Της Αθηνάς Σχινά*
Σπάνια συναντά στις μέρες μας κανείς καλλιτέχνες στων οποίων το έργο να διακρίνεται εσωτερική συνέπεια, αλληλουχία των μερών που το αποτελούν ως προς το σύνολο, συνεκτικότητα και ταυτόχρονα οριακή ισορροπία ανάμεσα σε χρωματικές τονικότητες και σχεδιαστικές φόρμες, σε επιφάνειες και δομές, σε οργανικές επίσης συνάφειες ανάμεσα στις εντάσεις του φωτός, στη χροιά της υλικότητας των παριστανομένων, αλλά και στα χωροδυναμικά εκφραστικά πεδία που απαρτίζουν την κάθε του σύνθεση. Αναφέρομαι στον ζωγράφο και σκηνογράφο Νικόλα Κληρονόμο, που στα έργα του διαχρονικά αναδεικνύει την οργανική συνύπαρξη αντιθετικών καταστάσεων σε ποικίλα επίπεδα που αφορούν την καθημερινότητα που μας περιβάλλει, μέσα από τον χρόνο και τη μνήμη, τις αλλαγές των εποχών και τη ρευστότητα των καταστάσεων, τις κάθε λογής παραδοξότητες και ανατροπές επίσης, κυρίως όμως την ίδια την ενεργητική όσο κι ευεργετική αντιφατικότητα της ανθρώπινης ζωής. Αυτός ήταν κι ο λόγος, άλλωστε, που αναλογιζόμενη τα βασικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ζωγράφου με έκανε να σκεφτώ την «εναντιοδρομία» των αρχαίων μας προγόνων, στη δυναμική αντιθετικότητα της οποίας απέδιδαν εκείνοι το «γίγνεσθαι» της κοσμογονίας που μας συνιστά, μας ορίζει και μας αφορά.
Ο Νικόλας Κληρονόμος από την αρχή της καριέρας του δεν αρκέστηκε στο αδιαμφισβήτητο ταλέντο του. Ερεύνησε σε βάθος τη γλώσσα και τα ιδιώματα της τέχνης, πειραματιζόμενος παράλληλα με πολλά από τα υλικά της ζωγραφικής, ως προς τις δυνατότητές τους και τις επιλογές του με βάση τη διάκριση της υφολογίας τους, καθώς και τις ποιότητες της εκφραστικότητάς τους. Γι’ αυτό και οι σχεδιαστικές γραφές, οι χρωματικές τονικότητες, τα μέσα που κάθε φορά χρησιμοποιεί, μέχρι τα μεγέθη, αλλά και τα σχήματα των πλαισίων στα έργα του είναι πάντα αλληλεπενεργητικά, καίρια και ουσιαστικά.
Η ευρύτερη παιδεία και η καλλιέργειά του καλλιτέχνη αυτού έστρεψαν από νωρίς το ανήσυχο πνεύμα του και στη μουσική, αλλά το εντυπωσιακό στη δική του περίπτωση είναι ότι η παρατηρητικότητά του τον έκανε να σκέπτεται σε βάθος και συνδυαστικά, δηλαδή με ενσυναίσθηση και μέτρο, με εναρμόνιση και ρυθμό, με δυναμισμό και στοχασμό, όπως επίσης με υπαλλαγή κι αλληλοσυμπλήρωση αισθήσεων (π.χ., της οπτικής με την ακουστική και την απτική), μέσα ωστόσο από μια εσωτερική συνθετική οικονομία κι αλληλεπενέργεια, που φανερώνεται από τη χειρονομιακή εντέλει αφαίρεση κάθε περιττού στοιχείου.
Ανάμεσα στη διαλεκτική σχέση δομής κι επιφάνειας των έργων του, ο Νικόλας Κληρονόμος ανέπτυξε ήδη από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του μια εξπρεσιονίζουσα γραφή, με αποκαθηλωτικό ωστόσο χαρακτήρα του ελεγειακού της κατά βάση ρεαλισμού, προσδίδοντάς του μια ποιητική διάσταση, με κρυφό όμως και δραματικό -στο βάθος- τον πυρήνα της.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ζωγράφου είναι ότι ισορροπεί ανάμεσα στη στιγμή και στη διάρκεια, στη μοναδικότητα και στην επαναληπτικότητα, στην παρουσία και στη μνήμη. Ισορροπεί οριακά, επίσης, ανάμεσα στη στατικότητα και στην κίνηση, στις απροκαθόριστες ταλαντώσεις και στις παράδοξες συναιρέσεις των ρυθμών, στην αινιγματική πραγματικότητα και στην πολυεπίπεδη αλληγορία, στη μετουσιωνόμενη κυρίως «αντικειμενικότητα» και στην υποκειμενική οπτική αντίληψη.
Επανέρχομαι στην τελευταία μου αυτή διαπίστωση (στο δίπολο, δηλαδή, αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας) γιατί ο Ν. Κληρονόμος ζωγραφίζοντας συνήθως αστικά τοπία αποδίδει στην ίδια επιφάνεια μια διασύνδεσή τους μέσα από έναν συνδυασμό ρευστότητας και μνημειακότητας, αποσπασματικότητας και ταυτόχρονης αυτοτέλειας. Ο ζωγράφος, που σκηνοθετεί και ταυτοχρόνως σκηνογραφεί τα θέματά του, δεν εκφράζει απλώς ό,τι αποτυπώνει το βλέμμα, αλλά φιλτράρει ό,τι περνάει με ταχύτητα από την οπτική του αντίληψη (που τη διαμορφώνει η συναίσθηση). Μεταφέρει, δηλαδή, το οπτικό «σάρωμα» στον καμβά, μετατρέποντάς το σε χειρονομία γραφής κι επανεγγραφής, μνήμης και πραγματικότητας, συνείδησης κι υποσυνειδήτου. Η χωροχρονικότητα, μάλιστα, του βλέμματος, αλλά και η αμεσότητα των μεταλλάξεών του (που, ωστόσο, αυτές επανέρχονται ως αποτυπωνόμενες χειρονομίες, ως μετεικάσματα, θα λέγαμε, του προφανούς κι εξαιρετέου, αλλά κυρίως ως μουσικές «μεταπράξεις») μεταγγίζουν επιπλέον και στην ίδια μάλιστα επιφάνεια -ως αντικατοπτρισμούς-, τις διαφορετικές κάθε φορά ψυχοδυναμικές διαθέσεις του θεατή.
Στη σειρά με τους «εργάτες» της πρώιμής του περιόδου, ο Νικόλας Κληρονόμος υποστασιώνει τον ανθρώπινο μόχθο, την εντεταλμένη υπηρεσία αλλά και το «περιθώριο» με τα μεγάλα αινίγματα που απεικονίζονται στα ύφαλα της ζωής των μεταβιομηχανικών μεγαλουπόλεων. Οι «εργάτες» αυτοί, ήρωες κι αντιήρωες της καθημερινότητας, χαρτογραφούν τις άτυπες ιστορίες των ερωτηματικών τους, διαμορφώνοντας ένα τοπίο βιωμάτων, ψυχοδυναμικών καταστάσεων και σύγχρονης υπαρξιακής αγωνίας.
Προτού περάσω στην επόμενη ενότητα του καλλιτέχνη, θέλω ιδιαιτέρως να τονίσω τα σχέδιά του, δημιουργημένα σε μικρότερες ή μεγαλύτερες διαστάσεις. Τα σχέδιά του αυτά λειτουργούν ως παλίμψηστα. Λειτουργούν τόσο σε έκταση όσο και σε βάθος, διαθέτοντας μια υπόγεια γεωμετρία που παραπέμπει σε ένα είδος στρωματογραφίας. Μιας στρωματογραφίας που αποκαλύπτει την αποδόμηση και την ανασύνταξη ή τη συνεχή ανάπλαση της φόρμας, με βάση το ενδογενές φως και τον «ενδόμυχο» χώρο (των εγκάτων, αλλά παράλληλα και τον χώρο συνείδησης κι ασυνειδήτου), όπως αυτές οι παράμετροι διαμορφώνονται μέσα από τις εντάσεις και τις υφέσεις σχεδίου και χρωματικών τόνων, στις αλληλεπενέργειες δομών κι επιφανειών, νοηματοδοσίας κι αλληγοριών των εικαστικών του πεδίων. Δεν μπορεί εύκολα κανείς να καταλάβει τη σημασία των επόμενων σταδίων του συγκεκριμένου ζωγράφου αν δεν κατανοήσει σε βάθος τη σειρά αυτή των σημαντικών και χαρακτηριστικών του σχεδίων.
Διάσπαρτα σε όλη την επικράτεια της πατρίδας μας είναι τα «περίπτερα», τοπόσημα κυρίως στις μεγαλουπόλεις και συνυφασμένα με τα αστικά τους γνωρίσματα. Τα συναντά κανείς κοντά σε στάσεις λεωφορείων, σε πάρκα και πλατείες, σε σταυροδρόμια και στενά, σε δρόμους και σταθμούς. Αν δει κανείς τις θέσεις τους σε έναν πολεοδομικό χάρτη, θα καταλάβει πως αυτά λειτουργούν όπως τα «καυστικά» πλέγματα του ηλίου που σχηματίζονται μέσα από τις ταλαντώσεις των κυμάτων της θάλασσας κι αντανακλώνται στα ρηχά νερά κάποιας αμμώδους συνήθως παραλίας.

Τα «περίπτερα» για τον Νικόλα Κληρονόμο τα διαπραγματεύεται ως κέντρα ή πυρήνες εξακτίνωσης του φωτός και των χρωμάτων, των υποσχέσεων και των προσδοκιών, της αλήθειας και της αυταπάτης. Πρόκειται για τα περίπτερα που ανάλογα με τις εποχές, την ημέρα ή τη νύχτα δηλώνουν την εκφραστική παρουσία τους ως χειρονομιακές εικαστικές μεταλλάξεις, καθώς μεταφέρουν αισθήσεις και μεταισθήσεις πραγμάτων κι αναμνήσεων, μυστηρίων κι αινιγμάτων. Μας μεταγγίζουν αίγλη και θαλπωρή, επιθυμία και καταφυγή, νόστο κι αποδρομή, την ώρα που γίνονται φάροι προσανατολισμού στον λαβύρινθο της πόλης. Ο ζωγράφος μας παρουσιάζει αυτά τα περίπτερα σαν οάσεις και μικρούς παραδεισένιους τόπους της γης και του ουρανού, αλλά και της «εναιώρησης» στη φαντασία μας. Κάτι οικείο, προσδόκιμο και κοντινό, μα ταυτοχρόνως άπιαστο, ονειρικό κι εξωτικό.
Με πλαίσιο την πόλη διαμορφώνονται και οι ζωγραφικές συνθέσεις του Νικόλα Κληρονόμου, εκείνες που αφορούν τους «εκσκαφείς». Σε αυτή του την ενότητα τα συγκεκριμένα μηχανήματα φαντάζουν τερατικά! Γιγαντόσωμα καθώς εμφανίζονται, παραπέμπουν σε μια «προ-λογική» ή μυθοποιητική κατάσταση που αντιπαραβάλλεται απέναντι σε μια «μετα-λογική» βιωνόμενη συνθήκη ή πραγματικότητα.
Τα μεταλλικά αυτά μηχανήματα, που θυμίζουν Τιτάνες της μυθοπλασίας (εκεί όπου οι αρχικοί εκείνοι «εργάτες» του ζωγράφου έχουν τώρα πια γίνει καταλύτες της «αλλαγής»), αντικρίζουμε στα εργοτάξια που ανασκάπτουν την πόλη, η οποία βρίσκεται (όπως και η ίδια η ζωή) σε μια διαρκή μετεξέλιξη. Στα σπλάχνα της γης αποκαλύπτονται σκοτάδια και μέσα από αυτά αχνοφαίνονται υπολείμματα διάφορων πολιτισμικών φάσεων που έχουν εκλείψει και μισοφανερώνονται, για να υποδείξουν προφανώς τις διαδοχικές φάσεις γεννήσεων και θανάτων, αλλά και μιας διεργασίας αναγεννήσεων που συμβαίνει στην ίδια την πόλη, με βάση τη ρευστότητα και τις συνεχόμενες αλλαγές των καταστάσεων. Πίσω ωστόσο και πέρα από τα φαινόμενα, που προσδιορίζουν τη γοητεία αλλά και την τραγωδία του εφήμερου, αναδύεται η ανθρώπινη συνείδηση που ψάχνει να βρει -στην οντολογία- τις αρχές που τη συνιστούν, προκειμένου να δώσει υπόσταση και νόημα στην ίδια της την παρουσία και σε ό,τι πραγματοποιεί, αφήνοντας μέσα από τις δημιουργικές της αξίες, τα ίχνη και τα σημάδια της στο πέρασμα του χρόνου.
*Ιστορικός τέχνης και θεωρίας του πολιτισμού (ΕΚΠΑ – παμψηφεί Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών)