Με την ελπίδα να μάθουν όλοι περισσότερα για τους εκτελεσθέντες και, κατ’ επέκταση, την ιστορία.
Διακόσιοι άνθρωποι, στην πλειοψηφία τους νεαρής ηλικίας, έχασαν τη ζωή τους ως αντίποινα για τον θάνατο ενός Γερμανού υποστράτηγου.
Δεκάδες ακόμη, σε διάφορα σημεία, εκτελέστηκαν για τον ίδιο λόγο είτε από ναζί είτε από ελληνικά τάγματα ασφαλείας.
Οι μνήμες ξύπνησαν, με τη δημοσιοποίηση των τελευταίων στιγμών εκείνων των ανθρώπων που θυσιάστηκαν για τα ιδανικά τους και, βέβαια, τώρα τίθεται ζήτημα ως προς τη διαδικασία της μεταφοράς του πολύτιμου αυτού αρχείου.
Το ΚΚΕ, μαζί με άλλα κόμματα της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, κάλεσαν με δημόσιες παρεμβάσεις τους την ελληνική πολιτεία να προχωρήσει στις απαραίτητες ενέργειες για την απόκτηση των φωτογραφιών, ώστε να παρουσιαστεί στο κοινό.
Η κυβέρνηση και η Βουλή ανταποκρίθηκαν άμεσα, σε συντονισμό με το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο κήρυξε ως μνημείο τη συλλογή, κατόπιν θετικής εισήγησης του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, εξαιτίας της ξεχωριστής ιστορικής της σημασίας.
Κρίθηκε ότι αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο για τον τρόπο με τον οποίο η εικόνα αξιοποιήθηκε από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς των στρατευμάτων Κατοχής στην Ελλάδα, επηρεάζοντας αντιλήψεις και στάσεις.
Εμπειρογνώμονες που μετέβησαν στη Γάνδη διαπίστωσαν την αυθεντικότητα της συλλογής, η οποία περιλαμβάνει 262 φωτογραφίες τραβηγμένες στη χώρα μας την περίοδο 1943–1944, ενώ μετά την επιβεβαίωση της γνησιότητάς της, το υλικό αποσύρθηκε από την ηλεκτρονική πλατφόρμα δημοπρασιών.
Ποιοι από τους εκτελεσθέντες έχουν ταυτοποιηθεί
Στο μεταξύ, κατά βάση μέσω του αρχείου της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ και των απογόνων, έχουν ταυτοποιηθεί τα πρόσωπα ορισμένων εκ των εκτελεσθέντων της Καισαριανής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν διαρρεύσει μέχρι στιγμής, ένας εξ αυτών (σ.σ. ο πιο ψηλός άνδρας με το λευκό πουκάμισο) ονομαζόταν Θρασύβουλος Καλαφατάκης.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι είχε γεννηθεί το 1914 στον Πλατανιά Χανίων, είχε ασχοληθεί με τη γεωργία και τη γαλακτοκομία, ενώ παράλληλα είχε πολιτική δράση.
Η σύλληψή του έγινε το 1939 και η καταδίκη του ήταν πενταετής φυλάκιση (εξέτισε σε Χανιά, Αβέρωφ Ακροναυπλία, Λάρισα και Χαϊδάρι).
Είχε προλάβει να δημιουργήσει οικογένεια, ωστόσο μόλις μία ήταν η φορά που είδε τις δύο κόρες του, τη Μαρία και την Ιφιγένεια, οι οποίες έχασαν και τη μητέρα τους (Κατερίνα Χάλη το όνομά της) πρόωρα λόγω ασθένειας.
Το γεγονός ότι αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση άρνησης των πολιτικών φρονημάτων του έμελλε να του στοιχίσει τη ζωή μόλις στα 30 του.
Όπως ανέφερε ο εγγονός του, ο Καλαφατάκης συνέβαλε στη διάσωση ενός 19χρονου, αφού μαζί με άλλους δύο τον έβγαλαν από το καμιόνι και στη θέση του έβαλαν έναν ηλικιωμένο.
Κατά μία άλλη εκδοχή, το ίδιο πρόσωπο ήταν ο Βασίλης Παπαδήμας, γεννηθείς το 1909 στην Πύλο, εργαζόμενος σε εργοστάσιο οινοπνευματοποιίας στη Γιάλοβα Μεσσηνίας.
Με τη συνδρομή των ελληνικών αρχών, ο αγωνιστής του αλβανικού μετώπου συνελήφθη το 1941 από τους Ιταλούς κατακτητές και φυλακίστηκε σε Ακροναυπλία, Λάρισα, Χαϊδάρι.
Η μητέρα του, συντετριμμένη και απαρηγόρητη, πέθανε 40 ημέρες μετά την εκτέλεση του γιου της, χτυπημένη από εγκεφαλικό επεισόδιο.
Πίσω και ελαφρώς δεξιά του, με μαύρο σακάκι και παντελόνι, πιθανότατα να ονομαζόταν Δημήτρης Παπαδόπουλος, γεννηθείς στον Πόντο.
Έφερε μαζί του στην Ελλάδα, όχι μόνο τον καημό της προσφυγιάς, αλλά και το πείσμα για αγώνα, αφού σχεδόν αμέσως ρίχτηκε στο συνδικαλιστικό κίνημα, δένοντας τη ζωή του με τους αγώνες των οικοδόμων.
Το 1928 εκλέχθηκε στη διοίκηση της Βιομηχανικής Ένωσης Οικοδόμων, ενώ δεν άργησε να αναδειχθεί στην Εκτελεστική Επιτροπή της Ομοσπονδίας Οικοδόμων και να αναλάβει τη θέση του Γενικού Γραμματέα.
Κατά την περίοδο 1928-1936 στάθηκε μπροστάρης στους αγώνες του κλάδου, οργανώνοντας απεργίες, εμψυχώνοντας τους συναδέλφους του και διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες ζωής και δουλειάς.
Ως Γραμματέας της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Οικοδόμων, συνελήφθη το 1936 από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, εξορίστηκε και κατόπιν μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία.
Το 1941 παραδόθηκε από το καθεστώς στους Γερμανούς κατακτητές και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, προτού εκτελεστεί την Πρωτομαγιά του 1944.
Σε μια άλλη φωτογραφία, ένας νεαρός άνδρας, ελαφρώς σκυμμένος και με χαρακτηριστική έκφραση, γυρίζει το κεφάλι του προς τον φακό.
Κατά μία εκδοχή πρόκειται για τον Ηλία Ρίζο του Δημητρίου, γεννηθείς το 1903, ο οποίος δούλευε σε μια μικρή βιοτεχνία παραγωγής ζυμαρικών και αρτοσκευασμάτων στην περιοχή του Αγίου Λουκά, στη Λαμία.
Όταν οι ιταλικές δυνάμεις εισέβαλαν στην πόλη, ο νεαρός συνελήφθη από Έλληνες συνεργάτες των κατακτητών και παραδόθηκε στις αρχές.
Κρατήθηκε στις φυλακές Λαμίας και κατόπιν μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, ακολουθώντας τον σκοτεινό δρόμο που γνώρισαν τόσοι αγωνιστές της εποχής.
Σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πληροφορίες, τα αδέλφια του, ο Αποστόλης και η Βασιλική, είχαν επίσης αντιστασιακή δράση και βρίσκονταν κοντά στο ΚΚΕ.
Ο Ηλίας Ρίζος ήταν παντρεμένος και είχε δυο παιδιά, ενώ τώρα εν ζωή βρίσκεται μόνο ένας εγγονός του που ζει στην ευρύτερη περιοχή.
Αναμένεται με τεράστιο ενδιαφέρον η συνέχεια της διαδικασίας, δηλαδή της ταυτοποίησης εκτελεσθέντων. Ήταν πάντα ζωντανοί επειδή έφυγαν για τα ιδανικά τους. Τώρα, σχεδόν 82 χρόνια μετά, δίνεται η ευκαιρία να μάθουμε όλοι περισσότερα και να παραδειγματιστούμε, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων.


