Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Η γένεση της πρώτης γεωλογικής εταιρείας στον κόσμο …..και από γιατρούς

Το 1796, ο φαρμακοποιός και χημικός William Allen «άνοιξε» το εργαστήριό του, που στεγαζόταν στο Plough Court 2 του Λονδίνου και φιλοξένησε μια άτυπη λέσχη νεαρών ερευνητών που μοιράζονταν ένα κοινό πάθος για τη χημεία, την πειραματική φιλοσοφία, και σταδιακά για τη μελέτη των δομικών στοιχείων της Γης.

Τη λέσχη αυτή την ονόμασαν Askesian Society, από την ελληνική λέξη «άσκηση», υποδηλώνοντας την έμφαση όχι μόνο στη θεωρητική γνώση αλλά και στην πρακτική εφαρμογή της. Μαζί με τον Allen, κεντρικό ρόλο είχαν ο Richard Phillips και ο William Haseldine Pepys, μέλη της κοινότητας των Κουακέρων, οι οποίοι διαμόρφωσαν ένα ιδιαίτερα συνεκτικό και δραστήριο επιστημονικό περιβάλλον. Οι Κουακέροι (Quakers), που ανήκαν στη λεγόμενη Religious Society of Friends, ένα χριστιανικό θρησκευτικό κίνημα που ιδρύθηκε τον 17ο αιώνα στην Αγγλία, επειδή ήταν αποκλεισμένοι από τα πανεπιστήμια της αγγλικής «ελίτ», ανέπτυξαν ένα εναλλακτικό δίκτυο γνώσης βασισμένο στην εμπειρία, στον πειραματισμό και την πειθαρχία. Με τον τρόπο αυτόν μετέτρεψαν τη γνωστή τότε επιστημονική γνώση από προνόμιο των μελών της «ελίτ» σε «άσκηση», δημιουργώντας το κοινωνικό και επιστημονικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο στήριξαν την ανάπτυξή τους  οι πρώτες «γεωλογικές» κοινότητες. Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερο κοινωνικό και πνευματικό πλαίσιο, η Askesian Society διαμόρφωσε τον δικό της τρόπο λειτουργίας, μετατρέποντας τη συνάντηση σε υποχρέωση πνευματικής παραγωγής και την περιέργεια σε συστηματική επιστημονική πράξη. Τα μέλη της όφειλαν να παρουσιάζουν εργασίες σε τακτά χρονικά διαστήματα γιατί διαφορετικά πλήρωναν πρόστιμο (κάντε μια σύγκριση με τις χιλιάδες των σημερινών επιστημονικών επιτροπών…), καλλιεργώντας έτσι μια κουλτούρα ενεργού συμμετοχής και παραγωγής γνώσης [1]. Οι νεαροί που συμμετείχαν στην Askesian Society δεν ήταν «γεωλόγοι», «χημικοί» ή «φυσικοί» με τη σημερινή έννοια. Η σημερινή ορολογία «φυσιοδίφες» δεν περιλαμβάνει την ευρύτητα των επιστημονικών αντικειμένων. Ήταν φορείς μιας ενιαίας επιστημονικής κουλτούρας, η οποία συχνά ονομαζόταν «φυσική φιλοσοφία» και περιλάμβανε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων: από τη μελέτη των φυσικών φαινομένων μέχρι την ανάλυση υλικών, από την ιατρική πρακτική μέχρι την παρατήρηση της φύσης. Στην ίδια συνάντηση μπορούσε κανείς να συζητήσει για χημικές αντιδράσεις, για μετεωρολογικά φαινόμενα, για ορυκτά ή ακόμη και για ζητήματα που σήμερα θα εντάσσαμε στη βιολογία ή τη γεωλογία. Η εκπαίδευση των μελών της αντανακλούσε αυτή τη «διεπιστημονικότητα» θα λέγαμε με τη σημερινή ορολογία. Πολλοί από αυτούς είχαν περάσει από ιατρικά ιδρύματα, όπως το Guy’s και το St Thomas’s Hospital, όπου η χημεία, η φυσική και η ανατομία διδάσκονταν ως ενιαίο σώμα γνώσης. Η ιατρική ειδικότερα λειτουργούσε ως βασική πύλη εισόδου στην επιστήμη, προσφέροντας τόσο θεωρητική κατάρτιση όσο και εξοικείωση με την παρατήρηση και το πείραμα.

 

Παράλληλα, η συμμετοχή σε δημόσιες διαλέξεις και ιδιωτικά εργαστήρια δημιουργούσε ένα άτυπο αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό δίκτυο εκπαίδευσης, όπου η γνώση μεταδιδόταν μέσα από την πράξη και την εμπειρία. Σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώθηκε μια γενιά «επιστημόνων» που άρχισε να μετακινείται από τη χημεία και τη φυσική ιστορία προς την ορυκτολογία και τη γεωλογία. Η ίδρυση της British Mineralogical Society το 1799, στον ίδιο χώρο, ενίσχυσε αυτή τη μετάβαση, δημιουργώντας ένα πυκνό πλέγμα ανταλλαγής δειγμάτων, επιστημονικών ερεθισμάτων αλλά και καινοτόμων ιδεών. Το 1807 η Askesian Society διαλύθηκε. Η διάλυσή της δεν υπήρξε ένδειξη παρακμής, αλλά ένδειξη ολοκλήρωσης.

Η «λέσχη» είχε ήδη επιτελέσει τον σκοπό της: είχε καλλιεργήσει ανθρώπους, ιδέες και σχέσεις που ήταν πλέον έτοιμες και έτοιμοι να μεταφερθούν σε πιο «σταθερούς» θεσμούς. Μετά τη διάλυση, τα μέλη της διαχύθηκαν σε ήδη εδραιωμένους θεσμούς όπως η Royal Society και η Linnean Society of London, ενώ άλλοι πρωτοστάτησαν στη συγκρότηση νέων επιστημονικών δομών, όπως η Geological Society of London, μεταφέροντας μαζί τους την κουλτούρα της διεπιστημονικής ανταλλαγής γνώσεων και της ενεργού «άσκησης» της επιστήμης [2].

Freemasons’ Tavern

Ήταν 13 Νοεμβρίου του 1807 όταν δεκατρείς άνδρες παραβρέθηκαν σε δείπνο, στην Freemasons’ Tavern της Great Queen Street, στο Covent Garden του Λονδίνου. Τουλάχιστον τρεις από τους δεκατρείς ιδρυτές προέρχονταν άμεσα από τον κύκλο της Askesian Society, ενώ αρκετοί ακόμη είχαν διαμορφωθεί μέσα στο ίδιο άτυπο δίκτυο επιστημονικής “άσκησης” που είχε αναπτυχθεί στο Plough Court. Η Freemasons’ Tavern δεν ήταν μια συνηθισμένη παμπ. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα πνευματικής και πολιτικής ζωής στο Λονδίνο του 19ου αιώνα, ένα σημείο συνάντησης της επιστημονικής, πολιτικής και αθλητικής ελίτ της εποχής. Η γειτνίασή της δε με τη Μεγάλη Στοά της Αγγλίας στην ίδια οδό (Great Queen Street) την είχε καταστήσει κύριο χώρο κοινωνικοποίησης των Τεκτόνων, αλλά και ευρύτερο forum διαλόγου για τις προοδευτικές ιδέες της εποχής. Η ιστορική της «παραγωγή» είναι εντυπωσιακή: το 1823, ιδρύθηκε η Ελληνική Επιτροπή του Λονδίνου, ο οργανισμός που στήριξε οικονομικά και διπλωματικά την Ελληνική Επανάσταση, με εξέχουσα μορφή τον λόρδο Βύρωνα. Το 1863, στον ίδιο χώρο, ιδρύθηκε η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αγγλίας  και θεσπίστηκαν οι πρώτοι ενιαίοι κανόνες του ποδοσφαίρου. Εκτός των ανωτέρω, υπήρξε επίσης σημείο εκκίνησης των αγώνων  για την κατάργηση της δουλείας και χώρος ίδρυσης πολλών επιστημονικών συλλόγων που άλλαξαν τη ροή της επιστημονικής γνώσης [3].

Σε αυτό το κλίμα επιστημονικού (και πολιτικού) «αναβρασμού», η επιλογή του χώρου για την ίδρυση της Geological Society of London δεν ήταν τυχαία, ήταν η φυσική συνέχεια μιας παράδοσης που μεσουρανούσε εκείνη την εποχή. Η Geological Society of London δεν ιδρύθηκε από «γεωλόγους» με τη σύγχρονη έννοια και αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο για τη γένεση της ίδιας της γεωλογίας. Τα ιδρυτικά της μέλη προέρχονταν από ένα ευρύ φάσμα γνωστικών πεδίων. Στον πυρήνα των ιδρυτών βρίσκουμε κατ’ αρχάς την ιατρικήΠριν από το δείπνο εργασίας εκείνης της βραδυάς, οι πρωτεργάτες συναντήθηκαν σε ένα πολύ πιο απλό περιβάλλον: το σπίτι του William Babington στο Aldermanbury, γιατί ο Babington, γιατρός και ορυκτολόγος, ήταν ο άτυπος συνδετικός κρίκος εκείνης της διεπιστημονικής κοινότητας. Η παρουσία των γιατρών στον ιδρυτικό πυρήνα της Geological Society of London υπήρξε καθοριστική και συγκροτήθηκε γύρω από τρεις βασικές μορφές: τον William Babington, τον James Parkinson και τον James Laird. Ο Babington, διακεκριμένος ιατρός του Guy’s Hospital και ένθερμος ορυκτολόγος, λειτούργησε ως συνεκτικός κρίκος της ομάδας, καθώς η εμπειρία του στην ορυκτολογία έφερε κοντά τους πρώτους ενδιαφερόμενους. Ο Parkinson, γνωστός για το μνημειώδες έργο του Organic Remains of a Former World [4], μετέτρεψε τα απολιθώματα από αντικείμενα συλλογής σε εργαλεία ερμηνείας του γεωλογικού παρελθόντος, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη θεμελίωση της παλαιοντολογίας. Ο Laird, λιγότερο προβεβλημένος αλλά οργανωτικά κρίσιμος, συμμετείχε ενεργά στις πρώτες συναθροίσεις που συνδύαζαν ανταλλαγή επιστημονικής γνώσης και κοινωνικής συνοχής. Γύρω από αυτόν τον πυρήνα κινήθηκε και ο George Bellas Greenough, ο οποίος, έχοντας σπουδάσει αρχικά ιατρική, ανέλαβε καίριο ρόλο στη θεσμική συγκρότηση της Εταιρείας. Δίπλα στην ιατρική, η χημεία και η φαρμακευτική αποτελούσαν έναν δεύτερο βασικό άξονα. Παράλληλα, σημαντική ήταν η παρουσία της ορυκτολογίας και της φυσικής ιστορίας, πεδία που λειτουργούσαν ως γέφυρες προς τη γεωλογία. Η σύνθεση αυτή δεν ήταν τυχαία: στη Βρετανία των αρχών του 19ου αιώνα, η γεωλογία αναδυόταν ακριβώς από τη συμβολή τριών στενά συνδεδεμένων κλάδων: ιατρικής, ορυκτολογίας και χημείας. Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τη συμβολή της μηχανικής και των εφαρμοσμένων επιστημών καθώς και τη συμβολή των «ερασιτεχνών» επιστημόνων, εμπόρων και διανοουμένων, οι οποίοι δεν ανήκαν σε πανεπιστημιακούς θεσμούς αλλά συμμετείχαν ενεργά στην παραγωγή γνώσης. Αυτή η κοινωνική ποικιλία ήταν κρίσιμη: επέτρεψε την ανταλλαγή ιδεών πέρα από τα όρια των καθιερωμένων επιστημών και ενίσχυσε τον διεπιστημονικό χαρακτήρα της πρώιμης γεωλογίας [5].

Γιατί γιατροί; Η λογική μιας εποχής

Για να κατανοήσει κανείς γιατί βρέθηκαν στην «καρδιά» της γεωλογίας οι γιατροί, πρέπει να αντιληφθεί τι σήμαινε «γιατρός» την περίοδο που αναφερόμαστε (τέλη του 18ου αιώνα – αρχές του 19ου αιώνα). Ο όρος physician αναφερόταν στους πανεπιστημιακά εκπαιδευμένους ιατρούς, με ισχυρή κατάρτιση στη χημεία, τη φυσική ιστορία και τις μεθόδους παρατήρησης και ταξινόμησης, δεξιότητες που ήταν ήδη σε χρήση  κατά τη μελέτη ορυκτών,  πετρωμάτων και απολιθωμάτων. Παράλληλα, υπήρχαν οι surgeons και οι apothecaries που ήταν επαγγελματικές κατηγορίες με πρακτικό προσανατολισμό, που συμμετείχαν  επίσης στη διαμόρφωση της επιστημονικής γνώσης. Ο Parkinson, για παράδειγμα, ήταν apothecary surgeon. Η ιατρική αποτελούσε έναν από τους λίγους κλάδους που παρείχαν συστηματική εκπαίδευση στη χημεία, τη φυσική ιστορία και τις μεθόδους παρατήρησης. Πολλοί από τους γιατρούς-ιδρυτές δεν αυτοπροσδιορίζονταν αποκλειστικά μέσω της ιατρικής τους ιδιότητας, αλλά λειτουργούσαν ως natural philosophers (φυσικοί φιλόσοφοι), ενταγμένοι σε μια ενιαία προσπάθεια κατανόησης της φύσης. Στο ίδιο πλαίσιο, κυριαρχούσε και ο τύπος του “man of science” ή/και “gentleman scientist”, δηλαδή ατόμων των οποίων η οικονομική ανεξαρτησία και η ευρεία παιδεία επέτρεπαν την ενασχόληση με πολλαπλά επιστημονικά πεδία, πέρα από τις επιμέρους αναλυτικές τους εξειδικεύσεις [1].

Από το άτυπο δείπνο στον “βασιλικό χάρτη”

Η Geological Society of London δεν γεννήθηκε ως επίσημος θεσμός. Ξεκίνησε ως άτυπος κύκλος ανταλλαγής δειγμάτων ορυκτών, απολιθωμάτων αλλά και ιδεών, για να αποκτήσει αργότερα θεσμική υπόσταση. Μια δυναμική «από τα κάτω» που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο αναδύθηκε η γεωλογία: μέσα από τη σύγκλιση διαφορετικών επιστημονικών εμπειριών και όχι από μια κεντρική επιστημονική «εξουσία». Η εταιρεία σύντομα μετακόμισε σε μισθωμένους χώρους, συγκρότησε βιβλιοθήκη και μουσειακή συλλογή, και ξεκίνησε να δημοσιεύει τα πρακτικά της από το 1811. Το 1825, ο βασιλιάς George IV  της χορήγησε τον «Βασιλικό Καταστατικό Χάρτη» (Royal Charter), με τον οποίο η μέχρι τότε άτυπη επιστημονική ένωση αναγνωρίστηκε επίσημα ως θεσμικός οργανισμός με νομική υπόσταση, καθορισμένες αρμοδιότητες και σαφή επιστημονικό προσανατολισμό προς τη μελέτη της δομής της Γης, σηματοδοτώντας την πλήρη ένταξη της γεωλογίας στο αναγνωρισμένο σώμα των επιστημών. Η εταιρεία αυτή στάθηκε πρότυπο για παρόμοιους θεσμούς παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης της ίδρυσης της Société Géologique de France (1830). Με αυτή την έννοια, η Geological Society of London δεν αποτέλεσε μόνο τον πρώτο γεωλογικό θεσμό, αλλά και το μοντέλο μέσα από το οποίο η γεωλογία καθιερώθηκε διεθνώς ως οργανωμένη επιστήμη [5].

Αντί επιλόγου

Η ίδρυση της Geological Society of London αντανακλά μια εποχή όπου τα όρια μεταξύ επιστημονικών πεδίων ήταν ρευστά. Η γεωλογία δεν εμφανίστηκε ως αυτόνομη επιστήμη, αλλά ως αποτέλεσμα μιας διεπιστημονικής αναζήτησης: κυρίως μέσα από τη σύγκλιση χημείας, ορυκτολογίας και ιατρικής. Στη σημερινή εποχή του έντονου επιστημονικού κατακερματισμού, αυτή η ίδρυση υπενθυμίζει κάτι πολύ ουσιώδες: οι νέες επιστήμες δεν γεννιούνται μέσα σε στενά γνωστικά όρια, αλλά στα σημεία όπου διαφορετικές γνώσεις συναντιούνται και αλληλοφωτίζονται. Ανάμεσα στις επιστημονικές ειδικότητες, οι γιατροί που κάθισαν εκείνο το βράδυ του Νοεμβρίου 1807 στο Freemasons’ Tavern δεν ίδρυσαν απλώς μια εταιρεία αλλά συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός νέου τρόπου σκέψης: της ανάγνωσης της Γης ως ιστορικού αρχείου.

Βιβλιογραφία

[1] Porter, R. (2000) The Creation of the Modern World: The Untold Story of the British Enlightenment. London: Allen Lane.

[2] Inkster, I. (1977) ‘Science and society in the metropolis: A preliminary examination of the social and institutional context of the Askesian Society of London, 1796–1807’, Annals of Science, 34(1), σσ. 1–32.

[3] Geological Society of London (n.d.) A Brief History of the Society. Διαθέσιμο στο: https://www.geolsoc.org.uk/about-us/history/a-brief-history

[4] Parkinson, J. (1804–1811). Organic remains of a former world: An examination of the mineralized remains of the vegetables and animals of the antediluvian world; generally termed extraneous fossils. Printed by Whittingham. https://dn721609.ca.archive.org/0/items/organicremainsf3park/organicremainsf3park.pdf

[5] Woodward, H.B. (1907) The History of the Geological Society of London. London: Longmans, Green and Co. Διαθέσιμο στο: https://archive.org/details/historygeologic00wood/page/38/mode/2up

[6] Boylan, P.J. (2009) The Geological Society and its official recognition, 1824–1828. London: Geological Society.

[7] Wikipedia (2024) Freemasons’ Tavern [Εικόνα]. Διαθέσιμο στο: https://en.wikipedia.org/wiki/Freemasons%27_Tavern#/media/File:Freemasons’_Tavern.jpg

Ακουαρέλα της «Freemasons’ Tavern» του John Nixon, περίπου 1800 [7]

*Καθηγητή και τέως Κοσμήτορα της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο