Οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε μια περίοδο σημαντικής αναδιάρθρωσης. Ενώ έως και πρόσφατα οι κυριότεροι άξονες συνεργασίας αφορούσαν τις εξαγωγές τροφίμων και τις εισαγωγές σε αμυντικά συστήματα, οι εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας, σε συνδυασμό με τη θεαματική αύξηση των αμερικανικών τουριστικών ροών προς την Ελλάδα, έχουν μεταβάλει ουσιαστικά το οικονομικό και στρατηγικό περιεχόμενο των διμερών σχέσεων.
Η νέα αυτή πραγματικότητα αναδεικνύει δύο τομείς με ιδιαίτερη δυναμική – τον τουρισμό και την ενέργεια – οι οποίοι λειτουργούν ως καταλύτες για την περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας των δύο χωρών.
Ρεκόρ Αμερικανών επισκεπτών στην Ελλάδα
Σε ότι αφορά στον τουρισμό πρόκειται για μία σταθερά ανοδική πορεία από τα μέσα της περασμένης δεκαετίας και μετά που μπορεί να ανακόπηκε πρόσκαιρα στον καιρό της πανδημίας όμως συνεχίστηκε δυναμικά το επόμενο διάστημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2025 οι ΗΠΑ βρέθηκαν στην κορυφή των σημαντικότερων αγορών για το αεροδρόμιο της Αθήνας, με περίπου 1,18 εκατομμύρια επιβάτες και αύξηση 12% σε σχέση με το 2024.
Η αεροπορική σύνδεση Ελλάδας και ΗΠΑ βρίσκεται πλέον στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, πραγματοποιούνται αυτό το διάστημα περισσότερες από 100 εβδομαδιαίες πτήσεις ανάμεσα στις δύο χώρες, δηλαδή περίπου 15 καθημερινές συνδέσεις.
Η σημασία των Αμερικανών τουριστών δεν περιορίζεται μόνο στον αριθμό των αφίξεων. Πρόκειται για επισκέπτες με υψηλή κατά κεφαλήν δαπάνη, γεγονός που ενισχύει σημαντικά τα έσοδα του ελληνικού τουρισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η μέση δαπάνη των επισκεπτών από τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των διακοπών τους έφτασε τα 1.066 ευρώ το 2025, παρουσιάζοντας περαιτέρω αύξηση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Πως το αμερικανικό LNG αναβάθμισε την Ελλάδα σε ενεργειακό κόμβο
Παράλληλα, η ενέργεια εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους τομείς συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών. Οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις και η ανάγκη διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών της Ευρώπης ανέδειξαν την Ελλάδα σε στρατηγικό ενεργειακό κόμβο στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η εισαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και η ανάπτυξη νέων υποδομών αποθήκευσης και επαναεριοποίησης, ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και ευρύτερα της ευρωπαϊκής αγοράς.
Συγκεκριμένα μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία και τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για σταδιακό αποκλεισμό του ρωσικού αερίου, το αμερικανικό LNG ήρθε ως η κύρια και πιο αξιόπιστη εναλλακτική λύση για την ασφάλεια εφοδιασμού. Οι ΗΠΑ αναδείχθηκαν στον μεγαλύτερο προμηθευτή LNG παγκοσμίως και κάλυψαν μεγάλο κενό στην ελληνική αγορά, καλύπτοντας μάλιστα πάνω από το 80% των συνολικών εισαγωγών LNG της χώρας.
Ένα σημαντικό βήμα πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο όταν η εταιρεία ATLANTIC-SEE LNG TRADE (κοινή εταιρεία του ομίλου AKTOR και της ΔΕΠΑ Εμπορίας) υπέγραψε συμφωνία με την αμερικανική Venture Global, με έδρα τη Λουιζιάνα των ΗΠΑ για την προμήθεια 0,5 έως 1,5 εκατ. τόνων υγροποιημένου φυσικού αερίου ετησίως από τις ΗΠΑ για 20 χρόνια, με αρχή από το 2030. Με πιο πρόσφατη συμφωνία οι παραπάνω όγκοι διπλασιάστηκαν. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει σημαντικά τη μακροπρόθεσμη στρατηγική προμήθειας της εταιρείας και συμβάλλει στη δημιουργία ενός αξιόπιστου και διαφοροποιημένου πλαισίου εφοδιασμού για τις αγορές της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.

INTIME NEWS
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τις αναπτυγμένες υποδομές μεταφοράς, αποθήκευσης και αεριοποίησης LNG, της προσδίδουν κομβικό ρόλο στην ενεργειακή στρατηγική των ΗΠΑ για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την ευρύτερη περιοχή. Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η ελληνική ενεργειακή υποδομή αποτελεί βασικό πυλώνα του σχεδίου της για τη σταδιακή εκτόπιση του ρωσικού φυσικού αερίου από τις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Στην κατεύθυνση αυτή, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στους τερματικούς σταθμούς LNG της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης, ενώ ήδη από τον περασμένο Νοέμβριο οι ΗΠΑ έχουν εκφράσει δημόσια την υποστήριξή τους στην ανάπτυξη και δεύτερης πλωτής μονάδας αποθήκευσης και αεριοποίησης (FSRU) στην Ελλάδα.
Ωστόσο, ο στρατηγικός στόχος της πλήρους υποκατάστασης των ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της ανάπτυξης υποδομών. Προϋποθέτει, ταυτόχρονα, την έγκαιρη κατοχύρωση μεριδίων αγοράς μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων προμήθειας, οι οποίες θα περιορίσουν τα περιθώρια εισόδου ανταγωνιστικών προμηθευτών και θα δεσμεύσουν τις χώρες της περιοχής σε ένα νέο ενεργειακό πλαίσιο.
Στο πλαίσιο αυτό, και παράλληλα με τη στήριξη του Κάθετου Διαδρόμου, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να εδραιώσουν έναν εναλλακτικό άξονα τροφοδοσίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με την Ελλάδα να αναδεικνύεται σε βασική πύλη εισόδου και διανομής αμερικανικού LNG προς τις αγορές της ευρύτερης περιοχής.