Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Αποκαλύφθηκε η ιστορία εξημέρωσης του βαμβακιού

Το βαμβάκι, η πιο κερδοφόρα μη διατροφική καλλιέργεια στον κόσμο, χρησιμοποιείται περισσότερο από κάθε άλλη φυσική ίνα.Γνωστό για την άνεση και την ανθεκτικότητά του, χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα σε υφάσματα και άλλα προϊόντα. Τέσσερα είδη καλλιεργούνται εμπορικά, όμως ένα κυριαρχεί, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 90% της παγκόσμιας παραγωγής.

Οι επιστήμονες αποκάλυψαν τώρα την ιστορία εξημέρωσης αυτού του σημαντικού είδους, που ονομάζεται Gossypium hirsutum ή βαμβάκι upland, χρησιμοποιώντας γενετική ανάλυση. Διαπίστωσαν ότι εξημερώθηκε αρχικά στο Μεξικό στο βορειοδυτικό τμήμα της χερσονήσου Γιουκατάν. Η περιοχή τότε κατοικούνταν από αγρότες της λίθινης εποχής πολύ πριν την άνθηση του πολιτισμού των Μάγια.

Ο βοτανολόγος και εξελικτικός βιολόγος του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Αιόβα Τζόναθαν Γουέντελ δήλωσε ότι αυτή η εξημέρωση συνέβη πριν από τουλάχιστον 4.000 χρόνια και ίσως ακόμη και πριν από 7.000 χρόνια. Οι ερευνητές εντόπισαν την περιοχή εξημέρωσης συγκρίνοντας τα γονιδιώματα του καλλιεργημένου είδους με άγρια είδη βαμβακιού που βρίσκονται στη Γιουκατάν, τη Φλόριντα και στα νησιά της Καραϊβικής Πουέρτο Ρίκο και Γουαδελούπη. Το καλλιεργημένο είδος ταίριαζε περισσότερο με το άγριο βαμβάκι της Γιουκατάν.

«Τα άγρια φυτά βαμβακιού είναι ξυλώδεις, πολυκλαδικοί θάμνοι ή μικρά δέντρα, με μεγάλη διάρκεια ζωής, σχετικά περιορισμένη ανθοφορία και μικρότερα άνθη, καρπούς και σπόρους σε σχέση με τα καλλιεργημένα» λέει ο Γουέντελ συν-επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης που δημοσιεύθηκε στη επιθεώρηση «Proceedings of the National Academy of Sciences».

«Κάποιοι πληθυσμοί πρέπει να ενδιαφέρθηκαν για τις άγριες μορφές ξεκινώντας έτσι τη διαδικασία εξημέρωσης από την οποία προέκυψε η σύγχρονη καλλιέργεια μέσα από χιλιάδες χρόνια αργής και σταδιακής βελτίωσης» αναφέρει ο Γουέντελ.

«Οι πρώτοι αγρότες είδαν προοπτική σε αυτό το απλωμένο φυτό με τους τριχωτούς σπόρους ως πηγή μαλακών υλικών. Οι πρώτοι υφαντές μπορούσαν να γνέσουν τις ίνες με το χέρι και να τις χρησιμοποιήσουν για ύφανση υφασμάτων, διχτυών ψαρέματος, σχοινιών και άλλων προϊόντων» εξηγεί η γενετίστρια και εξελικτική βιολόγος Κορίν Γκρόβερ στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Αιόβα.

Το βαμβάκι upland διαδόθηκε στον υπόλοιπο κόσμο μετά τις ισπανικές κατακτήσεις στην Αμερική τον 16ο αιώνα. Σήμερα, η Κίνα, η Ινδία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βραζιλία είναι οι μεγαλύτεροι παραγωγοί βαμβακιού παγκοσμίως.

«Η έρευνα δείχνει ότι η διαδικασία εξημέρωσης, δηλαδή η μετατροπή αυτών των κοντών, χοντρών και καφετί ινών στη λεπτή, λευκή και ποιοτική υφαντική ίνα που γνωρίζουμε σήμερα, πιθανότατα περιλαμβάνει πολλά γονίδια που λειτουργούν σαν μια πολύπλοκη συμφωνία» λέει η Γκρόβερ. «Οι ίνες είναι στην πραγματικότητα μονοκύτταρες τρίχες των σπόρων, αλλά συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο εντυπωσιακά και εξελιγμένα κύτταρα στα φυτά» εξηγεί ο Γουέντελ.

Τα ευρήματα

Η μελέτη διαπίστωσε ότι το καλλιεργημένο βαμβάκι διαθέτει πολύ μικρότερη γενετική ποικιλότητα σε σύγκριση με τα άγρια συγγενικά του είδη. Η μειωμένη γενετική ποικιλότητα μπορεί να περιορίσει την ικανότητα ενός είδους να προσαρμόζεται σε περιβαλλοντικές αλλαγές, όπως οι ασθένειες.

«Γνωρίζουμε ότι η εξημέρωση συχνά οδηγεί σε απώλεια γενετικής ποικιλότητας, καθώς οι πρώτοι αγρότες επέλεγαν πολύτιμα χαρακτηριστικά και αργότερα η βελτίωση των καλλιεργειών ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την επιλογή. Τώρα μπορούμε να δούμε τι σημαίνει αυτό συνολικά για το γονιδίωμα του βαμβακιού και πώς συγκρίνεται με τη γενετική ποικιλότητα που παραμένει στη φύση. Αυτή η άγρια ποικιλότητα είναι σημαντική επειδή χαρακτηριστικά που χάθηκαν κατά λάθος, όπως για παράδειγμα η ανθεκτικότητα σε ορισμένα παράσιτα, μπορεί να αποδειχθούν πολύτιμα για τις σύγχρονες καλλιέργειες» » αναφέρει η Γκρόβερ.

Ένα άλλο είδος βαμβακιού, το Gossypium barbadense ή βαμβάκι extra-long staple, εξημερώθηκε επίσης στην Αμερική, πιθανότατα στο Περού ή τον Ισημερινό, περίπου την ίδια περίοδο με το upland βαμβάκι και σήμερα αντιπροσωπεύει περίπου το 5% της παγκόσμιας παραγωγής. Δύο ακόμη εξημερωμένα είδη, το Gossypium arboreum από την ινδική υποήπειρο και το Gossypium herbaceum από την υποσαχάρια Αφρική και την Αραβική Χερσόνησο, συμπληρώνουν το υπόλοιπο της παραγωγής.

Το βαμβάκι ξεπερνά κατά πολύ άλλες καλλιέργειες ινών όπως το λινάρι, η γιούτα και η κάνναβη σε όγκο παραγωγής. «Η ζήτηση για βαμβάκι, παρότι μεταβάλλεται από χρονιά σε χρονιά, παραμένει υψηλή και φαίνεται να ακολουθεί γενικά ανοδική πορεία» λέει η Γκρόβερ.

Η εφεύρεση της εκκοκκιστικής μηχανής βαμβακιού στις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη του 18ου αιώνα αύξησε δραματικά την ταχύτητα επεξεργασίας και έκανε τη βαμβακοκαλλιέργεια εξαιρετικά κερδοφόρα. Αυτό οδήγησε στην επέκταση της δουλείας στον αμερικανικό Νότο, καθώς αυξήθηκε η ανάγκη για εργατικά χέρια στη φύτευση, τη συγκομιδή και την επεξεργασία της πολύτιμης καλλιέργειας.

«Το βαμβάκι έχει μια περίπλοκη ιστορία, κυρίως λόγω της σύνδεσής του με τη δουλεία, την εκμετάλλευση των ιθαγενών πληθυσμών και την αυτοκρατορική επέκταση. Ωστόσο, παραμένει μια διαχρονική καλλιέργεια, βαθιά συνδεδεμένη με τις ζωές ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο» κατέληξε η Γκρόβερ.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο