Η λύση υπάρχει, αλλά δεν εφαρμόζεται συστηματικά. Η επιστημονική γνώση και η κλινική εμπειρία συμφωνούν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η εμμηνόπαυση πρέπει να ενσωματώνεται στη διαχείριση του ρευματικού νοσήματος.

Αυτό σημαίνει:
• ενσωμάτωση της εμμηνόπαυσης στη ρευματολογική παρακολούθηση,
• συστηματική συνεργασία μεταξύ ρευματολόγων και γυναικολόγων,
• αξιολόγηση των συμπτωμάτων με βάση τη συνολική εικόνα της γυναίκας,
• ενημέρωση και ενεργό συμμετοχή της ασθενούς.

Αν και τα παραπάνω αποτελούν πλέον διεθνώς αναγνωρισμένη κατεύθυνση όπως η EULAR, στην πράξη εξακολουθούν να εφαρμόζονται αποσπασματικά. Ένα από τα πιο κρίσιμα προβλήματα είναι η επικάλυψη των συμπτωμάτων. Κόπωση, πόνος στις αρθρώσεις, διαταραχές ύπνου και γνωστική δυσκολία μπορεί να αποδοθούν είτε στην εμμηνόπαυση είτε στο ρευματικό νόσημα.