Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ: Πώς ο Τραμπ γίνεται παράγοντας συσπείρωσης, κυρίως για τους Δημοκρατικούς

Καθώς οι Αμερικανοί ετοιμάζονται να προσέλθουν στις κάλπες για τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, το πολιτικό διακύβευμα ξεπερνά την απλή αναμέτρηση για τον έλεγχο του Κογκρέσου. Για τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, η ψηφοφορία αποτελεί μια κρίσιμη δοκιμασία της πολιτικής του απήχησης, δύο χρόνια μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο. Για τους Δημοκρατικούς, είναι μια ευκαιρία να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια απέναντι στον Τραμπ σε εκλογική κινητοποίηση. Ωστόσο, η υποχώρηση της δημοτικότητας του Ρεπουμπλικανού Προέδρου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι ψηφοφόροι που απομακρύνονται από εκείνον είναι έτοιμοι να στηρίξουν την αντιπολίτευση. Ο κορυφαίος αμερικανικός οργανισμός Pew Research Center, περιγράφει στο enikos.gr μια εκλογική αναμέτρηση στην οποία ο Τραμπ παραμένει καθοριστικός παράγοντας, η οικονομία κυριαρχεί στις ανησυχίες των πολιτών και τα δύο μεγάλα κόμματα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις.

 

Ο Τραμπ στο επίκεντρο

Η πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ έχει αποκτήσει έντονα προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά. Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Τσακ Τοντ του National Journal περιέγραψε την προεκλογική στρατηγική των δύο κομμάτων μέσα από το σχήμα «φόβος εναντίον αποστροφής» (fear vs. loathing), εμπνευσμένος από τον σπουδαίο δημοσιογράφο και συγγραφέα Χάντερ Τόμσον.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να κινητοποιήσουν τους ψηφοφόρους τους μέσω του φόβου, ενώ οι Δημοκρατικοί επενδύουν στην αρνητική στάση απέναντι στον Τραμπ για να συσπειρώσουν τη δική τους εκλογική βάση.

Φωτογραφία: AP

Τα ευρήματα του Pew Research Center προσφέρουν μια ενδιαφέρουσα διάσταση σε αυτή την προσέγγιση.

 

Σύμφωνα με την ανάλυση ενός εκ των κορυφαίων αμερικανικών οργανισμών για δημοσκοπήσεις, η παρουσία του Τραμπ αποτελεί παράγοντα στην απόφαση των ψηφοφόρων, με την αρνητική κινητοποίηση να εμφανίζεται εντονότερη μεταξύ των Δημοκρατικών.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά το Pew στο enikos.gr, «οι περισσότεροι ψηφοφόροι δήλωσαν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί παράγοντα στην απόφασή τους για την ψήφο».

Η διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα είναι χαρακτηριστική:

  • το 84% όσων στηρίζουν τον υποψήφιο των Δημοκρατικών δήλωσε ότι ψηφίζει «εναντίον του Τραμπ»,
  • το 48% όσων στηρίζουν τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών ανέφερε ότι ψηφίζει «υπέρ του Τραμπ».
Πηγή: Pew Research Center

Η διαφορά αυτή δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι Δημοκρατικοί διαθέτουν μεγαλύτερη εκλογική δυναμική σε εθνικό επίπεδο. Δείχνει, ωστόσο, ότι η δυσαρέσκεια προς τον Τραμπ αποτελεί πολύ ισχυρότερο κίνητρο για τους ψηφοφόρους της Δημοκρατικής παράταξης από ό,τι η προσωπική υποστήριξη προς εκείνον μεταξύ των Ρεπουμπλικανών που στηρίζουν τους υποψηφίους του κόμματος.

Η εικόνα αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί σε συνδυασμό με τη μεταβολή της δημοτικότητας του Τραμπ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε το Pew, η αποδοχή του υποχώρησε από το 47% κατά τις πρώτες εβδομάδες της δεύτερης θητείας του, το 2025, στο 30% σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου και στις αρχές Οκτωβρίου του 2026.

Ακόμη πιο αξιοσημείωτη είναι η μεταβολή μεταξύ εκείνων που τον είχαν επιλέξει στις προεδρικές εκλογές του 2024. Το ποσοστό των ψηφοφόρων του Τραμπ που εγκρίνουν την προεδρική του θητεία μειώθηκε από το 95% στις αρχές του 2025 στο 67% στην πιο πρόσφατη έρευνα του Pew.

Πηγή: Pew Research Center

Η πτώση, σύμφωνα με τον οργανισμό, είναι ιδιαίτερα αισθητή μεταξύ των νεότερων ψηφοφόρων του Τραμπ και των Ισπανόφωνων. Πρόκειται για δύο ομάδες στις οποίες η μεταβολή της στάσης απέναντί του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η εκλογική του νίκη το 2024 είχε αναδείξει τη διεύρυνση της απήχησής του πέρα από την παραδοσιακή ρεπουμπλικανική βάση.

Η υποχώρηση της αποδοχής του, ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέεται με μια μαζική μετακίνηση προς τους Δημοκρατικούς.

Η οικονομία πάνω από όλα

Παρά την έντονη πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τον Τραμπ, η οικονομία παραμένει το ζήτημα που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη βαρύτητα για τους Αμερικανούς ενόψει των εκλογών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Pew Research Center, το 84% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η οικονομία είναι «πολύ σημαντικός παράγοντας» κατά την επιλογή του υποψηφίου που θα στηρίξει στις εκλογές για το Κογκρέσο.

Το ποσοστό φτάνει στο 88% μεταξύ όσων υποστηρίζουν τον υποψήφιο των Δημοκρατικών και στο 82% μεταξύ όσων προτίθενται να ψηφίσουν Ρεπουμπλικανό.

Η οικονομία προηγείται αισθητά άλλων ζητημάτων που απασχολούν την αμερικανική κοινωνία:

  • Το 73% χαρακτηρίζει πολύ σημαντικό το μέλλον της δημοκρατίας,
  • το 59% τη μετανάστευση και
  • το 57% την εξωτερική πολιτική.
Πηγή: Pew Research Center

Οι κομματικές διαφορές είναι επίσης αποκαλυπτικές. Οι Δημοκρατικοί ψηφοφόροι εμφανίζονται πιθανότερο να θεωρούν πολύ σημαντικό το μέλλον της δημοκρατίας, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη μετανάστευση.

Η πρωτιά της οικονομίας, πάντως, δεν αρκεί για να προσδιορίσει ποιο κόμμα διαθέτει πλεονέκτημα στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Το Pew μάς παρέπεμψε στα ποσοσταά μεταβολής της αποδοχής του Τραμπ (βλ. παραπάνω), όταν κλήθηκε να σχολιάσει περαιτέρω τη σχέση ανάμεσα στην πολιτική του Αμερικανού Προέδρου και τη στάση των ψηφοφόρων. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία που παρατέθηκαν δεν συνιστούν ξεχωριστή μέτρηση της επίδρασης του πολέμου στο Ιράν ή της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή στην εκλογική συμπεριφορά.

Υπενθυμίζεται ότι, η εξωτερική πολιτική καταγράφεται ως πολύ σημαντικό ζήτημα για το 57% των ερωτηθέντων, χωρίς να παρέχεται από το Pew ειδικότερη ανάλυση για τις συγκεκριμένες εξελίξεις.

Η «σιωπηλή πλειοψηφία» και τα όρια της δυσαρέσκειας

Ένα από τα ερωτήματα που τέθηκαν στο Pew αφορούσε το κατά πόσο η πολιτική εικόνα του Τραμπ εξακολουθεί να στηρίζεται σε μια «σιωπηλή πλειοψηφία» ψηφοφόρων, η οποία δεν αποτυπώνεται πάντοτε στις δημοσκοπήσεις ή στη δημόσια συζήτηση.

Ειδικοί έχουν εξηγήσει πως η συγκεκριμένη απροσδιόριστη, κοινωνική ομάδα δεν εκφράζεται συχνά δημοσίως για τις απόψεις της, ενώ αποφεύγουν να συμμετέχουν στον πολιτικό διάλογο. Ωστόσο, όπως έχει αποδεχθεί και στο παρελθόν, η «σιωπηλή πλειοψηφία» μπορεί να αποδεχθεί καθοριστική για την έκβαση του εκλογικού αποτελέσματος.

Η απάντηση του Pew, ωστόσο, ήταν σαφής: «Δεν θεωρούμε ότι το πλαίσιο της “σιωπηλής πλειοψηφίας” είναι ιδιαίτερα χρήσιμο ή ακριβές».

Φωτογραφία: Reuters

Όπως εξήγησε στο enikos.gr, οι δημοσκοπήσεις πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2024 έδειχναν μια αναμέτρηση με μικρή διαφορά μεταξύ των δύο υποψηφίων (Ντόναλντ Τραμπ – Κάμαλα Χάρις), εικόνα που τελικά ανταποκρίθηκε και στο αποτέλεσμα.

Το Pew παρέθεσε, μάλιστα, στοιχεία για τις προθέσεις ψήφου στις εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Το 77% όσων είχαν ψηφίσει τον Τραμπ το 2024 δηλώνει ότι σκοπεύει να στηρίξει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο στην εκλογική του περιφέρεια. Αντίστοιχα, το 88% όσων είχαν ψηφίσει την Κάμαλα Χάρις δηλώνει ότι προτίθεται να ψηφίσει τον Δημοκρατικό υποψήφιο.

Η απόσταση των 11 ποσοστιαίων μονάδων αποτυπώνει μια διαφορά στην πρόθεση ψήφου μεταξύ των δύο ομάδων, όχι όμως και μια αυτόματη μετακίνηση των υπόλοιπων ψηφοφόρων από το ένα κόμμα στο άλλο. Το υπόλοιπο 23% των ψηφοφόρων του Τραμπ, για παράδειγμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί συλλήβδην ότι θα ψηφίσει Δημοκρατικούς. Στην κατηγορία αυτή μπορεί να περιλαμβάνονται αναποφάσιστοι, πολίτες που δεν σκοπεύουν να ψηφίσουν ή ψηφοφόροι που εξετάζουν άλλες επιλογές.

Η εικόνα αυτή συνδέεται και με ένα ευρύτερο πρόβλημα των δύο μεγάλων κομμάτων. Στην ίδια έρευνα, το 61% των ερωτηθέντων εξέφρασε αρνητική άποψη για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους Δημοκρατικούς διαμορφώθηκε στο 58%.

Πηγή: Pew Research Center

Σύμφωνα με το Pew, το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών «θα επηρεάσει άμεσα» την πολιτική κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν οι ΗΠΑ το επόμενο διάστημα. Την ίδια ώρα, και τα δύο μεγάλα κόμματα «αντιμετωπίζουν προκλήσεις και αβεβαιότητα» ως προς το μέλλον τους, ιδίως ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028, καθώς το επόμενο ενάμιση έτος αναμένεται να σημαδευτεί από ανταγωνιστικές εσωκομματικές διαδικασίες για την ανάδειξη των υποψηφίων τους

Η συμμετοχή μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική

Σε μια αναμέτρηση όπου οι διαφορές σε πολλές εκλογικές περιφέρειες και πολιτείες ενδέχεται να είναι μικρές, η συμμετοχή των ψηφοφόρων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι ενδιάμεσες εκλογές παραδοσιακά συγκεντρώνουν μικρότερο ενδιαφέρον από τις προεδρικές, καθώς ο πρόεδρος δεν βρίσκεται ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο και η εκστρατεία δεν έχει την ίδια εθνική προβολή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ιστοσελίδας USA Facts, από το 1980 και μετά η μέση αναφερόμενη συμμετοχή στις προεδρικές εκλογές διαμορφώνεται περίπου στο 63%, έναντι 48% στις ενδιάμεσες.

Σε μια διαφορετική μέτρηση της CQ Press, για τα «Βασικά Στατιστικά Στοιχεία της Αμερικανικής Πολιτικής», με βάση το ποσοστό συμμετοχής επί του συνόλου των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, η συμμετοχή ήταν 66,6% στις προεδρικές εκλογές του 2020 και περίπου 46% στις ενδιάμεσες του 2022.

Πηγή: US Elections Project

Ο Αμερικανός πολιτικός σχολιαστής Μαρκ Σιλντς είχε συνοψίσει τη σημασία της συμμετοχής με μια χαρακτηριστική παρατήρηση: «Οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν να κάνουν με τη συμμετοχή. Και η συμμετοχή μετριέται από τον ενθουσιασμό, την ένταση και το πόσο ενδιαφέρον δείχνουν οι πολίτες».

Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην τρέχουσα συγκυρία, καθώς το Pew διαπίστωσε ότι οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται περισσότερο κινητοποιημένοι («ενθουσιασμένοι» στην αμερικανική ορολογία) σε αρκετούς δείκτες συμμετοχής σε εθνικό επίπεδο.

Ο οργανισμός, ωστόσο, επεσήμανε ότι «η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί από τη συμμετοχή και την ικανότητα των κομμάτων» να πείσουν αναποφάσιστους ψηφοφόρους σε κρίσιμες πολιτείες και εκλογικές περιφέρειες της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Πηγή: Pew Research Center

Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη κινητοποίηση ενός κόμματος σε εθνικό επίπεδο δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε περισσότερες έδρες. Στις ΗΠΑ, η γεωγραφική κατανομή των ψηφοφόρων και οι ιδιαιτερότητες κάθε εκλογικής περιφέρειας μπορούν να αποδειχθούν εξίσου καθοριστικές με το συνολικό ποσοστό υποστήριξης.

Εξάλλου, ο διάσημος παρουσιαστής Ντέιβιντ Λέτερμαν είχε σχολιάσει με το χαρακτηριστικό του χιούμορ την αδιαφορία που συχνά συνοδεύει τις ενδιάμεσες εκλογές: «Αύριο είναι ημέρα εκλογών. Είναι αυτό που αποκαλούν ενδιάμεσες εκλογές και μπορείς να κόψεις την αδιαφορία με το μαχαίρι».

Ο Νέιτ Σίλβερ, από την πλευρά του, έχει χαρακτηρίσει τις ενδιάμεσες εκλογές «δυστυχώς, τρομερά βαρετές». Το enikos.gr έστειλε αίτημα σχολιασμού στον Αμερικανό αναλυτή του Silver Bulletin και ιδρυτή του FiveThirtyEight, χωρίς να λάβει απάντηση.

Φωτογραφία: AP

Η χαμηλότερη συμμετοχή δεν αποτελεί, βέβαια, αναπόφευκτο χαρακτηριστικό κάθε ενδιάμεσης αναμέτρησης. Οι εκλογές του 2018, για παράδειγμα, κατέγραψαν ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή. Το ερώτημα για το 2026 είναι κατά πόσο η ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης και η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση Τραμπ θα οδηγήσουν περισσότερους πολίτες στις κάλπες ή εάν η ευρύτερη απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα θα λειτουργήσει αποθαρρυντικά.

Ένα ιστορικό μοτίβο που βαραίνει την κυβέρνηση

Πέρα από τις δημοσκοπήσεις και την κινητοποίηση των ψηφοφόρων, οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν και μια ισχυρή ιστορική διάσταση: το κόμμα του εκάστοτε προέδρου χάνει σχεδόν πάντα έδρες στο Κογκρέσο.

Φωτογραφία: AP

Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, το μοτίβο είναι ιδιαίτερα έντονο. Από τις 20 ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν από το 1946 έως το 2022, το κόμμα του προέδρου έχασε έδρες στις 18, δηλαδή στο 90% των περιπτώσεων.

Οι δύο εξαιρέσεις της περιόδου μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ήταν οι εκλογές του 1998 και του 2002. Το 1998, οι Δημοκρατικοί του Μπιλ Κλίντον κέρδισαν έδρες, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ρεπουμπλικανοί είχαν προχωρήσει στη διαδικασία παραπομπής του προέδρου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, οι Ρεπουμπλικανοί του Τζορτζ Ουόκερ Μπους ενίσχυσαν τη θέση τους στο Κογκρέσο, στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου και της αυξημένης συσπείρωσης γύρω από τον πρόεδρο.

Η ιστορική τάση αυτή είναι λιγότερο ισχυρή στη Γερουσία, όπου ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια περίπου το ένα τρίτο των εδρών.

Βέβαια, το ιστορικό προηγούμενο δεν προδικάζει το αποτέλεσμα της 3ης Νοεμβρίου. Δείχνει, όμως, ότι οι ενδιάμεσες εκλογές -δύο χρόνια πρις τις προεδρικές- αποτελούν συχνά μια πρώτη μεγάλη, εγχώρια δοκιμασία για τον ένοικο του Λευκού Οίκου.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.