Αποσπάσματα των τοποθετήσεων των κυρίων Μητσοτάκη και Καραμανλή που καταδεικνύουν ποια οπτική στον νέο κόσμο είναι ξεπερασμένη και ποια υπεύθυνη και ρεαλιστική, που διασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντα και την ευημερία των πολιτών
Την περασμένη Τετάρτη ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής μίλησε σε φοιτητές πανεπιστημίου της Κίνας στην Πλάκα και προχώρησε σε μια νέα προσέγγιση για την εξωτερική μας πολιτική. Την Παρασκευή το πρωί ο νυν πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό Σκάι και μίλησε για τη στρατηγική της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης.
Το Σάββατο, αφού οι Ουκρανοί απέρριψαν με αλαζονεία τις προτάσεις Τραμπ στο Μαϊάμι για τη διακοπή των βομβαρδισμών σε πετρελαϊκές πηγές, ο Αμερικανός πρόεδρος προχώρησε σε απευθείας συμφωνία με τον πρόεδρο Πούτιν για την προμήθεια τεράστιων ποσοτήτων diesel από τη Μόσχα. Στο παρασκήνιο οι ειδικοί απεσταλμένοι τους Γουίτκοφ και Ντμίτριεφ συζητούν πώς θα επαναλειτουργήσουν οι αγωγοί Nord Stream 1 και 2 με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, επ’ ωφελεία και της Γερμανίας υπό νέα ηγεσία.
Τη στιγμή μάλιστα που ο Ευρωπαίος επίτροπος για την Ενέργεια προειδοποίησε τους λαούς της Ε.Ε. πως αυτή τη χρονιά πρέπει να επιλέξουν αν θα κρυώσουν ή αν θα πεινάσουν! Πρόσφατα, τέλος, ο Τραμπ προχώρησε σε προσέγγιση με τον Κινέζο ηγέτη Σι, στη διάρκεια της παραμονής του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος των ενδιάμεσων εκλογών στην Αμερική ο Τραμπ θα παραμείνει πρόεδρος για άλλα δύο χρόνια.
Υπό το φως όλων αυτών των δεδομένων σάς παραθέτω τα πλήρη αποσπάσματα των τοποθετήσεων των κυρίων Μητσοτάκη και Καραμανλή που έγιναν ελάχιστες ώρες πριν από τις ραγδαίες εξελίξεις κι εσείς ελεύθερα μπορείτε να αξιολογήσετε ποια οπτική σε αυτό τον νέο κόσμο είναι ξεπερασμένη και «πρώην» και ποια προχωρημένη, υπεύθυνη, ρεαλιστική και διασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντα και την ευημερία των πολιτών.
Κώστας Καραμανλής: «Ο παρατεταμένος και αιματηρός πόλεμος στην Ουκρανία αναδεικνύει με έντονο τρόπο πολλά από τα νέα δεδομένα και τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τις τρέχουσες διεθνείς εξελίξεις. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είναι άδικη και παράνομη. Ωστόσο, η προγενέστερη στάση της συλλογικής Δύσης δεν ήταν άμοιρη ευθυνών, δεδομένων των διάφορων προσπαθειών της να εντάξει την Ουκρανία στο δυτικό στρατόπεδο. Η αλλαγή κυβέρνησης στις ΗΠΑ επέφερε πλήρη ανατροπή της κατάστασης, καθώς οι ΗΠΑ κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της προσέγγισης με τη Ρωσία και της πίεσης προς την Ουκρανία να αποδεχθεί έναν επώδυνο συμβιβασμό.
Αυτό άφησε τους Ευρωπαίους εμβρόντητους και χωρίς ουσιαστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη. Παράλληλα, η εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών εκ μέρους της Δύσης υπονομεύει σοβαρά την αξιοπιστία όσων δηλώνουν υπέρμαχοι αξιών και αρχών, ενισχύοντας την υποψία ότι η στήριξη προς την Ουκρανία δεν υπαγορεύεται από αρχές, αλλά από γεωπολιτικές σκοπιμότητες. Συγκεκριμένα, ενώ η Τουρκία προβάλλει αναθεωρητικές αξιώσεις έναντι της Ελλάδας, εξαπολύει διαρκώς απειλές πολέμου, καταφεύγει συχνά στη βία για την προώθηση των φιλοδοξιών της και κατέχει παράνομα τμήμα της Κύπρου, εντούτοις η Αγκυρα εξακολουθεί να θεωρείται πολύτιμος εταίρος και σύμμαχος από τα περισσότερα άλλα δυτικά κράτη.
Και ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία καταδικάζεται, επιβάλλονται κυρώσεις και η αμυνόμενη πλευρά λαμβάνει κάθε μορφή στήριξης, τα παράλληλα δεινά της Κύπρου παραμένουν χωρίς αντιμετώπιση. Αυτή η ασυνέπεια υπονομεύει την πολιτική, νομική και ηθική υπεροχή του δυτικού αφηγήματος. Στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, η σύγκρουση κατέδειξε -ίσως ακόμα πιο ξεκάθαρα από τον πόλεμο στην Ουκρανία- τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν οι πόλοι του σημερινού παγκόσμιου πολυπολικού συστήματος.
Παρόλο που οι ΗΠΑ διατηρούν τον ηγετικό ρόλο, δυσκολεύονται να επιβάλουν τη βούλησή τους. Η Ρωσία, η Κίνα και μικρότεροι δρώντες ασκούν τη δική τους επιρροή στις εξελίξεις, ενώ ταυτόχρονα συνδιαλέγονται και αλληλεπιδρούν με τις ΗΠΑ. Αυτό συμβαίνει τη στιγμή που, ίσως για πρώτη φορά, κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν έχει ταχθεί στο πλευρό των ΗΠΑ και το ευρωατλαντικό ρήγμα εμφανίζεται βαθύτερο από ποτέ. Εν τω μεταξύ, η Ε.Ε., παρά το γεγονός ότι ορθώς απέφυγε την εμπλοκή στον πόλεμο, αποτυγχάνει να αναδειχθεί σε σημαντικό παίκτη, σε μια κατάσταση που επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα και την ευημερία της.
Το αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα επιβάλλει την άσκηση μιας πιο σύνθετης και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, απαλλαγμένης από τις άκαμπτες διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος. Η Ελλάδα είναι αναμφίβολα ευθυγραμμισμένη με τη Δύση, ωστόσο η ίδια η Δύση διέρχεται μια φάση μετασχηματισμού ή ακόμα και διχασμού. Παράλληλα, Ελλάδα και Κίνα μοιράζονται κοινές ανησυχίες αλλά και κοινά συμφέροντα. Η Κίνα υποστηρίζει σθεναρά την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ η Ελλάδα υποστηρίζει σταθερά την αρχή της “μίας Κίνας”.
Ο ναυτιλιακός τομέας αποτελεί αναμφίβολα στρατηγικό πεδίο και για τις δύο πλευρές και αυτό ήταν που ουσιαστικά μάς έφερε κοντά. Ωστόσο, η δυναμική που αναπτύχθηκε πυροδότησε μια ευρύτερη πολιτική βούληση, η οποία ενίσχυσε τις σχέσεις μας και προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες. Μπορεί να ανήκουμε σε διαφορετικά γεωπολιτικά σχήματα και οι ευρύτερες συνθήκες συχνά να μας ξεπερνούν, εντούτοις υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός, ο οποίος πηγάζει και από τις αρχαίες ρίζες των πολιτισμών μας. Και είναι πεποίθησή μου ότι ο σημερινός κόσμος έχει ανάγκη από λιγότερες διαχωριστικές γραμμές και περισσότερη κατανόηση και συνεργασία».
Κυριάκος Μητσοτάκης στον Σκάι: «Αρης Πορτοσάλτε: Εγκαλείται η κυβέρνηση -σε έναν βαθμό και κατηγορείται- ότι έχει “μονοδιάστατη πολιτική”. Οτι, δηλαδή, είμαστε δεμένοι, συνδεδεμένοι στο άρμα των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι δεν κάνουμε κάτι να κοιτάξουμε λίγο προς την Κίνα και έχουμε γυρίσει εντελώς την πλάτη μας στον πρόεδρο Πούτιν. Υπάρχουν κύκλοι στην Ελλάδα, στην Αθήνα, και επιχειρηματικοί, που σας εγκαλούν για το γεγονός ότι έχουμε αποκόψει τις σχέσεις μας με τον Πούτιν και με τη Μόσχα;
Κυριάκος Μητσοτάκης: Να τα ξεκαθαρίσουμε, καταρχάς, ότι η Ελλάδα έχει μια στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία μάλιστα είναι αποτυπωμένη σε συμφωνίες τις οποίες έχουμε υπογράψει. Η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και μέλος του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα, ταυτόχρονα, όπως σας είπα και πριν, είναι μία χώρα που έχει οικοδομήσει ένα πολύ ισχυρό πλέγμα σχέσεων με χώρες του αραβικού κόσμου, με την Ινδία και με το Ισραήλ, προφανώς.
Από εκεί και πέρα, η Ρωσία είναι μία χώρα η οποία έχει επιτεθεί στην Ουκρανία και αυτά τα οποία συμβαίνουν σήμερα στην Ουκρανία είναι πραγματικά ανατριχιαστικά, διότι φαίνεται ότι πηγαίνουμε από έναν πόλεμο όπου ουσιαστικά οι στόχοι ήταν μόνο στρατιωτικοί σε έναν πλήρη πόλεμο όπου, δυστυχώς, σκοτώνονται συνέχεια άμαχοι. Η Ελλάδα από την πρώτη στιγμή τάχθηκε με το μέρος της Ουκρανίας, διότι ήταν η αμυνόμενη και διότι κάποιος πήγε να εισβάλει και να την κατακτήσει. Και το κάναμε όχι μόνο διότι αυτό επιβάλλουν το Διεθνές Δίκαιο και οι κανόνες της ηθικής, αλλά διότι και εμείς, ως χώρα, είμαστε μία χώρα που έχουμε οικοδομήσει την εξωτερική μας πολιτική πάνω στο Διεθνές Δίκαιο και στο απαραβίαστο των συνόρων.
Τώρα, αν στην πατρίδα μας υπάρχουν κάποιοι κύκλοι οι οποίοι μπορεί να είναι φιλικοί προς τη ρωσική ηγεσία -σίγουρα θα υπάρχουν-, δεν νομίζω ότι έχουν κάποιο ιδιαίτερο πολιτικό αποτύπωμα. Ολοι θέλουμε αυτός ο πόλεμος να τελειώσει, αλλά φαντάζομαι ότι θα συμφωνούμε ότι δεν θα ήταν καλό, ούτε δίκαιο ούτε σωστό ο πόλεμος αυτός να τελειώσει με το να συντριβεί η Ουκρανία, διότι έτσι θα είχε ουσιαστικά δικαιωθεί ο επιτιθέμενος.
Μην ξεχνάμε ότι η πατρίδα μας και ο Ελληνισμός συνολικά κουβαλάμε ακόμη ανοιχτή την πληγή της Κύπρου, όπου 52 χρόνια μετά έχουμε να διαχειριστούμε μια εισβολή και μια κατοχή ενός σημαντικού τμήματος του νησιού. Αρα, όλα αυτά τα αναδεικνύω διότι, ξέρετε, στην εξωτερική πολιτική το πιο σημαντικό είναι να υπάρχει συνέπεια λόγων και έργων. Δεν είμαστε μια χώρα “ανεμοδούρα”. Είμαστε μια χώρα που μπορεί να ασκεί υπεύθυνη εξωτερική πολιτική, η οποία σέβεται τις συμμαχίες της.
Ρωτήσατε για την Κίνα. Είμαστε μια χώρα που έχει καλές σχέσεις με την Κίνα και δεν επιδιώκουμε σύγκρουση με την Κίνα, αλλά ταυτόχρονα εναρμονιζόμαστε και με την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Κίνα, διότι αυτή τη στιγμή η ευρωπαϊκή βιομηχανία -και σε έναν βαθμό, θα έλεγα, και η ελληνική βιομηχανία- απειλείται από το γεγονός ότι στην Κίνα υπάρχει μια τεράστια παραγωγική δυνατότητα, επειδή η Κίνα επιδότησε για πολλές δεκαετίες πολλούς κλάδους της οικονομίας της, η οποία, αν αφεθεί παντελώς ανεξέλεγκτη, τα προϊόντα αυτά μπορούν να διαλύσουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Αυτά είναι θέματα τα οποία θα συζητήσουμε και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την επόμενη εβδομάδα».
Τα συμπεράσματα δικά σας.