Εύλογα θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί η ελεύθερη αγορά στη χώρα μας δεν λειτουργεί υπέρ του καταναλωτή που κινεί την οικονομία. Εκεί στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, όταν υπουργός Εμπορίου ήταν ο Αν. Ανδριανόπουλος και εισήγαγε στην Ελλάδα τις ελεύθερες τιμές στα πρατήρια καυσίμων, τις συνόδευε με την παρατήρηση ότι πρέπει να βλέπουμε τις τιμές στα βενζινάδικα πριν πάμε να βάλουμε καύσιμο.
Εκείνη την απελευθέρωση ακολούθησαν κι άλλες, όπως στην κινητή τηλεφωνία, στην ενέργεια κ.λπ. Κουτσά – στραβά φτιάχτηκε και μια Επιτροπή Ανταγωνισμού που ενισχύθηκε με νομοθεσία κατά των ολιγοπωλίων, με τον τρόπο όμως που γίνεται στην Ελλάδα, όπου από το ένα άκρο πάμε στο άλλο.
Δυστυχώς για τη χώρα, δεν υπήρχαν ποτέ καταναλωτικές οργανώσεις ή όσες υπήρχαν ήταν μικρές ή εξυπηρετούσαν συμφέροντα σαν αυτά που βλέπουμε με τις διάφορες ΜΚΟ που μάζευαν λεφτά υποτίθεται για παιδιά ανάπηρα και τα έτρωγαν οι ιδιοκτήτες στα μπουζούκια και την ντόλτσε βίτα. Κατά καιρούς υπήρχαν εκφραστές -θεσμικοί ή όχι- του καταναλωτικού κινήματος φωνακλάδες, στα κανάλια κυρίως, που όταν τους άκουγε κάποιος συνειδητοποιούσε ότι οι συγκεκριμένοι δεν μπορούν να περάσουν τις ιδέες τους ούτε στις γυναίκες τους.
Σήμερα έχουμε λίγο – πολύ συμβιβαστεί με την ιδέα ότι δεν έχουμε καταναλωτικές οργανώσεις και μάλλον δεν πρόκειται να έχουμε ούτε στο μέλλον, που πάει με το άλλο που λένε: του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υποφέρει, αλλά από την ανάποδη…
Και χωρίς τέτοιες οργανώσεις είναι εύκολες οι καλοσύνες είτε της κυβέρνησης (όπως η τελευταία, με τη μείωση από το 24% στο 13% του ΦΠΑ στα προϊόντα περιόδου, που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός), είτε οι υποσχέσεις της αντιπολίτευσης, πολλές εκ των οποίων είναι τελείως αεράτες με βάση τα όσα ισχύουν στη χώρα.
Αν δεν υπήρχε ο ΦΠΑ και οι φόροι θα το είχαμε κλείσει το μαγαζί, καθώς στερούμαστε παραγωγής και ψάχνουμε μονίμως για δικαιολογίες, που είναι και το μάννα εξ ουρανού για τις κυβερνήσεις, προκειμένου να εξηγήσουν γιατί δεν κάνουν ούτε αυτά που έχουν υποσχεθεί.
Για τη βενζίνη και το πετρέλαιο θέρμανσης, των οποίων οι τιμές πετάνε, φταίνε οι πόλεμοι λέμε και ησυχάζουμε. Πριν από την επίθεση των Ρώσων, αν ενθυμούμεθα καλά, οι υπουργοί μάς έλεγαν ότι οι αυξήσεις ήταν κάτι σαν κρυολόγημα που περνάει…
Να το ερμηνεύσουμε κι αυτό, καθώς πολλοί δεν ξέρουν τη λειτουργία της οικονομίας και άρα πώς να αντιληφθούν ότι οι ανοιχτές αγορές θέλουν προσφορά προϊόντων και υπηρεσιών για να λειτουργήσουν… Και όταν αυτά δεν τα παράγεις εσύ, αναγκαστικά τα εισάγεις, με αποτέλεσμα άλλοι να καθορίζουν τις τιμές.
Όλα κρίνονται τελικά στην αγοραστική δύναμη και στο τι παράγουμε ως οικονομία, όπου και στα δύο είμαστε πάτοι, παρότι έχουμε τις δυνατότητες – κι αυτό είναι το πιο λυπηρό απ’ όλα.