Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εντείνει τους ελέγχους στις διαδοχικές δωρεές και γονικές παροχές μέσα στην οικογένεια, αναζητώντας «γέφυρες» και καταστρατηγήσεις.
Πίσω από την επίσημη ρητορική περί δικαιοσύνης και πάταξης της φοροδιαφυγής, η πραγματικότητα για χιλιάδες νοικοκυριά είναι διαφορετική: Η οικογενειακή αλληλεγγύη μετατρέπεται σε πεδίο διαρκούς υποψίας και γραφειοκρατικής πίεσης.
Ο έλεγχος δεν σταματά στη δήλωση. Ακολουθεί τη διαδρομή του χρήματος βήμα προς βήμα.
Από πού ξεκίνησαν τα ποσά, πόσο έμειναν στον λογαριασμό, αν μεταφέρθηκαν σε άλλο συγγενή και αν ο εμφανιζόμενος δωρητής είχε πραγματικά την οικονομική δυνατότητα να τα διαθέσει.
Συνδυάζονται τραπεζικές κινήσεις, δηλώσεις στο myProperty και κωδικοί του Ε1. Στόχος δεν είναι μόνο η αποκάλυψη πραγματικών καταχρήσεων, αλλά συχνά η αναζήτηση τεχνικών παραβάσεων ακόμη και σε απολύτως νόμιμες κινήσεις.
Το κλασικό παράδειγμα είναι γνωστό: παιδί δίνει στον γονέα και ο γονέας στο άλλο παιδί. Και οι δύο συναλλαγές εμπίπτουν στην Α΄ κατηγορία και καλύπτονται θεωρητικά από το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ.
Αν όμως οι ελεγκτές κρίνουν ότι ο πραγματικός σκοπός ήταν η μεταφορά από αδελφό σε αδελφό, η συναλλαγή φορολογείται με 20% από το πρώτο ευρώ.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το αφορολόγητο ως μεγάλη ελάφρυνση, αλλά στην πράξη οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα που μπορεί να ανατρέψει εκ των υστέρων τη φορολογική μεταχείριση με βάση «πραγματικές συνθήκες» και «σκοπιμότητα».
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο χρονικό διάστημα. Μεταφορές μέσα σε έξι μήνες θεωρούνται ισχυρή ένδειξη καταστρατήγησης. Ακόμη και μετά την παρέλευση του εξαμήνου, αν υπάρχουν στοιχεία, ο έλεγχος συνεχίζεται.
Έτσι, οικογένειες που απλώς βοηθούν η μία την άλλη κινδυνεύουν να βρεθούν στη μέγγενη, ενώ την ίδια στιγμή μεγάλες υποθέσεις και πιο σύνθετες και «περίεργες» συναλλαγές ξεφεύγουν.
Το βάρος της απόδειξης ανήκει θεωρητικά στη φορολογική διοίκηση. Στην καθημερινότητα, όμως, οι πολίτες καλούνται να αποδείξουν ότι δεν είχαν κακή πρόθεση, να δικαιολογήσουν την προέλευση χρημάτων και να υποβληθούν σε πολύμηνες κουραστικές διαδικασίες.
Ένας φορολογούμενος με μέτρια δηλωμένα εισοδήματα που βοηθά τα παιδιά του μπορεί εύκολα να βρεθεί στο στόχαστρο.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει κάνει σημαία τη μείωση της φοροδιαφυγής και την ψηφιοποίηση.
Στην πράξη, το αποτέλεσμα για τον μέσο πολίτη είναι περισσότεροι έλεγχοι, περισσότερη αβεβαιότητα και η αίσθηση ότι η οικογενειακή αλληλεγγύη αντιμετωπίζεται ως δυνητική απάτη.
Δημιουργείται επίσης ακόμα και η αίσθηση πως τα χρήματα των πολιτών δεν τους ανήκουν και δεν μπορούν να τα διαθέσουν όπως επιθυμούν.
Το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ παραμένει στη θεωρία γενναιόδωρο. Στην εφαρμογή του, όμως, μετατρέπεται εύκολα σε παγίδα για όσους δεν διαθέτουν λογιστές και νομικούς να τους προστατεύσουν.
Ακόμα και οι συναλλαγές μεταξύ φίλων θεωρούνται δωρεά! Πόσο λογικό είναι αν ένας άνθρωπος ζητήσει μία βοήθεια από έναν στενό φιλικό του πρόσωπο, ύψους π.χ. 200 ευρώ, αυτό να το δηλώσει στην εφορία;
Και στην συνέχεια η επιστροφή των χρημάτων να δηλωθεί ξανά; Δηλαδή όλοι στην ΑΑΔΕ δεν έχουν δανείσει φίλο τους ποτέ;
Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί η κυβέρνηση δεν έχει ορίσει σαφή όρια, από ποιο σημείο και μετά και για ποια χρηματικά ποσά, πρέπει να ξεκινήσουν οι έρευνες της εφορίας για κάποια συναλλαγή.