Το πρωί της 20ής Αυγούστου 2019, στο Πεκίνο δημοσιεύεται ένας αριθμός που δύσκολα θα μπορούσε να προκαλέσει συγκίνηση έξω από τα dealing rooms των τραπεζών: 4,25%.
Είναι το νέο μονοετές Loan Prime Rate, το LPR, το επιτόκιο που πρόκειται σταδιακά να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο τιμολογείται ένα τεράστιο μέρος των τραπεζικών δανείων στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Τρεις ημέρες νωρίτερα, στις 17 Αυγούστου, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας (PBOC) έχει ανακοινώσει ότι αλλάζει ριζικά τον μηχανισμό διαμόρφωσής του. Στο χαρτί μοιάζει με μία ακόμη τεχνική μεταρρύθμιση ενός εξαιρετικά περίπλοκου τραπεζικού συστήματος. Μόνο που η χρονική στιγμή δύσκολα περνά απαρατήρητη.
Η Κίνα βρίσκεται στη μέση ενός ανελέητου εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ. Ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει τους δασμούς, η ανάπτυξη επιβραδύνεται και το γουάν βρίσκεται υπό πίεση. Μόλις δώδεκα ημέρες νωρίτερα, στις 5 Αυγούστου, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει κάνει κάτι εξαιρετικά βαρύ πολιτικά: έχει χαρακτηρίσει επισήμως την Κίνα «χειραγωγό νομίσματος».
Το Πεκίνο χρειάζεται φθηνότερο χρήμα για την πραγματική οικονομία. Δεν θέλει, όμως, να βασιστεί απλώς στις παλιές συνταγές. Και έτσι δεν αλλάζει μόνο ένα επιτόκιο. Αλλάζει τον μηχανισμό.
Το πρόβλημα με το κινεζικό χρήμα
Για να καταλάβει κανείς τι συμβαίνει εκείνον τον Αύγουστο, πρέπει να κοιτάξει μέσα στο παράξενο υβρίδιο της κινεζικής οικονομίας.
Η Κίνα έχει ήδη απελευθερώσει σε σημαντικό βαθμό τα επιτόκια δανεισμού. Θεωρητικά, οι τράπεζες μπορούν να τιμολογούν τα δάνειά τους με μεγαλύτερη ελευθερία.
Στην πράξη, όμως, εξακολουθούν να κοιτάζουν το παλιό επίσημο επιτόκιο αναφοράς της κεντρικής τράπεζας.
Έχει δημιουργηθεί έτσι αυτό που η ίδια η PBOC περιγράφει ως ένα σύστημα «με δύο τροχιές»: από τη μία υπάρχουν τα επιτόκια της αγοράς και από την άλλη το παραδοσιακό επιτόκιο αναφοράς των τραπεζικών δανείων.
Και ανάμεσά τους υπάρχει ένα πρόβλημα. Η κεντρική τράπεζα μπορεί να κάνει τη ρευστότητα φθηνότερη στις χρηματαγορές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το όφελος φτάνει γρήγορα στην επιχείρηση που ζητά δάνειο.
Ορισμένες τράπεζες διατηρούν μάλιστα στην πράξη άτυπα κατώτατα όρια στα επιτόκια δανεισμού. Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος νομισματικού μποτιλιαρίσματος: το κόστος του χρήματος πέφτει ψηλά στο σύστημα, αλλά όχι αρκετά χαμηλά εκεί όπου βρίσκεται η πραγματική οικονομία.
Και το 2019 είναι ίσως η χειρότερη δυνατή στιγμή για να συμβαίνει αυτό.
Ο Τραμπ ανεβάζει την πίεση
Ο εμπορικός πόλεμος που έχει αρχίσει το 2018 έχει πλέον περάσει σε νέα φάση. Οι δασμοί επηρεάζουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια κινεζικών προϊόντων και οι επιχειρήσεις δεν γνωρίζουν ποια θα είναι η επόμενη κίνηση της Ουάσιγκτον.
Η ανάπτυξη της Κίνας χάνει ταχύτητα, η παγκόσμια ζήτηση εξασθενεί και η κυβέρνηση έχει ήδη μετακινηθεί από την προηγούμενη έμφαση στην απομόχλευση προς τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας.
Ταυτόχρονα, όμως, το γουάν αποτελεί πεδίο μάχης. Στις αρχές Αυγούστου περνά το συμβολικό όριο των 7 γουάν ανά δολάριο και η κυβέρνηση Τραμπ απαντά χαρακτηρίζοντας επισήμως την Κίνα χειραγωγό νομίσματος.
Η PBOC βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια λεπτή εξίσωση. Χρειάζεται αποτελεσματικότερη νομισματική χαλάρωση, χωρίς να ενισχύσει ανεξέλεγκτα τις πιέσεις στο νόμισμα ή να ξυπνήσει τους εφιάλτες προηγούμενων ετών, όταν η Κίνα είχε βιώσει τεράστιες εκροές κεφαλαίων.
Η απάντηση έρχεται από ένα εργαλείο που υπάρχει ήδη, αλλά πρόκειται να αποκτήσει εντελώς διαφορετική σημασία.
Το LPR υπήρχε. Η Κίνα το μεταμορφώνει
Το Loan Prime Rate δεν γεννιέται το 2019. Υπάρχει ήδη από το 2013. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει καταφέρει να γίνει το πραγματικό κέντρο βάρους του συστήματος δανεισμού.
Στις 17 Αυγούστου 2019, η PBOC ανακοινώνει ότι αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται.
Οι τράπεζες που συμμετέχουν στον μηχανισμό καλούνται πλέον να υποβάλλουν τις προσφορές τους με βάση το επιτόκιο που χρεώνουν στους καλύτερους πελάτες τους, προσθέτοντας ένα περιθώριο πάνω στο κόστος των πράξεων ανοικτής αγοράς της κεντρικής τράπεζας.
Στην πράξη, εκείνη την εποχή, το βασικό σημείο αναφοράς γίνεται το επιτόκιο της Medium-term Lending Facility – MLF, δηλαδή του μηχανισμού μέσω του οποίου η PBOC παρέχει μεσοπρόθεσμη χρηματοδότηση στις τράπεζες.
Η σύνδεση είναι κρίσιμη. Για πρώτη φορά δημιουργείται ένας πολύ καθαρότερος δρόμος:
PBOC → κόστος χρηματοδότησης τραπεζών → LPR → επιτόκια επιχειρηματικών και άλλων δανείων.
Αν η κεντρική τράπεζα θέλει να μεταφέρει χαμηλότερο κόστος χρήματος στην οικονομία, διαθέτει πλέον έναν πολύ αποτελεσματικότερο μηχανισμό μετάδοσης.
Η πρώτη δοκιμή
Στις 20 Αυγούστου ανακοινώνεται το πρώτο LPR του νέου συστήματος. Το μονοετές επιτόκιο καθορίζεται στο 4,25%, χαμηλότερα από το 4,31% που βρισκόταν το προηγούμενο LPR και κάτω από το επίσημο benchmark lending rate του 4,35%.
Η διαφορά μοιάζει μικρή. Αυτό όμως δεν είναι το πραγματικό γεγονός.
Η μεγάλη αλλαγή βρίσκεται στο ότι η Κίνα αρχίζει να αποσυνδέει την τιμολόγηση των νέων δανείων από ένα διοικητικά καθορισμένο benchmark και να τη συνδέει στενότερα με τις συνθήκες χρηματοδότησης που δημιουργεί η ίδια η κεντρική τράπεζα.
Παράλληλα εισάγεται και LPR διάρκειας άνω των πέντε ετών, εξαιρετικά σημαντικό για τα μακροπρόθεσμα δάνεια και ιδιαίτερα για τα στεγαστικά.
Το Πεκίνο δεν περιμένει απλώς από τις τράπεζες να ακολουθήσουν, αλλά τις σπρώχνει προς αυτή την κατεύθυνση.
Όταν η «μεταρρύθμιση» γίνεται εντολή
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κινεζικό στοιχείο της ιστορίας.
Η PBOC θέτει συγκεκριμένους στόχους για τη χρήση του νέου LPR από τις τράπεζες. Για τις μεγάλες εθνικές τράπεζες, τουλάχιστον το 30% των νέων δανείων πρέπει να χρησιμοποιεί το LPR στην τιμολόγησή του έως τον Σεπτέμβριο του 2019.
Το ποσοστό πρέπει να φτάσει τουλάχιστον στο 50% έως το τέλος του 2019 και στο 80% έως το τέλος Μαρτίου 2020.
Η μεταρρύθμιση, επομένως, δεν αφήνεται απλώς στις δυνάμεις της αγοράς.
Το κράτος κατασκευάζει έναν περισσότερο προσανατολισμένο στην αγορά μηχανισμό και στη συνέχεια χρησιμοποιεί τη διοικητική του ισχύ για να εξασφαλίσει ότι η αγορά θα τον υιοθετήσει.
Είναι μία από τις χαρακτηριστικές αντιφάσεις του κινεζικού οικονομικού μοντέλου: περισσότερη αγορά, επιβαλλόμενη από το κράτος.
Το πραγματικό «κόλπο»
Δεν υπάρχει κάποιο μαγικό κουμπί με το οποίο η Κίνα αποκτά τη δυνατότητα να μειώνει απεριόριστα τα επιτόκια χωρίς συνέπειες για το γουάν. Ούτε το LPR εξαφανίζει τον κίνδυνο φυγής κεφαλαίων.
Αυτό που κάνει είναι πιο σύνθετο – και ίσως πιο ενδιαφέρον. Το Πεκίνο αλλάζει τον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.
Αντί η χαμηλότερη τιμή του χρήματος στη διατραπεζική αγορά να σταματά στις τράπεζες, επιχειρεί να την περάσει γρηγορότερα στα δάνεια προς την πραγματική οικονομία.
Και τα επόμενα χρόνια η μεταμόρφωση γίνεται βαθύτερη. Το LPR εξελίσσεται στο κυρίαρχο σημείο αναφοράς για τα νέα τραπεζικά δάνεια, ενώ η PBOC επεκτείνει τη μετάβαση ακόμη και στα υφιστάμενα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου.
Η ίδια η κεντρική τράπεζα θα αναφέρει αργότερα ότι η μεταρρύθμιση βοήθησε να εξαλειφθούν τα άτυπα κατώτατα όρια που χρησιμοποιούσαν οι τράπεζες και να μειωθούν αισθητά τα πραγματικά επιτόκια δανεισμού.
Ένα τεχνικό benchmark έχει πλέον γίνει βασικό γρανάζι της κινεζικής νομισματικής μηχανής.
Το όπλο που δεν κάνει θόρυβο
Η ιστορία του Αυγούστου του 2019 έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν προσφέρει τις εικόνες που συνήθως συνοδεύουν έναν οικονομικό πόλεμο.
Δεν υπάρχουν κοντέινερ που σταματούν στα σύνορα. Δεν υπάρχουν νέοι δασμοί σε έναν κατάλογο προϊόντων. Δεν υπάρχει κάποια θεαματική υποτίμηση του νομίσματος. Υπάρχει μια αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού ενός επιτοκίου.
Κι όμως, πίσω από αυτή την τεχνική μεταρρύθμιση βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις κάθε κεντρικής τράπεζας: δεν αρκεί να κάνεις το χρήμα φθηνότερο. Πρέπει να καταφέρεις να μεταφέρεις αυτή τη μείωση εκεί όπου τη χρειάζεται η οικονομία.
Η Κίνα του 2019 επιχειρεί να λύσει ακριβώς αυτό το πρόβλημα, την ώρα που ο εμπορικός πόλεμος με τις ΗΠΑ μαίνεται και κάθε κίνηση του γουάν παρακολουθείται από την Ουάσιγκτον.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό μάθημα της ιστορίας.
Στους σύγχρονους οικονομικούς πολέμους, τα ισχυρότερα όπλα δεν είναι πάντοτε εκείνα που κάνουν τον περισσότερο θόρυβο. Μερικές φορές κρύβονται σε μια φόρμουλα επιτοκίου, σε έναν μηχανισμό ρευστότητας και σε μερικές μονάδες βάσης που αλλάζουν αθόρυβα τον τρόπο με τον οποίο κυκλοφορούν τρισεκατομμύρια μέσα σε μια οικονομία.