μέσα σε αυτό το κενό ενισχύονται εθνικιστικές δυνάμεις, λαϊκιστές και περιφερειακές εντάσεις. Η Σερβία συνεχίζει να διατηρεί στενές σχέσεις με τη Ρωσία, ενώ η επιρροή τρίτων δυνάμεων, όπως η Τουρκία και η Κίνα, παραμένει έντονη στην περιοχή. Παράλληλα, τα κοινωνικά προβλήματα, η οικονομική ανασφάλεια και η απογοήτευση των πολιτών από το πολιτικό σύστημα δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για νέες κρίσεις. Τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται, φυσικά, στο χείλος μιας νέας πολεμικής σύγκρουσης, όπως τη δεκαετία του 1990. Ωστόσο, η αυξανόμενη πολιτική αστάθεια, η άνοδος ακραίων πολιτικών δυνάμεων και η αδυναμία των θεσμών να παράγουν σταθερές κυβερνήσεις συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό σκηνικό. Η «πολιτική φωτιά» που αρχίζει να εξαπλώνεται ξανά στην περιοχή μπορεί να μην έχει ακόμη λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, όμως οι σπίθες είναι ήδη ορατές.