Η ρήξη με τη Χάγη μοιάζει λιγότερο νομική επιλογή και περισσότερο πολιτική δήλωση ισχύος
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν υπέγραψε νομοθετικές τροπολογίες που δίνουν στη Μόσχα το δικαίωμα να αγνοεί αποφάσεις ξένων και διεθνών δικαστηρίων σε ποινικές υποθέσεις, εφόσον αυτές δεν βασίζονται σε διεθνή συμφωνία με τη Ρωσία ή σε ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Κίεβο και ευρωπαϊκοί θεσμοί εντείνουν τις προσπάθειες για απόδοση ευθυνών στη ρωσική ηγεσία και στον στρατό για φερόμενα εγκλήματα πολέμου. Παράλληλα, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στη Χάγη έχει εκδώσει εντάλματα σύλληψης για τον Πούτιν και άλλα επτά πρόσωπα, κατηγορώντας τους για την παράνομη μεταφορά εκατοντάδων παιδιών από την Ουκρανία.
Το Κρεμλίνο χαρακτηρίζει τις κινήσεις αυτές «εξοργιστικές» και απορρίπτει κατηγορηματικά τις κατηγορίες. Η ρωσική πλευρά επιμένει ότι η απομάκρυνση παιδιών από τις εμπόλεμες ζώνες έγινε αποκλειστικά για λόγους ασφάλειας και όχι στο πλαίσιο εγκληματικών ενεργειών, όπως υποστηρίζουν Ουκρανία και δυτικοί θεσμοί.
Την ίδια ώρα, στην Ευρώπη ωριμάζουν πρωτοβουλίες που αυξάνουν την πίεση προς τη Μόσχα. Η Ουκρανία έχει υπογράψει συμφωνία με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τη δημιουργία ειδικού ποινικού δικαστηρίου, ενώ συστάθηκε και Διεθνής Επιτροπή Απαιτήσεων με στόχο την αποζημίωση του Κιέβου για τις τεράστιες υλικές ζημιές του πολέμου.
Με τις νέες ρυθμίσεις, η ρωσική νομοθεσία προβλέπει ρητά ότι αποφάσεις διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων, των οποίων η αρμοδιότητα δεν αναγνωρίζεται από τη Ρωσία, μπορούν να αγνοούνται πλήρως. Πρόκειται για μια θεσμική «ασπίδα» απέναντι στη Χάγη και σε κάθε άλλο δικαστήριο που επιχειρεί να κινηθεί χωρίς τη συγκατάθεση της Μόσχας.
Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται από αναλυτές ως ξεκάθαρο μήνυμα: η Ρωσία δεν προτίθεται να αναγνωρίσει καμία διαδικασία διεθνούς δικαιοσύνης που θεωρεί πολιτικά υποκινούμενη. Ταυτόχρονα, βαθαίνει το χάσμα με τη Δύση, μετατρέποντας τη νομική αντιπαράθεση σε ακόμη ένα μέτωπο του πολέμου γύρω από την Ουκρανία.