Η παγωμένη σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κούβα επιστρέφει με τρόπο εκρηκτικό στο διεθνές προσκήνιο, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την κατάρριψη δύο πολιτικών αεροσκαφών από κουβανικά μαχητικά. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον ο Ραούλ Κάστρο, ο ιστορικός ηγέτης της Κούβας και πρώην πρόεδρος της χώρας, ο οποίος αντιμετωπίζει αμερικανικές ομοσπονδιακές κατηγορίες για τον ρόλο που του αποδίδεται στο αιματηρό περιστατικό του 1996.
Η υπόθεση αφορά τα δύο αεροσκάφη της οργάνωσης «Brothers to the Rescue», στα οποία επέβαιναν Κουβανοί εξόριστοι. Από την επίθεση έχασαν τη ζωή τους τέσσερις Κουβανοαμερικανοί, σε ένα περιστατικό που είχε συγκλονίσει τότε την κοινότητα των εξόριστων στη Φλόριντα και είχε προκαλέσει σοβαρή διπλωματική κρίση ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Αβάνα.
Την περίοδο εκείνη, ο 94χρονος σήμερα Ραούλ Κάστρο ήταν υπουργός Άμυνας της Κούβας και είχε την εποπτεία των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Οι αμερικανικές Αρχές θεωρούν ότι, από τη θέση αυτή, είχε καθοριστικό ρόλο στη στρατιωτική αλυσίδα διοίκησης που οδήγησε στην κατάρριψη των αεροσκαφών.
Η νέα δίωξη δεν είναι απλώς μια νομική εξέλιξη. Αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της ιστορικής αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Κούβας και επαναφέρει ερωτήματα που παρέμεναν ανοιχτά για σχεδόν τριάντα χρόνια: ποιος έδωσε την εντολή, ποια ήταν η πραγματική επιχειρησιακή εικόνα εκείνη την ημέρα και μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει σήμερα η Ουάσινγκτον.
EPA/ERNESTO MASTRASCUSA
Η υπόθεση που δεν έκλεισε ποτέ
Η κατάρριψη των δύο αεροσκαφών το 1996 παραμένει μία από τις πιο φορτισμένες στιγμές στην ιστορία των σχέσεων ΗΠΑ – Κούβας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Για την κουβανική εξόριστη κοινότητα, το περιστατικό θεωρείται έγκλημα που έμεινε ουσιαστικά ατιμώρητο. Για την Αβάνα, αντίθετα, η υπόθεση συνδέεται με τις διαρκείς εντάσεις γύρω από τις πτήσεις αντικαθεστωτικών οργανώσεων και τις κατηγορίες περί παραβίασης της κουβανικής κυριαρχίας.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, η δίωξη σε βάρος του Ραούλ Κάστρο μπορεί να αποδειχθεί πολύ περισσότερο από μια καθυστερημένη δικαστική κίνηση. Πρόκειται για εξέλιξη με βαθιές γεωπολιτικές προεκτάσεις, η οποία απειλεί να τινάξει στον αέρα κάθε δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες και να ανοίξει έναν νέο, εξαιρετικά επικίνδυνο κύκλο αντιπαράθεσης.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, πάντως, εμφανίστηκε να αποκλείει προς το παρόν το ενδεχόμενο άμεσης κλιμάκωσης. Μιλώντας σε δημοσιογράφους κατά την επιστροφή του από το Κονέκτικατ, δήλωσε: «Δεν θα υπάρξει κλιμάκωση. Δεν νομίζω πως είναι απαραίτητη. Αυτό το μέρος καταρρέει». Η φράση αυτή, αν και απομακρύνει το σενάριο άμεσης στρατιωτικής έντασης, δείχνει ταυτόχρονα την εκτίμηση της Ουάσινγκτον ότι η Κούβα βρίσκεται σε βαθιά εσωτερική αδυναμία.
EPA/Ernesto Mastrascusa
Η οργή των εξόριστων στο Μαϊάμι
Το κατηγορητήριο ανακοινώθηκε στο Μαϊάμι, την πόλη που αποτελεί επί δεκαετίες το κέντρο της κουβανικής εξόριστης κοινότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για πολλούς αντικαθεστωτικούς Κουβανούς, η εξέλιξη αυτή αποτελεί δικαίωση μιας μακρόχρονης προσπάθειας να αποδοθούν ευθύνες για τον θάνατο των τεσσάρων ανδρών που επέβαιναν στα αεροσκάφη της οργάνωσης «Brothers to the Rescue».
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο συμβολικό βάρος για τη Φλόριντα, όπου η κουβανική διασπορά διατηρεί ισχυρή πολιτική επιρροή. Στους κόλπους της κοινότητας αυτής ενισχύεται η πεποίθηση ότι το καθεστώς της Αβάνας βρίσκεται σε φάση ιστορικής παρακμής και ότι η πίεση από την Ουάσινγκτον μπορεί να επιταχύνει τις εξελίξεις.
Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση της Ρεπουμπλικανής βουλευτή από τη Φλόριντα, Μαρία Ελβίρα Σαλαζάρ, η οποία δήλωσε ότι «η εποχή των Κάστρο έχει τελειώσει». Η δήλωση αυτή συμπυκνώνει τη σκληρή γραμμή που κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος των Κουβανοαμερικανών πολιτικών, οι οποίοι θεωρούν πως η παρούσα συγκυρία πρέπει να αξιοποιηθεί για τη μέγιστη δυνατή πίεση προς την κουβανική ηγεσία.
EPA/Ernesto Mastrascusa
Ο Ραούλ Κάστρο παραμένει σύμβολο στην Κούβα
Στο εσωτερικό της Κούβας, ωστόσο, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Ο Ραούλ Κάστρο μπορεί να έχει αποσυρθεί επισήμως από την εξουσία και να βρίσκεται πλέον σε προχωρημένη ηλικία, όμως εξακολουθεί να θεωρείται ιστορική μορφή της επανάστασης και πρόσωπο με τεράστια επιρροή στο πολιτικό και στρατιωτικό σύστημα της χώρας.
Ως αδελφός και διάδοχος του Φιντέλ Κάστρο, ο Ραούλ συνδέεται άμεσα με την ίδια την ταυτότητα του κουβανικού καθεστώτος. Για μεγάλο μέρος της κομματικής και στρατιωτικής ελίτ, δεν είναι απλώς ένας πρώην ηγέτης, αλλά ο τελευταίος μεγάλος εκπρόσωπος της επαναστατικής γενιάς που διαμόρφωσε τη σύγχρονη Κούβα.
Σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, σχεδόν το σύνολο της σημερινής κουβανικής ηγεσίας έχει επιλεγεί, αναδειχθεί ή εγκριθεί υπό την επιρροή του Κάστρο. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε απόπειρα απομάκρυνσής του ή δίωξής του από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές εσωτερικές αναταράξεις στην Αβάνα.
Οι προειδοποιήσεις πρώην διπλωματών
Πρώην Αμερικανοί διπλωμάτες προειδοποιούν ότι η δίωξη μπορεί να προκαλέσει πλήρη κατάρρευση της επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ο Ρικάρντο Ζούνιγκα, ο οποίος είχε συμμετάσχει στις μυστικές συνομιλίες επί κυβέρνησης Ομπάμα για την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με την Κούβα, εκτιμά ότι η αυξανόμενη πίεση μπορεί να οδηγήσει την κουβανική ηγεσία σε πιο επιθετική στάση.
Κατά την εκτίμησή του, η Αβάνα ενδέχεται να θεωρήσει ότι δεν έχει πλέον περιθώρια συμβιβασμού. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε αμερικανική κίνηση μπορεί να ερμηνευθεί από την κουβανική ηγεσία ως άμεση απειλή για την επιβίωση του καθεστώτος.
Αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που καθιστά την κρίση τόσο επικίνδυνη. Όταν μια κυβέρνηση αισθάνεται ότι απειλείται υπαρξιακά, οι επιλογές της γίνονται λιγότερο προβλέψιμες και η πιθανότητα λάθους υπολογισμού αυξάνεται.
EPA/Ernesto Mastrascusa
Η οικονομική κρίση και το σενάριο σύγκρουσης
Η νέα ένταση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Κούβα βιώνει βαθιά οικονομική και ανθρωπιστική κρίση. Οι αμερικανικές κυρώσεις, οι ελλείψεις καυσίμων και τροφίμων, καθώς και οι πολύωρες διακοπές ρεύματος έχουν επιδεινώσει δραματικά την καθημερινότητα των πολιτών.
Οι κοινωνικές πιέσεις αυξάνονται, ενώ κατά καιρούς έχουν σημειωθεί αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, τις οποίες η κουβανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει με αυστηρή καταστολή. Η εικόνα αυτή τροφοδοτεί την εκτίμηση στην Ουάσινγκτον ότι το καθεστώς είναι πιο ευάλωτο από ποτέ, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει και την καχυποψία της Αβάνας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν την τελική ανατροπή του.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η Κούβα «χρειάζεται βοήθεια», αφήνοντας πάντως ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας συμφωνίας ακόμη και χωρίς άμεση αλλαγή καθεστώτος. Αντίθετα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει υιοθετήσει πολύ πιο σκληρή στάση, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή κυβέρνηση της χώρας πρέπει να αποχωρήσει.
Σύμφωνα με το CNN, η απαγγελία κατηγοριών κατά του Ραούλ Κάστρο δημιουργεί πλέον πολιτικό και νομικό υπόβαθρο για ένα ακραίο σενάριο: μια πιθανή αμερικανική επιχείρηση έκδοσης ή σύλληψής του. Για την Αβάνα, μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να εκληφθεί ως αιτία πολέμου.
Η Αβάνα προετοιμάζεται για όλα τα ενδεχόμενα
Η κουβανική κυβέρνηση δείχνει ήδη να προετοιμάζεται για κάθε ενδεχόμενο. Ο πρόεδρος Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ έχει προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση θα μπορούσε να οδηγήσει σε «λουτρό αίματος», ενώ στρατιωτικές ασκήσεις πραγματοποιούνται σε διάφορες περιοχές της χώρας.
Παρά τη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, αναλυτές εκτιμούν ότι η Κούβα δύσκολα θα αποδεχόταν μια ταπεινωτική παράδοση χωρίς αντίσταση. Το ιστορικό και ιδεολογικό βάρος της κουβανικής επανάστασης εξακολουθεί να καθορίζει τη στάση της ηγεσίας, ακόμη και σε μια περίοδο οικονομικής εξάντλησης και κοινωνικής πίεσης.
Έτσι, οι ήδη εύθραυστες σχέσεις ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Αβάνα εισέρχονται σε μία από τις πιο επικίνδυνες φάσεις των τελευταίων δεκαετιών. Η υπόθεση του Ραούλ Κάστρο δεν ανασύρει απλώς ένα τραύμα του παρελθόντος. Ανοίγει ένα νέο μέτωπο γεωπολιτικής αβεβαιότητας στην Καραϊβική, με τον φόβο μιας μεγάλης κρίσης να επιστρέφει δυναμικά στο διεθνές προσκήνιο.
Το βασικό πραγματολογικό πλαίσιο για την απαγγελία κατηγοριών, το περιστατικό του 1996 και την κλιμάκωση της πίεσης προς την Κούβα επιβεβαιώνεται από διεθνή πρακτορεία και το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης