Δεν παραγνωρίζω τις συνεργασίες με τον Λεοντή, τον Χάλαρη, τον Σπανό, τον Χατζηνάσιο, τον Μπουγά, τον Ανδρέου, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Ελευθερίου, τον Τριπολίτη, τον Καρνάτσο και άλλους διαλεχτούς που της χάρισαν όμορφα τραγούδια, αρκετά εκ των οποίων κέρδισαν τη μάχη με τον χρόνο.
Ούτε θεωρώ πως το τραγούδι είναι πρωτάθλημα όπου ο καλύτερος βγαίνει πρώτος και οι άλλοι ακολουθούν.
Ομως το «Μαμά Γερνάω» των Σταμάτη Κραουνάκη και Λίνας Νικολακοπούλου με την Τάνια Τσανακλίδου είναι μια οριακή εργασία τόσο για όλους τους συντελεστές του έκδοσης όσο και για το ελληνικό τραγούδι.
Το 1988 η Τάνια Τσανακλίδου είναι καταξιωμένη ερμηνεύτρια με αξιοπρόσεκτη θητεία τόσο στη δισκογραφία όσο και την ψυχαγωγία.
Η μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη και απόφοιτος της δραματικής σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, που με τον ιδιαίτερο τρόπο της κατέκτησε την πρωτεύουσα και το πανελλήνιο περνάει μια δύσκολη στιγμή…
Η ίδια έχει δηλώσει σχετικά:
«Είχαμε γνωριστεί με τα παιδιά και όλο λέγαμε να κάνουμε κάτι μαζί, αλλά δεν καθόταν. Εν τω μεταξύ παθαίνει η μητέρα μου. Νοέμβρης του ’86. Είμαι στα χάλια μου εγώ, δεν θέλω να βγαίνω, να τρώω, περνάω δύσκολα. Ενα βράδυ, αρχές του άλλου χρόνου, με τραβάνε τα παιδιά να πάω στην παράστασή τους, να βγω λιγάκι, και όντως πάω στη “Λεωφόρο Α΄”, όπου τραγουδούσαν η Αλκηστις και η Ελευθερία. Είμαι όμως χάλια. Απαρηγόρητη. Μου λένε πάλι να κάνουμε κάτι μαζί και τους απαντώ, “παιδιά, ούτε δίσκο θέλω, ούτε τίποτα. Το μόνο που θα είχε τώρα νόημα για μένα θα ήταν ένα τραγούδι που θα έλεγα στη μάνα μου ό,τι δεν πρόλαβα να της πω”. Περνάνε λίγες ημέρες και ένα βράδυ που παίζουμε χαρτιά με τον Σταμάτη, καταλαβαίνω ότι το πάει από ’δω, το πάει από ’κει, κάτι θέλει να μου πει. Στο τέλος δεν αντέχει και μου το ξεφουρνίζει: “Σου ’χει γράψει ένα η Λίνα που δεν θα το πιστεύεις”. Ετσι όπως είμαστε, παρατάμε τα χαρτιά, τα παρατάμε όλα και δίνουμε ραντεβού με τη Λίνα. Αυτό το τραγούδι όντως δεν μπορούσα να το προβάρω όπως τα άλλα που έγιναν για τον δίσκο. Δεν το άντεχα. Ετοιμος ήταν ο υπόλοιπος, αλλά αυτό δεν μπορούσα… Πρώτη φορά λοιπόν μπαίνουμε και οι τρεις στο στούντιο να ψάξουμε τόνο και αρχίζω… Κάποια στιγμή ψάχνω να τους βρω και είχαν εξαφανιστεί όλοι. Ο Σταμάτης, ο ηχολήπτης, όλοι. Μόνο η Λίνα έκανε ότι διάβαζε εφημερίδα. Ολοι μέσα στο στούντιο έκλαιγαν. Τελικά αυτή την πρώτη “πρόβα” την κρατήσαμε και στον δίσκο, είναι το… Υστερόγραφο». ¹
Το τραγούδι που ακούγεται στην κανονική του εκδοχή αλλά και σαν «Υστερόγραφο» στο φινάλε με τη σπαρακτική έκφραση της ερμηνεύτριας «άλλο δεν μπορώ …» είναι εκείνο που βάπτισε και τον δίσκο των Κραουνάκη, Νικολακοπούλου –ήδη τότε δοκιμασμένο δίδυμο– και Τσανακλίδου: «Μαμά Γερνάω».
Εδώ εκτός από το ομότιτλο, συναντάμε τις «Μοίρες», το «Πάτωμα», το «Τσιφτετέλι», το «Γυφτάκι» και όχι μόνο.
Εξαιρετική η ενορχήστρωση από τον εμπνευσμένο επαγγελματία Νίκο Κούρο, ενώ ανάμεσα στους μουσικούς συναντάμε προσωπικότητες σαν τους Κώστα Παπαδόπουλο (μπουζούκι), Λευτέρη Ζέρβα (βιολί), Τάσο Διακογιώργη (σαντούρι), Δημήτρη Λέκκα (φλογέρα και τούρκικα ζίλια), Κώστα Χαριτοδιπλωμένο (προγραμματισμός και συνθεσάιζερ) και άλλους ξεχωριστούς, καθώς και σύνολα εγχόρδων υπό τη διεύθυνση του Παντελή Δεσποτίδη κι ένα σωρό ακόμη μαγικές λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά. Θαρρείς και το σύμπαν έχει κινητοποιηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να προκύψει ένα μονάκριβο, ζηλευτό αποτέλεσμα.
Οι ηχογραφήσεις του έργου έγιναν στο Studio Sierra από την 1η Φεβρουαρίου έως και τις 27 Απριλίου του 1988.
Στην αρχή ο δίσκος δεν περπάτησε εμπορικά. Ακόμη και η CBS, από την οποία κυκλοφόρησε, τον αντιμετώπιζε με αμηχανία στην προώθησή του. Με βραδύκαυστα όμως βήματα, η ιδιαιτερότητα του άρχισε να αναδεικνύεται και δικαίως σήμερα θεωρείται ως ένα από τα διαμάντια της ελληνικής τραγουδοποιίας.
Ο Σταμάτης Κραουνάκης έχει αναφέρει για το εγχείρημά του:
«Επρεπε να μελοποιήσω τη γυναικεία ψυχή, και δεν ήταν εύκολο πράγμα. Πολλές φορές εκείνη την εποχή ένιωθα ότι η μουσική έπρεπε να είναι πιο συμβατική από τον στίχο. Γιατί ένιωθα ότι ο λόγος της Λίνας θα βγάλει φίδι από την τρύπα, αυτός θα είναι το ανατρεπτικό στοιχείο…».
Η στιχουργός με τη σειρά της προσθέτει:
«Αλλά, αυτό που έχει σημασία είναι, ακόμα και αν εκπορεύεται από μια ψυχή γυναικεία, αν συγκινεί. Μου έχουν πει γυναίκες ότι οι άνδρες τους στο “Μαμά γερνάω” πήγαιναν στο διπλανό δωμάτιο, γιατί τους συγκινούσε κι εκείνους αλλά δεν ήθελαν να το δείξουν». ²
Ο επίλογος ανήκει στην Τάνια Τσανακλίδου:
«Το 1986 εγώ ήθελα να φύγω από την Ελλάδα, είχα κάνει μια αξιοπρεπέστατη καριέρα, ήμουν πολύ γνωστή, έβγαζα χρήματα, κάτι όμως δεν μου άρεσε, αισθανόμουν ότι βούλιαζα. Σηκώθηκα και πήγα στην Αμερική, στο Λος Αντζελες που ζούσαν τα αδέρφια μου. Πήγα και έδωσα εξετάσεις σε μία πολύ μεγάλη σχολή στην Αμερική. Ηθελα να γίνω ξανά μαθήτρια, ήταν συγκλονιστικό που με δέχτηκαν. Γύρισα στην Ελλάδα για να πακετάρω τα πράγματά μου και δυστυχώς η μητέρα μου διαγνώστηκε με έναν πολύ επιθετικό καρκίνο, οι γιατροί δεν της έδιναν πάνω από έξι μήνες ζωής, οπότε είπα “άστα τα μεγάλα σχέδια, γύρνα να είσαι στη μάνα σου”. Αυτό είχα ανάγκη, ήθελα να είμαι κοντά της… Αν είχα μείνει στην Αμερική, δεν θα υπήρχε το “Μαμά γερνάω”, που το θεωρώ από τους σημαντικότερους δίσκους στην καριέρα μου. Θέλω να πω ότι πάντα κάτι χάνουμε και κάτι κερδίζουμε. Υπάρχει ένα αντιστάθμισμα, γι’ αυτό να μη μαυρίζει η ψυχή μας όταν κάτι δεν πηγαίνει όπως το θέλουμε… Μόλις το τραγούδησα, πήρα ένα κασετόφωνο και πήγα στο μνήμα της μαμάς μου. Το έβαλα τέρμα δυνατά, ήταν η πρώτη φορά που το άκουσα εκτός στούντιο, μέσα στο νεκροταφείο. Με κοιτούσαν οι χήρες περίεργα, αλλά δεν με ένοιαξε καθόλου. Εγώ ένιωσα τότε μία σύνδεση, εκείνη δεν ξέρω. Θεωρώ ότι πάντα κουβαλάμε τους ανθρώπους, που αγαπάμε». ³
Πηγές:
¹ «Ενα τραγούδι μια ιστορία», εφημερίδα Τα Νέα. Επιμέλεια: Δημήτρης Μανιάτης, Μαρία Μαρκουλή, Χάρις Ποντίδα.
² Συνέντευξη στην Καλή Βανδώρου (ogdoo.gr, 10 Ιανουαρίου 2019).
³ Στην εκπομπή «Buongiorno», Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026.