Του Γιώργου Χαρβαλιά
Έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο αστάθειας με οκτώ διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις σε πέντε χρόνια και μεσοδιαστήματα με θνησιγενείς κυβερνήσεις συνασπισμού, η κάλπη της περασμένης Κυριακής στη Βουλγαρία ανέδειξε επιτέλους αυτοδύναμο πρωθυπουργό.
Το εκλογικό αποτέλεσμα, όμως, έκρυβε ένα βαθύτερο μήνυμα. Γιατί επιβράβευσε έναν πολιτικό ασυνήθιστο για τα βαλκανικά δεδομένα, σεμνό, πειθαρχημένο, χαμηλόφωνο, κυρίως, όμως, χωρίς εξαρτήσεις από το γνωστό δίπολο εξουσίας, οικονομικής ολιγαρχίας και media.
O Ρούμεν Ράντεφ δεν είναι εξοικειωμένος με τον τηλεοπτικό φακό, ούτε καν χαρισματικός ρήτορας. Και παρότι φρέσκος στην πολιτική, αφού εκλέχθηκε πρόεδρος της δημοκρατίας μόλις πριν από δέκα χρόνια, δεν φέρνει αυτό που λέμε «νέο αίμα».
Στα 65 του χρόνια, πρώην πιλότος μαχητικών και επικεφαλής της βουλγαρικής πολεμικής αεροπορίας, ο θριαμβευτής των εκλογών δεν πουλάει όραμα, υπερβατικές μεταρρυθμίσεις και πολιτικάντικα παπατζιλίκια. Μιλάει λίγο, αλλά συγκεκριμένα. Αποφεύγει τους ξενόφερτους «μοντερνισμούς» και την υπερέκθεση στα social. Δεν φωτογραφίζεται με μεγιστάνες, δεν κάνει διακοπές σε κότερα με πληρωμένα έξοδα «χορηγών» και δεν έχει βουτηγμένα τα χέρια σε σκάνδαλα. Αυτά τα χαρακτηριστικά σε περίοδο αποσύνθεσης, αβεβαιότητας και εκτεταμένης διαφθοράς τον κατέστησαν αξιόπιστο.
Στην πολιτική πιάτσα της Βουλγαρίας, όπου για χρόνια κυριαρχούσαν το στιλ και η νοοτροπία του μποξέρ Μπόικο Μπορίσοφ, αλλά και διάφορων επαγγελματιών της πολιτικής μεσολάβησης με τα οικονομικά συμφέροντα, το προφίλ του Ράντεφ λειτούργησε ως αντίδοτο.
Είναι, όντως, ο πρώην πτέραρχος υπόδειγμα ακεραιότητας; Στην πολιτική τέτοιοι τίτλοι δίνονται και χάνονται εύκολα. Ειδικά στη γειτονιά μας. Σε μια χώρα, όμως, όπου η διαφθορά έχει γίνει σχεδόν θεσμός, το να μην έχεις πιαστεί «με τη γίδα στη πλάτη» αποτελεί πολιτικό κεφάλαιο πρώτης γραμμής.
Το υπόβαθρο της νίκης του Ράντεφ, ωστόσο, δεν είναι ιδεολογικό. Είναι βαθιά κοινωνικό κι αυτό αποδεικνύεται από το ότι τον ψήφισαν από συνταξιούχοι μέχρι 20άρηδες. Για να γλιτώσουν από τη βαθιά σήψη που μαστίζει την πολιτική ζωή της χώρας, τις μαφιόζικες πρακτικές και το διαρκές «νταλαβέρι» με τους βαρόνους του χρήματος, αλλά και την ταυτόχρονη λεηλασία των κρατικών ταμείων με την (πολύ γνώριμη και σε εμάς) διασπάθιση ευρωπαϊκών επιδοτήσεων.
Το πολιτικό αποτύπωμα αλλά και το επαγγελματικό παρελθόν του Ράντεφ βοηθά να καταλάβουμε γιατί μπόρεσε να προσελκύσει ετερόκλητα ακροατήρια. Τυπικά προέρχεται από τις τάξεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο καταβαραθρώθηκε την περασμένη Κυριακή, αφού οι ψηφοφόροι του προτίμησαν το νέο πολιτικό σχήμα «Προοδευτική Βουλγαρία». Πλην όμως η «προοδευτικότητα» του Ράντεφ δεν έχει καμία σχέση με τη δική μας εκδοχή soft Κεντροαριστεράς του δικαιωματισμού και της διεθνιστικής… αλληλεγγύης, ούτε καν με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία τύπου Βρυξελλών. Περισσότερο αναφέρεται σε ένα παλαιότερου τύπου κρατικό πατριωτισμό με έμφαση στην κοινωνική πρόνοια, στη δημόσια ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία. Γι’ αυτό και η σύγκριση με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, που συχνά γίνεται, όχι στο ύφος της εξουσίας, αλλά στην αντίληψη διακυβέρνησης, έχει βάση. Ο Ράντεφ είναι επίσης συντηρητικός στις αξίες, κρατιστής στην οικονομία και ρεαλιστής στη γεωστρατηγική του ενατένιση. Δηλαδή, ούτε φιλελεύθερος με την ευρωπαϊκή εκδοχή του όρου ούτε όμως και ρομαντικός εθνικιστής.
Η στάση του απέναντι στο ευρώ και στην Ε.Ε. ενίσχυσε αυτή την εικόνα. Η Βουλγαρία, όπως και η Ελλάδα, υποφέρει από φτώχεια. Όταν, λοιπόν, άκουσε από τις ντόπιες ελίτ ότι η υιοθέτηση του ευρώ είναι το τελευταίο στάδιο πριν από την έλευση της «ευρωπαϊκής κανονικότητας», ανασκουμπώθηκε. Κατάλαβε ότι πίσω από τα κούφια λόγια ετοιμάζεται άλλη μία μετάβαση που θα αυξήσει την ταξική ανισότητα και το χάσμα με τους πλουσίους.
Οι Βούλγαροι δεν είναι ηλίθιοι. Παρότι θεσμικά η είσοδος στην ευρωζώνη ολοκληρώθηκε, δεν αντιμετωπίστηκε με τη μεταφυσική αγαλλίαση που κατέλαβε την «ψωνισμένη» ελληνική κοινωνία με τα συμπλέγματα επαρχιωτισμού. Κι όταν με την έλευση του νέου «μοντέρνου νομίσματος» άρχισαν οι πρώτες ανατιμήσεις και τα φαινόμενα αισχροκέρδειας, το αίσθημα δυσπιστίας κορυφώθηκε.
Ο Ράντεφ έπαιξε έξυπνα. Απέφυγε να υιοθετήσει αντιευρωπαϊκή ρητορική ρήξης. Κράτησε απλώς στάση μετριοπαθούς επιφυλακτικότητας. Ζήτησε, πέρυσι, πολύ σωστά δημοψήφισμα για την υιοθέτηση του ευρώ, αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε από το Κοινοβούλιο. Αυτό ήταν το κομβικό σημείο που οι ευρωπαϊκές ελίτ υποτίμησαν. Κοιτούσαν τον Όρμπαν, αλλά το κανόνι ήρθε από αλλού.
Σε κοινωνίες κουρασμένες και φτωχές αλλά με αντίληψη της βρόμικης πολιτικής χειραγώγησης, ότι έρχεται από πάνω ως «συνταγή κανονικότητας», αντιμετωπίζεται εχθρικά. Ο Ράντεφ δεν έγινε ισχυρός επειδή έταξε έξοδο από την ΕΕ «με ένα νόμο και ένα άρθρο», αλλά επειδή υιοθέτησε μια πιο ψυχρή στάση απέναντι στην ευρωπαϊκή ορθοδοξία. Και αφουγκράστηκε την κοινωνική απαίτηση για διακριτή εθνική φωνή μέσα στην Ευρώπη των ισχυρών.
Ένα τελευταίο στοιχείο που ενίσχυσε την υπεροχή του αφορά τη γεωπολιτισμική ιδιοσυγκρασία της Βουλγαρίας. Πρόκειται για τη μοναδική σλαβική ορθόδοξη χώρα στις τάξεις της Ε.Ε. με κοινωνικά στρώματα που δεν συμμερίζονται τη δυτική εχθροπάθεια απέναντι στη Ρωσία. Αυτό δεν σημαίνει πως ο Ράντεφ θα βγάλει τη χώρα από το ΝΑΤΟ ή τις ευρωπαϊκές συλλογικές δομές, ούτε ότι θα κάνει στρατηγική αναστροφή. Αντιθέτως, οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι θα κινηθεί με πραγματισμό και δεν θα διακινδυνεύσει ευρωπαϊκά κονδύλια ή θεσμικές δεσμεύσεις. Παράλληλα, όμως, θα αφουγκραστεί το αίτημα της βουλγαρικής κοινωνίας και δεν θα λειτουργήσει ως υστερικός νεροκουβαλητής της πιο ακραίας αντιρωσικής γραμμής. Θα επαναφέρει τον διάλογο, θα υπερθεματίσει για τη δημιουργία «γραμμών επικοινωνίας» με τη Μόσχα και κυρίως θα αντιταχθεί στην ιδεολογική υποτέλεια απέναντι στην παγκοσμιοποίηση.
Γι’ αυτό και το βουλγαρικό εκλογικό αποτέλεσμα αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Όχι γιατί επαναφέρει κάποιον ιστορικό άξονα Μόσχας – Σόφιας, αλλά επειδή πίσω από την κάλπη διακρίνεται μια λαϊκή άρνηση να συνεχιστεί το ίδιο καθεστώς με «ευρωπαϊκό περιτύλιγμα»: η ίδια διαφθορά με σφραγίδα Βρυξελλών, η ίδια ολιγαρχία με φιλοδυτική ορολογία, η ίδια κοινωνική ανισότητα με καινούργιο νόμισμα για βιτρίνα.
Οι Βούλγαροι μπορεί να είναι φτωχοί, αλλά δεν αποδείχθηκαν αφελείς. Και καμία φορά αρκεί αυτή η επίγνωση της πραγματικότητας για να δρομολογηθεί μια μεγάλη πολιτική εξέλιξη στην κατεύθυνση της κάθαρσης, πολύ πιο υγιής από όσο αφήνουν να φανεί οι Βρυξέλλες και οι απανταχού επαγγελματίες του ευρωπαϊκού «καθωσπρεπισμού». Περιμένετε και θα δείτε πού θα βρίσκεται η γειτονική μας χώρα σε 2-3 χρόνια και πού θα είμαστε εμείς με ακόμα μία εκλογική πρωτιά της… φαυλοκρατίας Μητσοτάκη.