Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δείχνει ξεκάθαρα ποιος πληρώνει κάθε φορά τον λογαριασμό των πολέμων και των γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Οι μεγάλες δυνάμεις παίζουν παιχνίδια ισχύος, ανεβάζουν την ένταση και δοκιμάζουν τα όριά τους, ενώ οι κοινωνίες βρίσκονται αντιμέτωπες με τις συνέπειες. Η επιλογή της κλιμάκωσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, με πιέσεις προς συμμάχους να ακολουθήσουν, ανοίγει έναν επικίνδυνο δρόμο που σε μεγαλύτερη αστάθεια.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η συζήτηση για συμμετοχή της Ελλάδας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η ευθυγράμμιση με τέτοιους σχεδιασμούς σημαίνει ότι η χώρα μπαίνει σε μια σύγκρουση που δεν αφορά τις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά τα συμφέροντα των ΗΠΑ, του Ισραήλ και των ενεργειακών κολοσσών. Οι κίνδυνοι είναι άμεσοι: ελληνικές δυνάμεις σε μια επικίνδυνη ζώνη, πιθανότητα εμπλοκής σε επεισόδια, αλλά και μετατροπή της χώρας σε στόχο μέσα σε μια ευρύτερη επέκταση του πολέμου.
Την ίδια στιγμή, ο οικονομικός αντίκτυπος γίνεται ήδη αισθητός. Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ ανεβάζει τις τιμές της ενέργειας, και αυτό μεταφράζεται σε ακριβότερα καύσιμα, αυξήσεις σε μεταφορές και προϊόντα, νέα πίεση στα νοικοκυριά. Οι εργαζόμενοι και τα πιο ευάλωτα στρώματα καλούνται για άλλη μια φορά να πληρώσουν, την ώρα που οι μεγάλες εταιρείες ενέργειας βλέπουν τα κέρδη τους να αυξάνονται.
Η ελληνική ναυτιλία, εκτίθεται επίσης σε μεγαλύτερους κινδύνους, με αυξημένα ασφάλιστρα και αβεβαιότητα στις θαλάσσιες μεταφορές. Το κόστος αυτό δεν μένει εκεί, αλλά διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία.
Σε μια περίοδο που η κοινωνία πιέζεται ήδη από την ακρίβεια και τις ανισότητες, η εμπλοκή σε πολεμικές επιλογές δεν αποτελεί λύση αλλά πολλαπλασιασμό των προβλημάτων. Η χώρα χρειάζεται μια εξωτερική πολιτική που να υπηρετεί την ειρήνη, την αποκλιμάκωση και τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας, όχι τη συμμετοχή σε ανταγωνισμούς που βαθαίνουν την κρίση.