Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Η μετάβαση σε ένα σύστημα Value-Based Healthcare μπορεί να επανατοποθετήσει την Ελλάδα στον χάρτη της καινοτομίας

Η πρόσβαση των ασθενών στη φαρμακευτική καινοτομία δεν αποτελεί μόνο ζήτημα υγείας· αποτελεί στρατηγικό δείκτη ανθεκτικότητας, κοινωνικής συνοχής και οικονομικής δυναμικής για το κατά πόσο ένα σύστημα μπορεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα βιωσιμότητα και αναπτυξιακή προοπτική σύμφωνα με τον κο Σάββα Χαραλαμπίδη, Αντιπρόεδρο της PIF και Γενικό Διευθυντή της Gilead Sciences. Στην Ελλάδα, η συζήτηση αυτή έχει πλέον μετατραπεί σε κεντρικό ζήτημα δημόσιας πολιτικής υγείας. Τα όρια του υφιστάμενου χρηματοδοτικού μοντέλου είναι εμφανή, τόσο ως προς τη λειτουργία του συστήματος όσο και ως προς την έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.

Η καινοτομία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δημοσιονομική μεταβλητή ή ως κόστος προς περιορισμό. Αντίθετα, η πρόσβαση στην καινοτομία αποτελεί δείκτη ωριμότητας ενός συστήματος υγείας, καθώς αποτυπώνει όχι μόνο την ποιότητα της περίθαλψης, αλλά και τη στρατηγική θέση μιας χώρας στον ευρωπαϊκό χάρτη επενδύσεων.

 

Σήμερα, το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στη δομή της χρηματοδότησης. Η έντονη εξάρτηση από τις υποχρεωτικές επιστροφές (clawback & rebate), που στη χώρα μας φτάνουν σε επίπεδα άνω του 70%, σε συνδυασμό με την αποεπένδυση της τάξης του 20% την τελευταία πενταετία, δημιουργούν ένα περιβάλλον που δεν επιτρέπει ούτε σταθερότητα ούτε προγραμματισμό. Το σημερινό μοντέλο χρηματοδότησης έχει εξαντλήσει τα όριά του με την έλλειψη προβλεψιμότητας να λειτουργεί αποτρεπτικά για την καινοτομία και τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις.

Η εικόνα γίνεται πιο σαφής μέσα από τη σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά συστήματα. Σε χώρες όπως το Βέλγιο, οι μηχανισμοί επιστροφών περιορίζονται κοντά στο 4%, στη Γαλλία γύρω στο 6,6% (2023), ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο διαμορφώνονται περίπου στο 26,5%. Η Ιταλία λειτουργεί με σαφές πλαφόν φαρμακευτικών δαπανών στο 15,3% των συνολικών δαπανών υγείας (2024), ενώ ακόμη και σε αγορές όπως η Ρουμανία (15–25%) καταγράφονται σταδιακά βήματα εξορθολογισμού. Σε αντίθεση, η Ελλάδα συνδυάζει υψηλή επιβάρυνση με χαμηλή προβλεψιμότητα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που περιορίζει την πρόσβαση και αποθαρρύνει τις επενδύσεις σε καινοτόμες θεραπείες και υποδομές.

Οι επιπτώσεις είναι ήδη μετρήσιμες. Σύμφωνα με τα στοιχεία EFPIA WAIT 2024, η διαθεσιμότητα νέων θεραπειών στη χώρα είναι μειωμένη κατά περίπου 4% σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι καθυστερήσεις στην πρόσβαση παραμένουν σημαντικές επιβαρύνοντας άμεσα την έκβαση των ασθενών. Παράλληλα, η Ελλάδα εμφανίζει υστέρηση στην προσέλκυση επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη, με πτωτική τάση στις κλινικές μελέτες την περίοδο 2023–2025 και αυξανόμενη μετακίνηση επιστημονικού δυναμικού προς το εξωτερικό – μια εξέλιξη που στερεί από τη χώρα πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο.

Tο PhARMA Innovation Forum έχει επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη μετάβασης σε ένα διαφορετικό μοντέλο φαρμακευτικής πολιτικής, το οποίο θα συνδέει τη δαπάνη με την αξία και τα αποτελέσματα για τον ασθενή. Χρειάζεται μια καθαρή μετατόπιση προς ένα Value-Based Healthcare σύστημα, όπου η αξία δεν καθορίζεται από τον όγκο των υπηρεσιών, αλλά από τα πραγματικά αποτελέσματα για τον ασθενή. Η μετάβαση αυτή δεν είναι επιλογή πολυτέλειας, αλλά αναγκαία μεταρρύθμιση με αναπτυξιακό αποτύπωμα, καθώς συνδέεται άμεσα με τον τρόπο οργάνωσης και χρηματοδότησης του συστήματος υγείας.

Η διαμόρφωση ενός ισορροπημένου πλαισίου θεσμικής και κοινωνικής συνυπευθυνότητας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα του συστήματος. Η υφιστάμενη δομή χρηματοδότησης, με την υπέρμετρη επιβάρυνση της φαρμακευτικής καινοτομίας μέσω υποχρεωτικών επιστροφών περιορίζει τη δυνατότητα προγραμματισμού και αποδυναμώνει τη σταθερότητα του περιβάλλοντος.

Η συνυπευθυνότητα προϋποθέτει δίκαιη συνεργασία με σαφή κατανομή ρόλων και βαρών μεταξύ Πολιτείας και βιομηχανίας, με όρους που διασφαλίζουν τόσο τη δημοσιονομική ισορροπία όσο και τη διατήρηση της καινοτομίας. Σε αυτή τη βάση, η ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης και η θέσπιση σταθερών, διαφανών και προβλέψιμων κανόνων αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για τη λειτουργία ενός βιώσιμου συστήματος.

Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση της λειτουργικής αποδοτικότητας του συστήματος αποτελεί βασικό πυλώνα των προτάσεων. Η πλήρης εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων στον ΕΟΠΥΥ και τα νοσοκομεία, η καθολική υιοθέτηση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης στο νοσοκομειακό περιβάλλον και η ενίσχυση των ελέγχων μέσω εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης συνδέονται άμεσα με τη συγκράτηση της δαπάνης με όρους ποιότητας και λογοδοσίας.

Παράλληλα, η επέκταση των Μητρώων Ασθενών και η πλήρης αξιοποίηση του Ατομικού Ηλεκτρονικού Φακέλου Υγείας (ΑΗΦΥ) αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή συμφωνιών αποζημίωσης βάσει αποτελεσμάτων, ενώ παρεμβάσεις όπως η εκκαθάριση των ανενεργών ΑΜΚΑ και η εφαρμογή του ενιαίου προϋπολογισμού φαρμάκου συνδέονται με τη διαφάνεια και τον εξορθολογισμό του συστήματος. Στην ίδια κατεύθυνση, κρίσιμη θεωρείται η κάλυψη των μέτρων προστατευτισμού από τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς και η πιο στοχευμένη κατανομή των δημόσιων πόρων με βάση επιδημιολογικά δεδομένα και πραγματικές ανάγκες υγείας.

Η συζήτηση για τη φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στη διαχείριση της δαπάνης. Αφορά τη συνολική αρχιτεκτονική του συστήματος υγείας και τον τρόπο με τον οποίο η χώρα επιλέγει να ενσωματώσει την καινοτομία ως παραγωγικό και κοινωνικό εργαλείο ανάπτυξης.

Η καινοτομία είναι επένδυση που επιστρέφει πολλαπλάσια αξία στον ασθενή, στο σύστημα υγείας και στην κοινωνία συνολικά. Η μετάβαση σε ένα μοντέλο Value-Based Healthcare αποτελεί πλέον στρατηγική προτεραιότητα για ένα σύστημα πιο βιώσιμο, αποδοτικό και πραγματικά δίκαιο.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο