Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Τι προκαλούν οι φωνές, οι απειλές και η ταπείνωση στην ψυχή ενός παιδιού;

Με αφορμή το βίντεο από νηπιαγωγείο στα Άνω Λιόσια, όπου εκπαιδευτικός φέρεται να φωνάζει και να απειλεί παιδιά για ζημιές που προκλήθηκαν στον χώρο του σχολείου, ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση και προκύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα:

Τι συμβαίνει μέσα στην ψυχή ενός μικρού παιδιού όταν ένας ενήλικας υψώνει τη φωνή του, το απειλεί ή το κάνει να νιώθει φόβο;

Πώς εγγράφεται μέσα στο παιδί η εμπειρία του φόβου όταν αυτός προέρχεται από έναν άνθρωπο που έχει εξουσία πάνω του;

Για ένα μικρό παιδί, η φωνή του ενήλικα δεν είναι «απλώς μια φωνή»

Ένας ενήλικας μπορεί να θεωρήσει οτι μια έντονη φωνή ηταν μια στιγμή εκνευρισμού που θα περάσει. Για ένα μικρό παιδί, όμως, η εμπειρία μπορεί να είναι πολύ διαφορετική.

Το παιδί της προσχολικής ηλικίας δεν έχει ακόμη την ίδια ικανότητα με έναν ενήλικα να βάλει απόσταση ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει και σε αυτό που σημαίνει. Όταν ένας μεγάλος φωνάζει, απειλεί ή χρησιμοποιεί λόγια που το τρομάζουν, το παιδί μπορεί να μην ακούει απλώς «μην το ξανακάνεις». Μπορεί να βιώνει κάτι πολύ πιο πρωτόγονο: «Κινδυνεύω», «Ο μεγάλος θυμώνει μαζί μου», «Έκανα κάτι τόσο κακό που αξίζω να τιμωρηθώ».

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην προσχολική ηλικία, επειδή το παιδί εξαρτάται ακόμη έντονα από τους ενήλικες για να ρυθμίσει τον φόβο και την έντασή του. Χρειάζεται έναν ενήλικα που να μπορεί να αντέξει τον θυμό, την αταξία, το λάθος και την παρόρμησή του χωρίς να καταρρέει ή να το τρομοκρατεί.

Η φράση «μην το ξανακάνεις» βάζει ένα όριο, η απειλή, ομως, μπορεί να μετατρέψει το όριο σε φόβο.

Το παιδί δεν μαθαίνει μόνο τι επιτρέπεται, μαθαίνει και τι να πιστεύει για τον εαυτό του

Όταν ένα μικρό παιδί κάνει μια ζημιά για παράδειγμα σπάει ένα αντικείμενο ή παρασύρεται στο παιχνίδι του, αυτό που χρειάζεται είναι ένα όριο. Χρειάζεται ένας ενήλικας που θα του δείξει ότι αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό και θα το βοηθήσει να καταλάβει τι μπορεί να κάνει διαφορετικά την επόμενη φορά. Σε αυτές τις ηλικίες, όμως, το παιδί δεν ακούει μόνο τα λόγια του μεγάλου. Ακούει και τον τρόπο με τον οποίο του μιλά, βλέπει το πρόσωπό του, αισθάνεται τον θυμό του και προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνουν όλα αυτά για το ίδιο.

Γι’ αυτό υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «έκανες κάτι λάθος» και στο «είσαι κακό παιδί». Στην πρώτη περίπτωση, το λάθος αφορά μια συγκεκριμένη πράξη και αφήνει στο παιδί χώρο να τη διορθώσει. Στη δεύτερη, το λάθος αρχίζει να γίνεται μέρος της εικόνας που σχηματίζει για τον εαυτό του. Ένα παιδί που ακούει συχνά ότι είναι «κακό», ότι προκαλεί «ντροπή» ή ότι θα πάθει κάτι επειδή έκανε ένα λάθος, μπορεί σταδιακά να δυσκολευτεί να ξεχωρίσει τη συμπεριφορά του από την αξία του ως άνθρωπος. Αντί για «έκανα κάτι που δεν έπρεπε», μπορεί να αρχίσει να νιώθει «κάτι δεν πάει καλά με εμένα».

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην προσχολική ηλικία, γιατί η εικόνα που έχει το παιδί για τον εαυτό του βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση. Οι σημαντικοί ενήλικες γύρω του λειτουργούν σαν ένας καθρέφτης μέσα από τον οποίο μαθαίνει να βλέπει τον εαυτό του. Όταν ο καθρέφτης αυτός είναι σταθερός και προστατευτικός, το παιδί μπορεί να κάνει λάθη χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει την αξία του. Όταν όμως συναντά συχνά θυμό, φόβο και ταπείνωση, είναι πιθανό να αρχίσει να συνδέει την αποδοχή με την υπακοή και την αγάπη με το να μην κάνει ποτέ λάθος.

Η ντροπή μπορεί να πονέσει περισσότερο από την τιμωρία

Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ενοχή και στη ντροπή. Η ενοχή λέει περίπου: «Έκανα κάτι που δεν ήταν σωστό». Η ντροπή λέει: «Εγώ δεν είμαι σωστός». Η πρώτη μπορεί να βοηθήσει ένα παιδί να καταλάβει ότι μια πράξη έχει συνέπειες και να προσπαθήσει να την επανορθώσει. Η δεύτερη μπορεί να χτυπήσει πολύ πιο βαθιά, γιατί δεν αφορά αυτό που έκανε αλλά αυτό που αισθάνεται ότι είναι.

Ένα παιδί που πέταξε κάτι, έσπασε ένα αντικείμενο ή προκάλεσε μια ζημιά χρειάζεται να μάθει ότι η πράξη του έχει συνέπειες. Μπορεί να χρειαστεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της ζημιάς, να ακούσει ένα σταθερό «όχι» και να καταλάβει ότι υπάρχουν κανόνες. Δεν χρειάζεται, όμως, να φοβηθεί ότι εξαιτίας του λάθους του θα χάσει την αποδοχή του ενήλικα.

Αυτό είναι και ένα από τα σημεία όπου η ψυχολογία συναντά την ψυχαναλυτική σκέψη. Το παιδί σταδιακά εσωτερικεύει τους κανόνες που συναντά στη σχέση του με τους μεγάλους. Με τον χρόνο, αυτό που αρχικά του λέει ο γονιός ή ο εκπαιδευτικός απ’ έξω γίνεται ένας εσωτερικός κανόνας. Το παιδί μαθαίνει να σκέφτεται μόνο του τι επιτρέπεται και τι όχι. Έχει σημασία, επομένως, αν αυτός ο εσωτερικός κανόνας χτίζεται πάνω στην κατανόηση και στην ασφάλεια ή πάνω στον φόβο.

Όταν ένα παιδί υπακούει επειδή καταλαβαίνει το όριο, κάνει ένα βήμα προς την ωρίμανση. Όταν υπακούει μόνο επειδή φοβάται τι θα συμβεί αν δεν υπακούσει, έχει μάθει ότι ο ισχυρότερος επιβάλλεται στον πιο αδύναμο μέσω του φόβου.

Όταν εκείνος που θα έπρεπε να προστατεύει γίνεται αυτός που τρομάζει

Για ένα μικρό παιδί, ο ενήλικας έχει μια ιδιαίτερη θέση. Είναι μεγαλύτερος, δυνατότερος και γνωρίζει περισσότερα. Ταυτόχρονα, είναι εκείνος από τον οποίο το παιδί περιμένει να το προστατεύσει όταν φοβάται, όταν πονάει ή όταν δεν ξέρει τι να κάνει. Γι’ αυτό και όταν ένας ενήλικας γίνεται πηγή φόβου, το παιδί μπορεί να βιώσει μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση.

Δεν είναι εύκολο για ένα παιδί να σκεφτεί: «Ο συγκεκριμένος μεγάλος είναι εκνευρισμένος σήμερα, αλλά κατά βάθος είμαι ασφαλής». Η σκέψη αυτή απαιτεί μια ωριμότητα που ένα μικρό παιδί δεν έχει ακόμη κατακτήσει. Μπορεί απλώς να αισθανθεί ότι ο άνθρωπος που έχει απέναντί του είναι επικίνδυνος ή ότι το σχολείο, ο χώρος όπου περνά πολλές ώρες της ημέρας, δεν είναι πια απόλυτα ασφαλής.

Ο φόβος μπορεί να εμφανιστεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ένα παιδί μπορεί να γίνει πιο σιωπηλό, να κλαίει περισσότερο, να μη θέλει να πάει σχολείο, να προσκολλάται στους γονείς του, να ξυπνά τη νύχτα ή να εμφανίζει σωματικές ενοχλήσεις χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τι του συμβαίνει. Ένα άλλο παιδί μπορεί να γίνει πιο θυμωμένο ή επιθετικό. Δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια αλλαγή αποτελεί απόδειξη τραύματος. Η συμπεριφορά, όμως, είναι συχνά ο τρόπος με τον οποίο ένα μικρό παιδί προσπαθεί να πει κάτι που δεν μπορεί ακόμη να εκφράσει με λόγια.

Ο φόβος δεν μένει πάντα έξω από το παιδί

Η ψυχαναλυτική σκέψη ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πώς οι πρώτες σχέσεις γίνονται σταδιακά μέρος του εσωτερικού κόσμου του παιδιού. Το παιδί δεν θυμάται μόνο τι του είπαν, αλλά κρατά μέσα του και το πώς ένιωσε όταν το είπαν.

Μέσα από τις σχέσεις του με τους μεγάλους αρχίζει να σχηματίζει μια βαθύτερη εικόνα για τον κόσμο: «Μπορώ να κάνω λάθος και κάποιος να με βοηθήσει;», «Μπορώ να ζητήσω βοήθεια όταν φοβάμαι;», «Μπορώ να πω ότι θυμώνω χωρίς να τιμωρηθώ;», «Όταν ένας μεγάλος θυμώνει, εξακολουθώ να είμαι ασφαλής;».

Αν οι απαντήσεις που παίρνει επανειλημμένα είναι θετικές, το παιδί αποκτά σταδιακά μια αίσθηση ασφάλειας. Μαθαίνει ότι μια σύγκρουση μπορεί να περάσει χωρίς να διαλυθεί η σχέση και ότι ένα λάθος μπορεί να διορθωθεί. Αντίθετα, όταν η σχέση με τον ενήλικα χαρακτηρίζεται από απειλές και φόβο, το παιδί μπορεί να μάθει να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή. Να προσέχει υπερβολικά μήπως κάνει κάτι λάθος, να κρύβει όσα έκανε ή να παγώνει όταν αντιλαμβάνεται ότι ένας μεγάλος θυμώνει.

Αυτός ο φόβος δεν σημαίνει ότι ένα παιδί θα μεγαλώσει οπωσδήποτε με συγκεκριμένα προβλήματα. Η ψυχή δεν λειτουργεί τόσο μηχανικά. Το παιδί επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: τη διάρκεια και την ένταση μιας εμπειρίας, το οικογενειακό περιβάλλον, τη σχέση του με τους γονείς του, άλλους ασφαλείς ενήλικες που μπορεί να έχει στη ζωή του και κυρίως το αν υπάρχει κάποιος που θα το βοηθήσει να καταλάβει και να επεξεργαστεί αυτό που συνέβη.

Το παιδί μαθαίνει και από τον τρόπο που οι μεγάλοι θυμώνουν

Υπάρχει και κάτι ακόμη που συχνά ξεχνάμε. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από αυτά που τους λέμε, αλλα μαθαίνουν παρατηρώντας πώς εμείς συμπεριφερόμαστε όταν θυμώνουμε.

Αν βλέπουν ότι η ένταση αντιμετωπίζεται με φωνές, απειλές και εξευτελισμό, μπορεί να πάρουν το μήνυμα ότι αυτός είναι ένας φυσιολογικός τρόπος για να επιβληθεί κάποιος. Ότι όταν έχεις περισσότερη δύναμη, μπορείς να κάνεις τον άλλο να φοβηθεί. Έτσι, ένα παιδί μπορεί να μάθει να γίνεται υπερβολικά υπάκουο απέναντι στους ισχυρότερους ή, αντίθετα, να χρησιμοποιεί και το ίδιο την επιθετικότητα όταν αισθάνεται ότι θέλει να επιβληθεί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα παιδί που έχει δεχθεί φωνές θα γίνει απαραίτητα επιθετικό ή ότι θα αναπαράγει όσα έζησε. Σημαίνει ότι οι συμπεριφορές των ενηλίκων αποτελούν μαθήματα, ακόμη και όταν κανείς δεν προσπαθεί συνειδητά να τα διδάξει.

Μια από τις μεγαλύτερες ευθύνες των ενηλίκων δεν είναι το να μην θυμώνουν ποτέ, γιατι προφανως αυτό είναι ανθρώπινα αδύνατο, αλλά να μπορούν να δείχνουν στο παιδί ότι ο θυμός μπορεί να υπάρχει χωρίς να μετατρέπεται σε τρόμο.

Το παιδί χρειάζεται όρια, όχι φόβο

Το να προστατεύουμε ένα παιδί από τις φωνές και τις απειλές δεν σημαίνει ότι πρέπει να μεγαλώνει χωρίς όρια. Αντιθέτως, τα παιδιά χρειάζονται όρια για να αισθάνονται ασφαλή. Χρειάζονται να γνωρίζουν τι επιτρέπεται και τι όχι, τι μπορεί να γίνει και τι έχει συνέπειες.

Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο!

Ένας ενήλικας μπορεί να πει: «Αυτό που κάνατε δεν ήταν σωστό. Χάλασε κάτι που ανήκει σε όλους και πρέπει να το φροντίσουμε. Πάμε να δούμε πώς μπορούμε να το διορθώσουμε». Το όριο παραμένει ξεκάθαρο. Το παιδί καταλαβαίνει ότι η πράξη του έχει συνέπειες, χωρίς να χρειάζεται να φοβηθεί ότι ο ίδιος ο ενήλικας θα το πληγώσει ή θα το εξευτελίσει.

Το μήνυμα είναι πολύ διαφορετικό: «Αυτό που έκανες έχει όριο, αλλά εσύ παραμένεις ασφαλής».

Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που χρειάζεται να μάθει ένα παιδί. Ότι μπορεί να κάνει λάθος χωρίς να χάνει την αξία του. Ότι μπορεί να θυμώσει χωρίς να χάσει τη σχέση. Ότι μπορεί να ακούσει ένα «όχι» χωρίς να αισθανθεί ότι ο άλλος έπαψε να το αγαπά ή να το προστατεύει.

Και όταν οι μεγάλοι συγκρούονται μπροστά στα παιδιά;

Στην υπόθεση των Άνω Λιοσίων υπάρχει και μια δεύτερη πλευρά, καθώς σύμφωνα με τις καταγγελίες η εκπαιδευτικός φέρεται να δέχθηκε επίθεση από γονέα. Η υπόθεση διερευνάται από τις αρμόδιες αρχές και οι ευθύνες θα κριθούν μέσα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Οταν οι μεγάλοι γύρω τους συγκρούονται με ένταση, απειλές ή βία, το παιδί μπορεί να αισθανθεί ότι χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Οι ενήλικες είναι εκείνοι που υποτίθεται ότι μπορούν να διαχειριστούν τις δύσκολες καταστάσεις. Οταν αντί γι’ αυτό γίνονται οι ίδιοι πηγή χάους, το παιδί μπορεί να μην ξέρει πλέον ποιον να εμπιστευτεί.

Το βασικό ερώτημα μέσα του μπορεί να γίνει πολύ απλό και πολύ βαθύ: «Ποιος θα με προστατεύσει αν οι μεγάλοι δεν μπορούν να προστατεύσουν ούτε ο ένας τον άλλον;»

Γι’ αυτό η προστασία των παιδιών δεν αφορά μόνο το να μην τα χτυπήσουμε. Αφορά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν. Αφορά το αν οι μεγάλοι μπορούν να διαφωνούν χωρίς να τρομοκρατούν, να θυμώνουν χωρίς να απειλούν και να επιβάλλουν όρια χωρίς να ταπεινώνουν.

Ένα παιδί δεν χρειάζεται έναν ενήλικα που δεν θυμώνει ποτέ

Το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργήσουμε έναν κόσμο στον οποίο οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και οι άλλοι ενήλικες δεν θα θυμώνουν ποτέ. Ο θυμός είναι ένα ανθρώπινο συναίσθημα και τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν ότι και αυτός υπάρχει.

Αυτό που χρειάζονται είναι έναν ενήλικα που μπορεί να πει «είμαι θυμωμένος» χωρίς να κάνει το παιδί να αισθανθεί οτι κινδυνεύει. Έναν ενήλικα που μπορεί να βάλει ένα όριο χωρίς να χρειάζεται να φοβίσει για να γίνει υπακουστός. Έναν ενήλικα που, ακόμη και όταν πρέπει να διορθώσει μια συμπεριφορά, δεν κάνει το παιδί να αισθανθεί ότι το ίδιο είναι το πρόβλημα.

Η πραγματική πειθαρχία δεν είναι να σταματήσει ένα παιδί επειδή φοβάται, αλλα να αρχίσει να καταλαβαίνει.

Ένα παιδί που φοβάται μπορεί να υπακούσει. Ένα παιδί που αισθάνεται ασφαλές μπορεί να μάθει.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.