Νέα πλήγματα κατά των ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου, προανήγγειλε ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι με δηλώσεις του στους Financial Times στον απόηχο της συμφωνίας του Ντάναλντ Τραμπ με τον Βλαντιμίρ Πούτιν για το ντίζελ.
Η κίνηση αυτή έρχεται αφότου ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Κυριακή ότι η Ρωσία και η Ουκρανία συμφώνησαν σε μια «ενεργειακή εκεχειρία» με άμεση ισχύ. Ο Ζελένσκι ανέφερε στους FT ότι είχε αναστείλει τα πλήγματα κατά ενεργειακών υποδομών για τρεις ημέρες προκειμένου να συμμορφωθεί, ενώ η Μόσχα συνέχιζε να πλήττει τις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές.
H δήλωση του Ζελένσκι συνέπεσε με την ταυτόχρονη υποβάθμιση της υπηρεσίας δορυφορικού διαδικτύου Starlink, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ρωσία εξαπολύει σφοδρές επιθέσεις.
Πρακτικά αυτό που έγινε είναι ότι η υπηρεσία Starlink, η οποία ανήκει στην SpaceX του Ίλον Μασκ, επέβαλε περιορισμούς στην ταχύτητα, θέτοντας ως όριο τα 160 χλμ./ώρα. Αυτό σήμαινε ότι όσα οπλικά συστήματα κινούνταν με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή, έχαναν τη σύνδεσή τους με το δίκτυο.
Αναφερόμενος στο θέμα ο Ζελένσκι αποκάλυψε ότι Ουκρανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι ενημερώθηκαν από τους Αμερικανούς ομολόγους τους πως «αν δεν σταματήσετε τις επιθέσεις κατά ενεργειακών στόχων, θα διακόψουμε την παροχή πληροφοριών», αν και στη συνέχεια το πρόβλημα παρουσιάστηκε στο Κίεβο ως τεχνική δυσλειτουργία.
Παράλληλα, απέρριψε το ενδεχόμενο οι δυσλειτουργίες στο δορυφορικό σύστημα Starlink να οφείλονταν σε τεχνικό πρόβλημα. «Δεν ήταν τεχνικό πρόβλημα, ήταν θέμα βούλησης», τόνισε.
Ο Τραμπ είχε προηγουμένως αρνηθεί ότι η Ουάσιγκτον είχε διακόψει την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ουκρανία. Από την πλευρά του, ο Μασκ έγραψε στο X ότι τα συστήματα Starshield – το δορυφορικό δίκτυο στρατιωτικών προδιαγραφών που βασίζεται στην τεχνολογία του Starlink – «ανήκουν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ και τελούν υπό τον έλεγχό της»
Για να προσθέσει: «Οποιοιδήποτε περιορισμοί στην ταχύτητα ή τη χρήση αποφασίζονται από τον αμερικανικό στρατό και, τελικά, από τον πρόεδρο των ΗΠΑ».
Πρόκειται για την σοβαρότερη κρίση στις σχέσεις μεταξύ Κιέβου και Ουάσιγκτον από τότε που ο Τραμπ και οι κορυφαίοι συνεργάτες του επέπληξαν δημόσια τον Ζελένσκι στο Οβάλ Γραφείο, τον Φεβρουάριο του περασμένου έτους.