Του Παναγιώτη Λιάκου
Τὸ δυσσεβὲς γὰρ ἔργον μετὰ μὲν πλείονα τίκτει, σφετέραι δ’ εἰκότα γένναι.
Τα έργα της ασέβειας γεννούν πολλά παιδιά όμοια με τη γεννήτρα τους.
Αισχύλου «Αγαμέμνων», στ. 758-760.
Η τραγωδία «Αγαμέμνων», με την οποία ξεκινά η μόνη σωζόμενη τριλογία αρχαίας τραγωδίας, που αποκαλείται «Ορέστεια» (και απαρτίζεται από τα έργα «Αγαμέμνων», «Χοηφόροι», «Ευμενίδες») είναι ένα από τα κλειδιά της κατανόησης των σχέσεων των ανθρώπων μεταξύ τους, με τον θεό και την εξουσία. Η εναρκτήρια φράση περιγράφει μια φυσική νομοτέλεια, που επεκτείνεται στο πεδίο του συλλογικού ήθους και αποκαλύπτει μια οντολογική συνθήκη της ιστορίας: το κακό δεν παραμένει μεμονωμένο γεγονός, αλλά γεννά, πολλαπλασιάζει και αναπαράγει ομοειδείς εκτροπές. Στην περίπτωση του νεοελληνικού βίου, το «δυσσεβές ἔργον» είναι ένα σφάλμα που εξαλλάχθηκε σε παγιωμένη στάση ύπαρξης, σε αλλοτρίωση που έχει διεισδύσει στον πυρήνα της συλλογικής αυτοσυνειδησίας.
Το ελληνικό πρόβλημα είναι κάτι περισσότερο από απλό πολιτικό ή οικονομικό. Στην ουσία πρόκειται για έλλειμμα νοήματος. Η αναξιοκρατία και ο νεποτισμός, τα οποία επιβλήθηκαν από τα κοτζαμπάσικα και παρακμιακά σόγια, είναι πληγές οι οποίες στην επιφάνεια δείχνουν σαν στρεβλώσεις της διοίκησης. Ωστόσο, στο βάθος τους συνιστούν άρνηση της ίδιας της πολιτικής ως κοινής μέριμνας για το αγαθό. Η εξουσία αποκτάται σαν οικογενειακό… κληροδότημα. Γι’ αυτό η πόλις ξεπέφτει σε άθροισμα ιδιωτικών συμφερόντων. Η διαφθορά από παρέκκλιση καθίσταται αναμενόμενη, καθημερινή συνθήκη μιας κοινωνίας που έχει απολέσει το κριτήριο της αλήθειας και της δικαιοσύνης.
Μαζί με την αναξιοκρατία και τον νεποτισμό, η ξενοκρατία, που έχει καλλιεργήσει στις μάζες μια εσωτερική ετοιμότητα για υποταγή. Μια κοινωνία που δεν συγκροτείται αυτοθεσμιστικά, που δεν παράγει τους δικούς της όρους ύπαρξης, είναι αναγκασμένη να δανείζεται θεσμούς, πρότυπα και αξίες. Όμως ο δανεισμός αυτός δεν καταλήγει σε δημιουργική αφομοίωση, αλλά σε μιμητισμό. Και ο μιμητισμός, στραμμένος είτε προς την Ανατολή είτε προς τη Δύση, δεν παράγει αυθεντικό πολιτισμό. Μόνο θλιβερά υβρίδια.
Στις ημέρες μας ο όρος «μαφιοζοποίηση των θεσμών» περιγράφει τη ζοφερή πραγματικότητα όπου ο νόμος παύει να είναι καθολικός και γίνεται εργαλείο εξυπηρέτησης ομάδων. Το κράτος λειτουργεί σαν δίκτυο μυστικών και έκνομων συναλλαγών. Το κοινωνικό συμβόλαιο παραβιάζεται και η εμπιστοσύνη διαλύεται. Και χωρίς εμπιστοσύνη δεν υπάρχει κοινωνία. Υφίσταται μόνο πλήθος ιδιωτών που επιδιώκουν το μέγιστο δυνατό υλικό κέρδος.
Αυτή η κατάσταση γεννά, κατά την αισχύλεια λογική, τα «εἰκότα γένναι». Νέες νόσοι που θάλλουν πάνω στις υποκείμενες παλαιές. Μία εξ αυτών η υπογεννητικότητα. Σε πρακτικό επίπεδο πρόκειται για δημογραφικό φαινόμενο. Σε ψυχολογικό αποτελεί ένδειξη της απώλειας προοπτικής. Η συλλογική ζωή δεν βιώνεται ως σχέδιο με νόημα. Συνεπώς, η αναπαραγωγή της παύει να είναι αυτονόητη. Παράπλευρη απώλεια με στρατηγικές συνέπειες η εγκατάλειψη της υπαίθρου. Η οικονομική παράμετρος είναι αυτονόητη. Λίγοι, όμως, διακρίνουν τις πολιτισμικές συνέπειες της εγκατάλειψης της υπαίθρου ως αποκοπή από έναν τρόπο ύπαρξης που συνδέει τον άνθρωπο με τον τόπο, με τη διάρκεια, με τη μνήμη.
Κι ενώ τεράστιες εκτάσεις μένουν αδειανές, έρχονται να τις «γεμίσουν» αλλογενείς και αλλόθρησκοι πληθυσμοί. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι η ετερότητα των πληθυσμών αυτή καθαυτή, όσο η αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να αντισταθεί αποτελεσματικά στη συντριβή της. Μια κοινωνία με ισχυρή ταυτότητα αρνείται να συμβιβαστεί με τον ταυτοτικό αφανισμό της. Αντίθετα, μια κοινωνία που ήδη πάσχει από εσωτερικό κενό βιώνει κάθε εξωτερική πρόκληση ως μοιραίο, αναπόφευκτο υποπροϊόν του προσωρινού βολέματος ή της ανημπόριας της. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι οι «άλλοι», αλλά η απουσία ενός συνεκτικού «εμείς».
Η «ελληνόφωνη ελίτ» φέρει, αναμφίβολα, το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης. Για τις ένοχες επιλογές της, τον καταγέλαστο «κοσμοπολιτισμό» της (που δεν είναι κάτι άλλο, παρά πιθηκισμός ξένων μοτίβων συμπεριφοράς) και για την αδυναμία της να αρθρώσει ένα πειστικό συλλογικό όραμα. Ωστόσο, η ευθύνη δεν εξαντλείται εκεί. Η κοινωνία που ανέχεται, προσαρμόζεται, συμμετέχει σιωπηρά στην επιχείρηση αφελληνισμού είναι συμμέτοχη. Το «δυσσεβές ἔργον» έχει πολλούς πατεράδες. Είναι συλλογικό.
Η υπέρβαση αυτής της κατάστασης δεν μπορεί να προκύψει από τεχνικές λύσεις ή επιφανειακές μεταρρυθμίσεις. Απαιτείται μια ριζική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο οι Έλληνες αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τη σχέση μας με την κοινότητα. Χρειάζεται επαναθεμελίωση της πολιτικής ως πράξης ελευθερίας και ευθύνης. Πάνω απ’ όλα απαιτείται η εκκίνηση προσπάθειας ανάκτησης του γλωσσικού μας πλούτου που μας αφαιρέθηκε με τα μονοτονικά και τη διά νόμου κατάργησης όσων μας συνέδεαν με την αρχαία ελληνική γλώσσα.
Αν το «δυσσεβές ἔργον» γεννά τα όμοιά του, τότε και το αντίθετό του ισχύει: η επαναφορά της αλήθειας, της δικαιοσύνης και της δημιουργικής αυτονομίας μπορεί να γεννήσει έναν νέο κύκλο. Το μέγα θέμα είναι αν υπάρχει βούληση για αυτογνωσία. Διότι χωρίς αυτήν, κάθε προσπάθεια θα αναπαράγει, απλώς, τα ίδια και τα ίδια, που θα αλλάζουν μόνο προς το χειρότερο.