Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική υποκρισία πέφτει και μένει γυμνός ο κυνισμός. Η ανάρτηση του Άδωνι Γεωργιάδη για τα ρουσφέτια ήταν μία από αυτές.
Διαβάζεις την ανάρτηση του Άδωνι Γεωργιάδη και για λίγα δευτερόλεπτα νομίζεις ότι κάτι έχεις καταλάβει λάθος. Ότι αποκλείεται υπουργός της κυβέρνησης να γράφει, περίπου με ύφος αυτονόητου, πως στην Ελλάδα «γίνονταν ρουσφέτια», ότι ο ίδιος «ανταποκρίθηκε, ανταποκρίνεται και θα ανταποκρίνεται» σε τέτοια αιτήματα, και ότι το θέμα είναι απλώς να μην υπήρξε «παράνομο ρουσφέτι» ή βλάβη δημοσίου και ευρωπαϊκού χρήματος. Μόνο που δεν κατάλαβες λάθος. Αυτό ακριβώς είπε. Και το είπε με εκείνη την ξεχωριστή αλαζονεία του ανθρώπου που δεν νιώθει καν την ανάγκη να απολογηθεί.
Αυτό είναι ίσως το πιο σοκαριστικό στοιχείο της υπόθεσης. Όχι μόνο το περιεχόμενο, αλλά ο τόνος. Δεν είδαμε έναν υπουργό που πιέζεται και προσπαθεί αδέξια να αμυνθεί. Είδαμε έναν υπουργό που αντιμετωπίζει το ρουσφέτι σαν φυσικό φαινόμενο, σχεδόν σαν κοινωνική υπηρεσία. Σαν να μας λέει: μη σοκάρεστε, έτσι δουλεύει το σύστημα, όλοι το ξέρουν, όλοι το κάνουν, άρα τι ακριβώς συζητάμε; Κι όταν το πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα και δηλώνει ότι «το ρουσφέτι δεν πρέπει να έχει ποινικές κυρώσεις», τότε δεν υπερασπίζεται απλώς τον εαυτό του. Νομιμοποιεί δημόσια μια ολόκληρη κουλτούρα πελατειακής εξουσίας.
Ψηφοφόροι – πελάτες
Ας το πούμε καθαρά: το ρουσφέτι δεν είναι μια αθώα «πολιτική διαμεσολάβηση», όπως επιχείρησε να το βαφτίσει. Είναι μηχανισμός εξάρτησης. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία μοιράζει μικρές ή μεγαλύτερες εξυπηρετήσεις και αγοράζει πολιτική επιρροή, ψήφους, σιωπή, ανοχή, ευγνωμοσύνη. Δεν χρειάζεται να αλλάξουν χέρια φακελάκια για να είναι βαθιά διεφθαρμένη πρακτική. Αρκεί το απλό: «εγώ σε βολεύω, άρα εσύ με θυμάσαι». Αυτό ακριβώς είναι το πελατειακό κράτος στην πιο ωμή του μορφή. Και όταν ένας κορυφαίος υπουργός το περιγράφει σαν κάτι περίπου φυσιολογικό, στην πραγματικότητα ομολογεί πώς αντιλαμβάνεται την πολιτική: όχι ως υπηρεσία προς το δημόσιο συμφέρον, αλλά ως διαχείριση δικτύων επιρροής.
Αφού δεν υπήρχε φακελάκι…
Το πραγματικό σκάνδαλο, λοιπόν, δεν είναι μόνο η ανάρτηση. Είναι ότι αυτή η ανάρτηση μοιάζει να βγαίνει από το πιο βαθύ ασυνείδητο της σημερινής εξουσίας. Από μια αντίληψη που δεν θεωρεί το ρουσφέτι ντροπή, αλλά εργαλείο. Που δεν βλέπει τον πολίτη ως ισότιμο φορέα δικαιωμάτων, αλλά ως πελάτη προς εξυπηρέτηση. Που δεν καταλαβαίνει καν γιατί εξοργίζεται η κοινωνία όταν ακούει έναν υπουργό να λέει, ούτε λίγο ούτε πολύ, «μην κάνετε έτσι, δεν πήραμε και λεφτά». Λες και η δημοκρατική σήψη μετριέται μόνο με το ποινικό ταμείο. Λες και η εξαγορά επιρροής παύει να είναι εξαγορά όταν δεν αφήνει απόδειξη.
Και κάτι ακόμα: ένας υπουργός που δηλώνει δημοσίως ότι έχει διαβάσει τις δικογραφίες και προβλέπει πως «θα αθωωθούν όλοι» δεν μιλά σαν θεσμικός παράγοντας που σέβεται τη Δικαιοσύνη. Μιλά σαν κομματικός συνήγορος που έχει ήδη αποφασίσει το αποτέλεσμα πριν καν ολοκληρωθεί ο έλεγχος. Το ίδιο πρόσωπο που μας λέει ότι το ρουσφέτι είναι περίπου μέρος της πολιτικής κανονικότητας, σπεύδει και να προδικάσει ότι κανείς δεν θα πληρώσει τίποτα. Αν αυτό δεν είναι η επιτομή της αλαζονείας της εξουσίας, τότε τι είναι;
Καμία ντροπή
Ο Άδωνις Γεωργιάδης μπορεί να πίστεψε ότι με αυτή την ανάρτηση υπερασπίζεται την παράταξή του. Στην πραγματικότητα έκανε κάτι χειρότερο: εξέθεσε το αληθινό της ήθος. Έδειξε πως πίσω από τις λέξεις «μεταρρύθμιση», «θεσμικότητα» και «σοβαρότητα» επιβιώνει ακμαία η πιο παλιά, πιο βρώμικη λογική του ελληνικού κράτους: το ρουσφέτι ως μέσο άσκησης εξουσίας. Και το ακόμη πιο αδιανόητο είναι ότι δεν το είπε ψιθυριστά, δεν το άφησε να διαρρεύσει, δεν τον πρόδωσε κανένα μικρόφωνο. Το έγραψε μόνος του. Δημόσια. Με το όνομά του από κάτω.
Αυτό δεν είναι απλώς κυνισμός. Είναι πολιτική ομολογία. Και είναι και κάτι ακόμη: μια υπενθύμιση ότι αυτή η κυβέρνηση δεν έχει μόνο πρόβλημα διαφάνειας. Έχει πρόβλημα ηθικού φραγμού. Γιατί όταν φτάνεις στο σημείο να υπερασπίζεσαι το ρουσφέτι ως ανεκτή πρακτική, δεν έχεις απλώς χάσει το μέτρο. Έχεις χάσει και κάθε ντροπή.