Αν κάτι πρέπει να πιστώσει κανείς σε αυτή την κυβέρνηση αυτό είναι το πόσο αριστοτεχνικά διαχειρίζεται την τέχνη του αντιπερισπασμού. Δείτε για παράδειγμα τι συμβαίνει σήμερα. Σε λίγη ώρα από τώρα στο κοινοβούλιο θα συζητηθούν οι άρσεις ασυλίας των 13 βουλευτών της ΝΔ που εμπλέκονται στις δικογραφίες για το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ.
Γκρίνια και μασάζ στους διαφωνούντες
Μια υπόθεση που έχει εξελιχθεί σε εστία έντασης στο εσωτερικό της ΝΔ και έχει προκαλέσει έντονο πονοκέφαλο στο κυβερνητικό επιτελείο και στο Μέγαρο Μαξίμου. Η κατάσταση αυτή αποτυπώθηκε στην θυελλώδη συνεδρίαση της ΚΟ όπου κατέστη σαφές πως οι ενστάσεις και οι διαφωνίες είναι υπαρκτές και ηχηρές.
Αν και ο πρωθυπουργός αποφάσισε να μην θέσει θέμα κομματικής πειθαρχίας, επικρατεί ισχυρός προβληματισμός καθώς αναμένεται να υπάρξουν αποχές. Σίγουρη είναι η αποχή του Στέλιου Πέτσα ενώ ουδείς γνωρίζει πως θα κινηθεί ο Μάκης Βορίδης. Τα τελευταία 24ωρα κυβερνητικοί παράγοντες επιδόθηκαν σε επιχείρηση «μασάζ» σε όσους εξέφραζαν διαφωνίες, το οποίο μένει να φανεί εαν απέδωσε.
Βασικό επιχείρημα προκειμένου να πειστούν οι βουλευτές είναι ότι και οι 13 συνάδελφοι τους έχουν ζητήσει οι ίδιοι την άρση της ασυλίας τους υποστηρίζοντας ότι είναι αθώοι. Πρόκειται για τους Χ. Αθανασίου, Δ. Βαρτζόπουλο, Β. Βασιλειάδη, Κ. Καραμανλή, Γ. Κεφαλογιάννη, Θ. Λεονταρίδη, Ν. Μηταράκη, Χρ. Μπουκώρο, Κ. Παπακώστα, Μ. Σενετάκη, Κ. Σκρέκα, Κ. Τσιάρα και Τ. Χατζηβασιλείου.
Δημοσκοπική φθορά και δυσαρέσκεια
Την ίδια στιγμή, οι δημοσκοπήσεις που διεξάγονται και μελετούν στο Μέγαρο Μαξίμου καταγράφουν κάμψη στα ποσοστά της ΝΔ, αύξηση της δυσαρέσκειας με επίκεντρο τον ΟΠΕΚΕΠΕ και μικρή αλλά υπαρκτή άνοδο στην αντιπολίτευση. Κάτι που αναμένεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των δημοσκόπων, να αποκρυσταλλωθεί έτι περαιτέρω με την εμφάνιση του κόμματος Τσίπρα.
Τι θα ανακοινώσει ο πρωθυπουργός
Σε αυτό το πλαίσιο ο Κ. Μητσοτάκης θα ανακοινώσει σήμερα επιπλέον μέτρα στήριξης προκειμένου η ατζέντα να μετατοπιστεί από την εσωστρέφεια και την φθορά της κυβέρνησης, στην οικονομία και στις εξαγγελίες. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, θα αξιοποιηθεί ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος που προκύπτει από την ισχυρή επίδοση του προϋπολογισμού, η οποία αναμένεται να επιβεβαιωθεί από τα σημερινά στοιχεία της Eurostat.
Οι τελευταίες εκτιμήσεις τοποθετούν το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2025 κοντά ή και πάνω από το 4,8% του ΑΕΠ. Το συνολικό υπερπλεόνασμα εκτιμάται περίπου στα 800 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 300 εκατ. έχουν ήδη κατευθυνθεί σε υφιστάμενες παρεμβάσεις. Τα υπόλοιπα περίπου 500 εκατ. ευρώ θα αποτελέσουν τη βάση για το νέο πακέτο.
Κεντρική προτεραιότητα είναι η στήριξη των πιο ευάλωτων, αλλά και η ενίσχυση παραγωγικών τομέων που πλήττονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τις πληθωριστικές πιέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων μέσω αύξησης της μόνιμης οικονομικής στήριξης και διεύρυνσης των δικαιούχων, ενώ εξετάζονται και στοχευμένες φοροελαφρύνσεις που θα ανακουφίσουν τα μεσαία εισοδήματα.
Παράλληλα, για τον πρωτογενή τομέα προβλέπεται επέκταση των επιδοτήσεων σε βασικές αγροτικές εισροές, όπως τα λιπάσματα, ώστε να συγκρατηθεί το κόστος παραγωγής και να αποφευχθούν νέες ανατιμήσεις στα τρόφιμα. Την ίδια στιγμή, αναμένεται παράταση της επιδότησης στα καύσιμα, με στόχο να μετριαστούν οι επιπτώσεις από τις αυξήσεις στην ενέργεια που επηρεάζουν άμεσα μεταφορές και επιχειρήσεις.
Οι κυβερνητικές διαρροές κάνουν λόγο και για «εκπλήξεις» που θα περιλαμβάνουν οι ανακοινώσεις. Επιπλέον αφήνεται να εννοηθεί ότι ενδέχεται να υπάρξουν επιπλέον παρεμβάσεις, προφανώς με το βλέμμα στις κάλπες οι οποίες ενδέχεται να είναι και πρόωρες.
Η ακρίβεια συνεχίζει να τρώει τα εισοδήματα
Η παρέμβαση αυτή έρχεται την ώρα που τα εισοδήματα κατακρημνίζονται με την ακρίβεια, ιδίως στα τρόφιμα, να βρίσκεται σε διαρκή άνοδο. Τα στοιχεία για την περίοδο 2025–2026 δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις χαμηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης, κινούμενη περίπου στο 67%–69% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Παρά τις αυξήσεις στους ονομαστικούς μισθούς τα τελευταία χρόνια, η πραγματική αγοραστική δύναμη δεν έχει ενισχυθεί αντίστοιχα. Ο πληθωρισμός, ιδίως σε ενέργεια και βασικά αγαθά, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος στέγασης και μεταφορών, απορροφά μεγάλο μέρος των εισοδηματικών ενισχύσεων. Ως αποτέλεσμα, πολλά νοικοκυριά συνεχίζουν να δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραμένουν αντιμέτωπες με αυξημένα λειτουργικά βάρη.