Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Τζίνα Πούλου: «…και το διαμάντι, για να γίνει κόσμημα θέλει επεξεργασία…»

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ο άνθρωπος τραγουδά. Στις χαρές και στις λύπες, στις μάχες, στις τελετές, στις δύσκολες ιστορικές στιγμές. Το τραγούδι ενώνει, εκτονώνει, δίνει θάρρος και δημιουργεί κοινότητα. Είναι μια παγκόσμια γλώσσα που ξεπερνά σύνορα, πολιτισμούς και εποχές. Η επιστήμη το έχει αποδείξει: η φωνή δεν είναι ταλέντο λίγων. Είναι βιολογική ανάγκη όλων. Όταν τραγουδάμε, ο εγκέφαλος ανταποκρίνεται με τρόπο που καμία άλλη δραστηριότητα δεν μπορεί να αναπαράγει — απελευθερώνονται ορμόνες, ενεργοποιούνται περιοχές που συνδέονται με μνήμη, συναίσθημα και ανθεκτικότητα.

Η Τζίνα Πούλου, επαγγελματίας υψίφωνος και με χρόνια εμπειρία ως ολιστική vocal coach, ενώνει την επιστήμη της φωνής με την ανθρώπινη ιστορία: από τα τραγούδια που έδωσαν θάρρος σε λαούς υπό κατοχή, μέχρι τις σύγχρονες εφαρμογές στη νόσο Πάρκινσον και την άνοια. Και από τις φωνές που ενώθηκαν στα μπαλκόνια κατά την πανδημία, μέχρι εκείνον που πιστεύει ότι «τραγουδά άσχημα». Γιατί δεν γεννιέται κανείς χωρίς «φωνή». Μαθαίνει μόνο να τη σιωπά.

 

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της, η Τζίνα Πούλου μίλησε μαζί μας.

Το βιβλίο σας ξεκινά από μια ανατρεπτική θέση: Γεννήθηκες για να τραγουδάς. Πώς η επιστήμη της φωνής μεταμορφώνει τον εγκέφαλο και την ψυχή;          
«Καταρχάς,  να διευκρινίσω ότι δεν πρόκειται για σχήμα λόγου, αλλά μια πραγματικότητα. Όταν τραγουδάμε, ο εγκέφαλος “γυμνάζεται”, αφού ενεργοποιείται ένα δίκτυο νευρώνων και συντελείται ένας συντονισμός πολλών περιοχών του εγκεφάλου. Αρχίζει η έκκριση ορμονών, όπως οι ενδορφίνες -που μειώνουν τον πόνο και φέρνουν ευφορία, η ντοπαμίνη -η ορμόνη της επιβράβευσης και της ευχαρίστησης, η ωκυτοκίνη  -η ορμόνη της αγάπης και της σύνδεσης. Επιπλέον, μειώνονται τα επίπεδα της κορτιζόλης -της ορμόνης του στρες, που λίγο πολύ όλοι το έχουμε ανάγκη.  Η αναπνοή είναι, επίσης, ένα μεγάλο κεφάλαιο στην απόδοση του τραγουδιού. Και αυτό, γιατί “αναγκάζεται” το σώμα να ξοδέψει αργά τον αέρα όσο τραγουδάει και έτσι ρυθμίζεται το νευρικό σύστημα. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να μπω σε τεχνικές λεπτομέρειες· αλλά, πολύ απλά, κρατείστε το, ότι ο συνδυασμός αναπνοής και τραγουδιού στέλνει σήμα στον εγκέφαλο ότι είμαστε ασφαλείς, και περνάμε από την κατάσταση του στρες στην κατάσταση της ηρεμίας.
Όσον αφορά στην ψυχή, θα ήθελα να τονίσω, αρχικά, ότι η  φωνή δεν είναι απλώς ήχος, αλλά ο καθρέφτης του εσωτερικού μας κόσμου. Τι εννοώ με αυτό; Άνθρωποι που έχουν εισπράξει αρνητική κριτική γύρω από τη φωνή τους όπως: “δεν έχεις καλή φωνή”, “πώς ακούγεσαι έτσι;” και άλλα παρόμοια,  βιώνουν ψυχικά μπλοκαρίσματα. Και, δυστυχώς, κάποια ξεκινούν από την παιδική ηλικία. Το τραγούδι λειτουργεί ή θα έπρεπε να λειτουργεί ως μια μορφή κάθαρσης. Η ψυχή ανακουφίζεται, όταν για παράδειγμα εκφράζεις το πένθος σου με ένα μοιρολόι. Αλλά και η μαμά που τραγουδάει στο μωρό της,  διοχετεύει απίστευτα συναισθήματα αγάπης και το μωρό νιώθει ασφάλεια. Και κάτι ακόμα πιο απλό: σκεφτείτε τη βαθιά αποφόρτιση που νιώθει αυτός που τραγουδάει στο μπάνιο. Και, βεβαίως, δεν πρέπει να παραλείψω τα απίστευτα ευεργετικά αποτελέσματα που έχει το ομαδικό τραγούδι. Όταν οι άνθρωποι τραγουδούν μαζί, οι καρδιακοί τους παλμοί τείνουν να συγχρονίζονται. Η ψυχή περνάει από την απομόνωση του “εγώ” και απολαμβάνει την αίσθηση του ανήκειν».

Αναφέρετε ότι το τραγούδι αποτελεί βιολογική ανάγκη. Ποια είναι τα πιο εντυπωσιακά επιστημονικά δεδομένα, που συναντήσατε κατά την έρευνά σας;          
«Τα δεδομένα είναι πολλά και πολύ σημαντικά. Καταρχάς,  είναι ένας άμεσος τρόπος εκτόνωσης. Η συναισθηματική συσσώρευση, οποιασδήποτε μορφής, μαλακώνει μετά από το τραγούδι. Αυτό το βίωνα και εγώ ως επαγγελματίας λυρική καλλιτέχνης, όσο άσχημη και αν ήταν η ψυχολογία μου. Οι επιστημονικές μελέτες που παραθέτω στο βιβλίο κάνουν λόγο για μικρά και μεγαλύτερα οφέλη, όλα πολύ σημαντικά, τα οποία αποδεικνύουν ότι το τραγούδι το χρειαζόμαστε όλοι και έχουμε φτιαχτεί για να τραγουδάμε. Θεωρώ ότι πράγματι αποτελεί βιολογική ανάγκη. Ξεκινώντας από την ελεγχόμενη εκπνοή που ενισχύει τη λειτουργία των πνευμόνων, συμβάλλει στην ευθυγράμμιση του σώματος, θα αναφέρω τη βελτίωση του καρδιακού ρυθμού, τη ρύθμιση της κυκλοφορίας του αίματος, τη βελτίωση του ύπνου, τη γνωστική αποκατάσταση και την αναδιοργάνωση του εγκεφάλου. Εντυπωσιάστηκα με μελέτες που κάνουν λόγο για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού μας συστήματος και πώς το τραγούδι αυξάνει τα αντισώματα, τη θετική επίδραση σε περιπτώσεις διατροφικών διαταραχών, για τη θεαματική συμβολή του τραγουδιού σε ασθενείς με άνοια, Πάρκινσον ή Αλτσχάιμερ. Σαν να ξεκλειδώνονται μονοπάτια μνήμης, μέσω του τραγουδιού. Σαν να προσπαθεί ο εγκέφαλος να αναδομηθεί. Έχουν πραγματοποιηθεί χιλιάδες μελέτες πάνω στο τραγούδι και η επιστήμη επιβεβαιώνει όλο και περισσότερο κάτι που οι άνθρωποι φαίνεται να γνώριζαν διαισθητικά εδώ και χιλιάδες χρόνια: το τραγούδι δεν είναι απλώς ψυχαγωγία ή καλλιτεχνική έκφραση, αλλά μια λειτουργία που επηρεάζει βαθιά τον οργανισμό μας.  Αυτό που, επίσης, με συγκίνησε ιδιαίτερα, επικαλούμενη και την ιδιότητά μου ως μαμάς, είναι ότι τα βρέφη ανταποκρίνονται στο τραγούδι πολύ πριν κατανοήσουν τη γλώσσα. Η ανθρώπινη φωνή που τραγουδά τα ηρεμεί, τα βοηθά να ρυθμίσουν τα συναισθήματά τους και ενισχύει τον δεσμό με τους γονείς τους. Γι’ αυτό τονίζω ότι το τραγούδι είναι βιολογική ανάγκη. Όχι επειδή δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτό, αλλά επειδή ο οργανισμός μας φαίνεται να είναι φτιαγμένος, ώστε να ωφελείται όταν χρησιμοποιούμε τη φωνή μας τραγουδώντας. Και, ίσως, αυτό να εξηγεί, γιατί το τραγούδι εμφανίζεται σε κάθε γνωστό πολιτισμό της ανθρώπινης ιστορίας. Δεν είναι απλώς μια μορφή τέχνης. Είναι μέρος της ανθρώπινης ύπαρξής μας».

Γιατί η φωνή εξακολουθεί να θεωρείται «ταλέντο» και όχι μια δεξιότητα που μπορεί να καλλιεργηθεί;           
«Γιατί εστιάζουμε στο αποτέλεσμα, το πώς ακούγεται δηλαδή η φωνή και όχι στη διαδικασία. Έτσι έχουμε εκπαιδευτεί ως κοινωνία. “Ή το ’χεις ή δεν το ’χεις!”. Άδικο πολύ και σκληρό! Και έτσι, δυστυχώς, κόβονται τα φτερά όσων θέλουν να τραγουδούν και βεβαίως χάνουν και όλα τα οφέλη. Από νεαρή ηλικία, ακούμε ανθρώπους να χαρακτηρίζονται ως “ταλαντούχοι” ή “φάλτσοι”, σαν η φωνή να είναι κάτι που είτε σου δόθηκε είτε όχι. Σπάνια μιλάμε για τη φωνή ως μια δεξιότητα που αναπτύσσεται, εκπαιδεύεται και εξελίσσεται, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη γλώσσα, τον χορό ή τον αθλητισμό. Επίσης, πολύ συχνά συγχέουμε το σωστό αυτί με τη φωνητική ικανότητα. Θεωρείται “ταλέντο” αυτός που ακούει και εύκολα αναπαράγει τον ήχο. Μήπως, τελικά, αυτό που εντυπωσιάζει είναι το πόσο άρτια αποδίδεται ένα μουσικό κομμάτι, χωρίς δηλαδή τονικά λάθη; Κάποιοι αφομοιώνουν αυτό που ακούν ευκολότερα από κάποιους άλλους. Αυτό, όμως, δε σημαίνει κάτι. Όλα διορθώνονται με σωστή τεχνική και καθοδήγηση. Υπάρχουν φωνές ασταθείς και χαμηλόφωνες, που με τη σωστή τεχνική εντυπωσιάζουν. Υπάρχουν, επίσης, φωνές που χρίζονται καταπληκτικές, ενώ στην πραγματικότητα μιμούνται κάποιες άλλες. Υπάρχουν, σίγουρα, φωνές που έχουν πολύ ωραία χροιά από τη φύση τους, αλλά και αυτές χρειάζεται να καλλιεργούνται. Ακόμα και το διαμάντι, για να  γίνει κόσμημα θέλει επεξεργασία.
Η φωνή είναι βαθιά συνδεδεμένη με την ταυτότητά μας. Όταν κάποιος κρίνει τη φωνή μας, συχνά νιώθουμε ότι κρίνει εμάς τους ίδιους. Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι εγκαταλείπουν το τραγούδι, μετά από ένα αρνητικό σχόλιο· κάτι, που δύσκολα θα συνέβαινε με άλλες δεξιότητες. Κανείς δεν θα έλεγε σε ένα παιδί που κάνει τα πρώτα του βήματα στο ποδόσφαιρο ότι “δεν γεννήθηκε για να κλωτσάει μπάλα” και άρα δεν πρέπει να ξαναπαίξει ποτέ. Στο τραγούδι, όμως, συμβαίνει συχνά. Στο βιβλίο μου “Γεννήθηκες για να τραγουδάς”, προσπαθώ να μετατοπίσω ακριβώς αυτήν την αντίληψη. Δεν υποστηρίζω ότι όλοι θα γίνουν επαγγελματίες τραγουδιστές. Υποστηρίζω, όμως, ότι ο καθένας από εμάς μπορεί να καλλιεργήσει τη φωνή του και, κυρίως, να απολαύσει τα οφέλη του τραγουδιού. Το ζητούμενο δεν είναι να τραγουδάμε όλοι σαν καλλιτέχνες. Το ζητούμενο είναι να πάψουμε να πιστεύουμε ότι η φωνή ανήκει μόνο στους λίγους. Ίσως, τελικά, ο μεγαλύτερος μύθος γύρω από το τραγούδι είναι ότι πρόκειται αποκλειστικά για ταλέντο. Η εμπειρία μου με έχει πείσει ότι πολύ συχνά αυτό που ονομάζουμε “έλλειψη ταλέντου” δεν είναι, τίποτε άλλο, παρά έλλειψη εξάσκησης, καθοδήγησης ή αυτοπεποίθησης. Και αυτά, μπορούν να καλλιεργηθούν σε οποιαδήποτε ηλικία».

Υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη φωνή και στην ψυχική ανθεκτικότητα ενός ανθρώπου;
«Πιστεύω ότι η σύνδεση ανάμεσα στη φωνή και την ψυχική ανθεκτικότητα είναι πολύ βαθύτερη απ’ όσο, συνήθως, αντιλαμβανόμαστε. Αν αντιμετωπίσουμε τη φωνή ως έναν από τους βασικότερους τρόπους έκφρασης του εσωτερικού μας κόσμου, τότε είμαστε πολύ κοντά στην ενίσχυση της ψυχικής μας ανθεκτικότητας. Όταν κάποιος μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τα συναισθήματα, τις ανάγκες και τις σκέψεις του, διαθέτει ένα σημαντικό ψυχικό πλεονέκτημα απέναντι στις δυσκολίες της ζωής. Αντίθετα, μια φωνή καταπιεσμένη, μια φωνή που δεν ακούγεται και πνίγεται, κλειδώνει το σώμα και το αποδυναμώνει ψυχικά. Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να μη μιλούν δυνατά, να μην εκφράζουν τη γνώμη ή το συναίσθημά τους, από φόβο μήπως κριθούν ή απορριφθούν. Αυτή η σιωπή τούς χαρακτηρίζει και τους ταράζει τον ψυχισμό τους. Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει να μην πληγωνόμαστε. Σημαίνει να μπορούμε να επεξεργαζόμαστε όσα ζούμε, να εκφραζόμαστε, να συνδεόμαστε με τους άλλους και να επανερχόμαστε μετά από δύσκολες εμπειρίες. Και η φωνή παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Μέσα από το τραγούδι, για παράδειγμα, ο άνθρωπος εκτονώνει συναισθήματα, ρυθμίζει το στρες, ενεργοποιεί μηχανισμούς χαλάρωσης και βιώνει το αίσθημα της σύνδεσης με τους άλλους. Όπως αναφέρω και στο βιβλίο, οι άνθρωποι σε δύσκολες ιστορικές περιόδους πάντα τραγουδούσαν για να αντέξουν και να νιώσουν ψυχική ανάταση. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι φωνή και ψυχική ανθεκτικότητα έχουν μια αμφίδρομη σχέση. Όσο πιο συνδεδεμένος είναι ένας άνθρωπος με τη φωνή του, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχει να εκφράζεται και να ενισχύεται και η ψυχική του ανθεκτικότητα. Όσο πιο αδύναμος νιώθει ψυχικά, τόσο χάνει τη φωνή του και τα οφέλη της. Ίσως γι’ αυτό η φράση “βρίσκω τη φωνή μου” έχει τόσο βαθύ μεταφορικό, αλλά και κυριολεκτικό νόημα. Εγώ τη μεταφράζω σε “βρίσκω τον εαυτό μου, πατάω στα πόδια μου, νιώθω δύναμη”».

Στο βιβλίο παρουσιάζετε παραδείγματα από ιστορικές περιόδους όπου το τραγούδι λειτούργησε ως πράξη αντίστασης. Ποια ιστορία σας συγκίνησε περισσότερο;  
«Η αλήθεια είναι ότι το τραγούδι συνέβαλε πολύ  σε περιόδους πολέμου, προσφυγιάς, κοινωνικών αναταραχών και δοκιμασιών· με πιο πρόσφατο παράδειγμα, την περίοδο της Covid, με τους ανθρώπους να τραγουδούν στα μπαλκόνια και να φτιάχνουν χορωδίες στις γειτονιές. Το τραγούδι λειτουργούσε ως μέσο παρηγοριάς, ελπίδας και συνοχής. Στο βιβλίο αναφέρω πολλά παραδείγματα, αλλά αυτό που πράγματι με εντυπωσίασε ήταν το Singing Revolution που σχετίζεται με την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της Εσθονίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας. Αυτή η δράση ξεκίνησε από τον Εσθονό καλλιτέχνη Heinz Valk με πατριωτικά εθνικά τραγούδια που παίζονταν στα καλοκαιρινά Φεστιβάλ από το 1987 μέχρι το 1991 και αναφέρονταν στην επιθυμία των πολιτών να ανεξαρτητοποιηθούν από τη Σοβιετική Ένωση. Έτσι, δημιουργήθηκε μια ανθρώπινη αλυσίδα 675 χιλιομέτρων (The Baltic Way) από το Ταλίν μέχρι το  Βίλνιους στις 23 Αυγούστου 1989, όπου πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι κρατήθηκαν χέρι, χέρι και τραγούδησαν, διεκδικώντας την ελευθερία των χωρών τους. Αυτό είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό. Αυτή η τόσο έντονη διαμαρτυρία δεν γεννήθηκε μέσα από όπλα ή βία, αλλά μέσα από μια ολόκληρη κουλτούρα συλλογικού τραγουδιού. Το Singing Revolution μάς υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη φωνή μπορεί να γίνει δύναμη ενότητας, ελπίδας και ειρηνικής αντίστασης. Για μένα, είναι μία από τις πιο συγκλονιστικές αποδείξεις ότι το τραγούδι δεν είναι απλώς τέχνη, αλλά κοινωνική και ανθρώπινη δύναμη, που, τελικά, προκύπτει, όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε ανάγκη, είναι ευάλωτοι και νιώθουν απειλή».

Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι άνθρωποι που δεν τραγουδούν ποτέ, νιώθουν βαθιά συγκίνηση όταν ακούνε μουσική          |
«Πιστεύω ότι η βαθιά συγκίνηση που νιώθουν πολλοί άνθρωποι όταν ακούν μουσική αποκαλύπτει ότι η σχέση τους με το τραγούδι δεν έχει χαθεί, αλλά έχει απλώς σωπάσει. Δεν είναι ότι  δεν μπορούν, αλλά επειδή φοβούνται να εκτεθούν. Ένα αρνητικό σχόλιο ή κριτική, λίγο η ντροπή ή η απόρριψη μπορεί να αφήσουν ένα αποτύπωμα που τους απομακρύνει από τη φωνή τους. Τραγουδούν από μέσα τους τις μελωδίες που δεν μπορούν να εκφράσουν και συγκινούνται. Ο λαιμός τους έχει σφίξει, αλλά το συναίσθημα που παραμένει ζωντανό, γίνεται κόμπος στον λαιμό. Συγκινούνται, γιατί η μουσική αγγίζει κάτι βαθιά ανθρώπινο μέσα τους, κάτι που υπήρχε πριν από τον φόβο και την κριτική. Για μένα, αυτή η συγκίνηση είναι συχνά η απόδειξη ότι η ανάγκη για τραγούδι εξακολουθεί να υπάρχει, ακόμη κι αν η φωνή δεν έχει βρει ακόμη το θάρρος να ακουστεί».

Βλέπουμε σήμερα αυξημένο ενδιαφέρον για την αναπνοή, το wellbeing και τη σύνδεση σώματος-νου. Πού τοποθετείται η φωνή, μέσα σε αυτή τη συζήτηση;           
«Πιστεύω ότι η φωνή είναι, μάλλον, ο μεγάλος “ξεχασμένος κρίκος”. Η φωνή βρίσκεται ακριβώς στο σημείο, όπου συναντιούνται η αναπνοή, το  σώμα και ο νους. Ύστερα από όσα έχουμε ήδη αναφέρει, δεν νομίζω ότι υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η φωνή είναι τεράστιο κεφάλαιο στο κομμάτι του wellbeing. Αφενός λόγω της χρήσης της αναπνοής, αλλά, κυρίως, λόγω των παραγόμενων δονήσεων που κινητοποιούν όλο το νευρικό μας σύστημα, ηρεμούν τον νου και το σώμα. Ενεργοποιούνται μηχανισμοί που συνδέονται με τη χαλάρωση και την αίσθηση ασφάλειας, χαράς, ευεξίας, αλλά και εκτόνωσης.  Θεωρώ, λοιπόν, ότι η φωνή δεν είναι απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας ή καλλιτεχνικής έκφρασης. Είναι το χρήσιμο εργαλείο αυτορρύθμισης και ευεξίας που όλοι διαθέτουμε. Και είναι καιρός να την ανακαλύψουμε ξανά και να αρχίσουμε να την χρησιμοποιούμε».

Ποια είναι τα πιο συχνά ψυχολογικά εμπόδια που συναντάτε σε ανθρώπους που λένε «δεν έχω φωνή»;           
«Το πιο συχνό εμπόδιο δεν είναι η έλλειψη φωνής, αλλά οι πεποιθήσεις που έχουν δημιουργηθεί γύρω από αυτήν. Οι άνθρωποι που λένε “δεν έχω φωνή”, συνήθως, έχουν ήδη βάλει μια αρνητική ταμπέλα στον εαυτό τους· το “είμαι φάλτσος”, “έχω χάλια φωνή”, “δεν το έχω”,  τα έχω ακούσει άπειρες φορές. Και, δυστυχώς, αυτές οι φράσεις ακούγονται σαν αντικειμενικές αλήθειες. Πολλοί αρνούνται ακόμη και να δοκιμάσουν να τραγουδήσουν, όχι επειδή δεν μπορούν, αλλά επειδή φοβούνται μήπως επιβεβαιωθεί αυτό που πιστεύουν για τον εαυτό τους. Η φωνή είναι πολύ προσωπική υπόθεση. Όταν κάποιος απορρίπτει τη φωνή του, συχνά απορρίπτει ένα κομμάτι της έκφρασής του. Και επειδή ψυχολογικά δεν αντέχουν να ακούσουν τον εαυτό τους, του στερούν τη χαρά της έκφρασης. Τους ενδιαφέρει περισσότερο το πώς ακούγονται από το πώς νιώθουν όταν τραγουδούν. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι τόσο το να εκπαιδεύσουμε τη φωνή, αλλά να απομακρύνουμε τις ταμπέλες που τη συνοδεύουν. Όταν ο άνθρωπος σταματήσει να αυτοχαρακτηρίζεται ως “άφωνος”, “φάλτσος” ή “ατάλαντος”, πολύ συχνά ανακαλύπτει ότι η φωνή του ήταν εκεί από την αρχή, περιμένοντας, απλώς, να της δοθεί χώρος να ακουστεί».

Τι μπορεί να μας διδάξει η φωνή για τον εαυτό μας, που δεν μπορούν να μας αποκαλύψουν οι λέξεις;           
«Καταρχάς, να πούμε ότι η φωνή προϋπήρχε των λέξεων· αυτό, μας λέει κάτι. Ο χρωματισμός των λέξεων, γίνεται από τη φωνή. Η φωνή θα μαρτυρήσει εάν οι λέξεις  που εκφράζονται  είναι αλήθεια ή ψέμα. Οι λέξεις μάς βοηθούν να περιγράψουμε αυτό που σκεφτόμαστε. Η φωνή, όμως, αποκαλύπτει, συχνά, αυτό που πραγματικά νιώθουμε. Μπορεί να λέμε “είμαι καλά”, αλλά ο τόνος, η ένταση, η χροιά και η ενέργεια της φωνής μας να μαρτυρούν μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Η φωνή είναι ένας ειλικρινής καθρέφτης της εσωτερικής μας κατάστασης. Μέσα από αυτήν, αποκαλύπτονται η αυτοπεποίθηση, ο φόβος, η χαρά, η ευαλωτότητα, η αυθεντικότητα, ακόμη και οι περιορισμοί που έχουμε επιβάλει στον εαυτό μας. Όταν κάποιος τολμά να τραγουδήσει ελεύθερα, ανακαλύπτει πράγματα που μπορεί να μην είχε συνειδητοποιήσει. Ανακαλύπτει,  για παράδειγμα, πόσο, τελικά, φοβάται την έκθεση, πόσο εύκολα ή δύσκολα εκφράζει το συναίσθημά του. Γι’ αυτό και η σχέση μας με τη φωνή συχνά αντανακλά τη σχέση μας με τον ίδιο μας τον εαυτό και γίνεται μέσο αυτογνωσίας».

Αν έπρεπε να συνοψίσετε το βασικό μήνυμα του βιβλίου σε μία πρόταση, ποια θα ήταν;
«Το τραγούδι δεν είναι απλά μια καλλιτεχνική δεξιότητα, αλλά μια βαθιά βιολογική και ανθρώπινη ανάγκη που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην υγεία μας, την ευεξία και την ψυχική μας ισορροπία».

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.