Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Μαίνεται η κόντρα στον κλάδο της εστίασης

Του Κωνσταντίνου Σχοινά

Καλοκαίρι έρχεται, ένας οργασμός από μερεμέτια και ανακαινίσεις λαμβάνει χώρα αυτές τις εβδομάδες στις επιχειρήσεις των τουριστικών περιοχών και επικρατεί εν γένει μια ευχάριστη αναμπουμπούλα. Καθότι είχα προσφάτως την ευκαιρία να κάνω μια πολυήμερη περιήγηση στην πανέμορφη Πελοπόννησο, με τη ματιά του (εσωτερικού) τουρίστα έρχομαι να εξετάσω μια παρεξήγηση που ενσκήπτει συχνά στην ελληνική καθημερινότητα.

Αναφύεται, λοιπόν, στον πληθωρικό και ίσως υπερ-εκτεταμένο κλάδο της εστίασης μια κόντρα ανάμεσα… στο αυθεντικό και στο δήθεν, ανάμεσα στο λαϊκό και στο γκουρμεδιάρικο. Η κόντρα διεξάγεται συνήθως με εκατέρωθεν αφορισμούς, κατά την πάγια συνήθεια! Χρειάζεται να γίνεται κάτι τέτοιο;

Ας αρχίσουμε από το λαϊκό. Δεν υπάρχει καλά καλά πλέον το λαϊκό, από τη στιγμή που χάθηκαν οι λαϊκές τιμές! Για μια μερίδα του λαού θα χρειαστεί κανείς να καταβάλει ελάχιστα λιγότερα απ’ όσα κοστίζει κάποια κυριλέ μερίδα. Και τι, τέλος πάντων, είναι το γκουρμεδιάρικο; Καταρχάς, λέω γκουρμεδιάρικο διότι το γκουρμέ είναι κάτι πολύ εξειδικευμένο, εκείνες οι κατ’ ουσίαν πειραματικές μερίδες που θυμίζουν κουτσουλιές σε γιγάντια πιάτα και οι οποίες απασχολούν μικρές χούφτες εξίσου εξειδικευμένων δοκιμαστών στις πρωτεύουσες και τις μεγαλύτερες πόλεις των χωρών του κόσμου. Αυτό που είθισται, επομένως, να λέμε «γκουρμεδιάρικο» επισήμως ορίζεται μάλλον ως «δημιουργική ελληνική κουζίνα» και φιλοξενεί στις τάξεις του τόσο καλούς όσο και κακούς επαγγελματίες (όπως κάθε επαγγελματική ομάδα). Γιατί, όμως, το πάλαι ποτέ λαϊκό θεωρεί ότι κατέχει το μονοπώλιο στο πεδίο της γαστρονομικής αυθεντικότητας; Γιατί έτσι!

Στην πραγματικότητα μπορεί ενίοτε κάποιος να γευματίσει πολύ πιο αυθεντικά σε ένα εστιατόριο δημιουργικής ελληνικής κουζίνας, παρά σε ένα… αυθεντικό ελληνικό μαγαζί. Κι αυτό διότι το μενού είναι σε ανοιχτή συνομιλία με την παραδοσιακή γαστρονομία κάθε τόπου, τα υλικά είναι επώνυμα και μεταξύ των καλύτερων δειγμάτων της εγχώριας αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής και έτσι γίνεται πράξη κι ένα παλιό, πάγιο αίτημα: η εστίαση να απορροφά και να διαφημίζει τα ελληνικά διατροφικά προϊόντα. Δεν είναι αυτό φιλολαϊκό;

Κάπου εδώ να θυμίσουμε ότι για μερικούς… φανατικούς της «αυθεντικότητας», το αυθεντικό ταυτίζεται πάνω κάτω με τις ταβέρνες που έφεραν στη φωτεινή τους επιγραφή το λογότυπο της Coca Cola (!) και σέρβιραν τεμάχια κρέατος με 110% λιπαρά έκαστο. Κακοχωνεμένη έννοια της λαϊκότητας εκ μέρους όσων αναπολούν τέτοιου είδους επιχειρηματικότητα.

Φυσικά, πού καταλήγουμε; Ότι η διάκριση είναι εν πολλοίς τεχνητή, διότι οι καλές πρακτικές γίνονται σιγά σιγά κτήμα σε μεγάλο εύρος επιχειρήσεων εστίασης. Ποιότητα και ατόφια γεύση ελληνικής υπαίθρου μπορείς να βρεις και σε σουβλατζίδικα και σε εστιατόρια πεντάστερων ξενοδοχείων κι αυτό είναι ένα από τα καλά που επετεύχθησαν τις τελευταίες δεκαετίες εν μέσω του γενικότερου πανζουρλισμού. Ας είναι…

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο