Την ώρα που η ενεργειακή κρίση προκαλεί ασφυξία στα ευρωπαϊκά κράτη, με την εκτόξευση των τιμών των καυσίμων, ΗΠΑ και Ρωσία φαίνεται να εντείνουν τις παρασκηνιακές συνομιλίες για ενεργειακές συμφωνίες πολλών δισεκατομμυρίων. Τα δύο χρυσά «πιόνια» στην ενεργειακή σκακιέρα των Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντιμίρ Πούτιν είναι οι αγωγοί Nord Stream και Lukoil.
Πίσω από τις κινήσεις των δύο ηγετών διαγράφεται μια ευρύτερη στρατηγική, που συνδέει τα ενεργειακά συμφέροντα με τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Και το «παιχνίδι» εξελίσσεται ερήμην της ΕΕ. Οι Ευρωπαίοι – προσηλωμένοι στη στρατηγική της σύγκρουσης με τη Μόσχα – κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με μια νέα ενεργειακή πραγματικότητα, που θα έχει περισσότερες εξαρτήσεις και λιγότερες εναλλακτικές.
Στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων μεταξύ Λευκού Οίκου και Κρεμλίνου βρίσκεται η προοπτική επιστροφής του ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή αμερικανικών κεφαλαίων, αλλά και η εξαγορά πολύτιμων περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil από επενδυτικό σχήμα με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και χωρών του Κόλπου.
Το colpo grosso με τους αγωγούς Nord Stream
Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου και του Κρεμλίνου – με επικεφαλής τον ειδικό απεσταλμένο και γαμπρό του Τραμπ , Τζάρεντ Κούσνερ, και τον στενό σύμβουλο του Πούτιν, Κίριλ Ντμίτριεφ – έχουν εντείνει τις συνομιλίες των τελευταίο διάστημα σχετικά με την είσοδο Αμερικανού επενδυτή στους αγωγούς Nord Stream 1 και 2.
Πρόκειται για τους αγωγούς που τροφοδοτούσαν τη Γερμανία, και από εκεί ολόκληρη την Ευρώπη, με φτηνό ρωσικό φυσικό αέριο, και οι οποίοι τέθηκαν εκτός λειτουργίας μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία. Λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2022 υπέστησαν και σοβαρές ζημιές από υποθαλάσσιες εκρήξεις, οι οποίες – όπως προέκυψε από γερμανική έρευνα – ήταν σαμποτάζ από Ουκρανούς.
Σύμφωνα με πρόσωπα που έχουν γνώσει των διεργασιών και μίλησαν στο Reuters, ο Ντμίτριεφ και ο Κούσνερ – μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας – έχουν συναντηθεί στη Μόσχα και τη Νέα Υόρκη τις τελευταίες εβδομάδες και το θέμα εξακολουθεί να βρίσκεται στην ατζέντα. Μάλιστα ο Ρώσος απεσταλμένος φέρεται να έχει συναντηθεί και με εκπροσώπους των αμερικανικών υπουργείων Ενέργειας και Οικονομικών, προκειμένου να συζητήσουν πιθανές ενεργειακές πρωτοβουλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Ο ίδιος ο Κούσνερ – δημόσια – έχει ταχθεί υπέρ της σύναψης «συμφωνιών ευημερίας», οι οποίες θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν την ειρήνη στην Ουκρανία και να προσφέρουν «στους ηγέτες κάτι για το οποίο να προσβλέπουν στο μέλλον».
Αναμφίβολα η επανενεργοποίηση των δύο ρωσικών αγωγών μόνο απλή δεν είναι. Οι Ευρωπαίοι – παρά το ενεργειακό αδιέξοδο – απορρίπτουν σε αυτή τη φάση κάθε ενδεχόμενο επιστροφής του ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά. Το Βερολίνο, που αποτελεί και τον κόμβο των αγωγών Nord Stream, ξεκαθαρίζει πως δεν υπάρχει περίπτωση να εγκρίνει την επαναλειτουργία τους. Ωστόσο, αυτή η άρνηση πιθανόν να έχει κάποια όρια: Το πρώτο είναι προφανώς ο τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία. Και το δεύτερο η πολιτική κατάσταση στη Γερμανία.
Ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται στο «χείλος του γκρεμού» και η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία», το δημοφιλέστερο πολιτικό κόμμα της χώρας σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, έχει ταχθεί υπέρ της επανεκκίνησης των ροών φυσικού αερίου μέσω Nord Stream. Μάλιστα, ο Ντμίτριεφ προγραμματίζει συνάντηση με την ηγεσία του AfD, προκειμένου να συζητήσουν το θέμα.
Εάν οι ΗΠΑ «μπουν» στους αγωγούς Nord Stream τότε θα αποκτούσαν σημαντικό πλεονέκτημα όταν θα τελειώσει ο πόλεμος. Και αντίστροφα, θα έχουν «δισεκατομμύρια λόγους» παραπάνω για να πιέσουν για το τέλος της σύγκρουσης.
Αξίζει να σημειωθεί πως παρότι το 51% της εταιρείας των αγωγών Nord Stream ανήκει στον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό Gazprom, ένα ποσοστό 31% κατανέμεται μεταξύ δύο γερμανικών εταιρειών, των Wintershall Dea AG και PEG Infrastruktur / E.ON, με 15,5% η κάθε μια. Είναι ενδεικτικό πως και οι δύο γερμανικές εταιρείες, μετά από σχεδόν 5 χρόνια πολέμου, επιδιώκουν να διατηρήσουν τα μερίδιά τους, προκειμένου να διασφαλίσουν τη γερμανική επιρροή σε περίπτωση που η Gazprom αποφασίσει να πουλήσει τη συμμετοχή της ή εάν οι αγωγοί επαναλειτουργήσουν – με όποιο καθεστώς.
Το mega deal με τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil
Το δεύτερο «χρυσό» πιόνι στη σκακιέρα Πούτιν και Τραμπ είναι η Lukoil, η μεγάλη ρωσική ενεργειακή εταιρεία. Τα περιουσιακά της στοιχεία – από κοιτάσματα στην Αφρική και διυλιστήρια πετρελαίου σε πολλές χώρες μέχρι πρατήρια καυσίμων στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και άλλες περιοχές του κόσμου – έχουν τεθεί προς πώληση, λόγω των κυρώσεων. Ουσιαστικά έχουν καταστεί άνευ αξίας με τις τρέχουσες συνθήκες. Αυτό όμως μπορεί να αλλάξει.
Οι Κούσνερ και Ντμίτριεφ έχουν ήδη συζητήσει την πώληση του χαρτοφυλακίου της Lukoil. Βάσει του σχεδίου, μια κοινοπραξία στην οποία θα συμμετέχουν η αμερικανική ομοσπονδιακή επενδυτική υπηρεσία DFC και επενδυτές από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα μπορούσε να εξαγοράσει τα περιουσιακά στοιχεία και ακολούθως οι αμερικανικές αρχές θα προχωρήσουν στην άρση των κυρώσεων.
Επικεφαλής της επενδυτικής κοινοπραξίας είναι ο Τοντ Μπόελι, δισεκατομμυριούχος διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων και συνιδιοκτήτης, μεταξύ άλλων, των Los Angeles Dodgers, αλλά και σημαντικός δωρητής των πολιτικών δραστηριοτήτων του Τραμπ. Επίσης, σύμφωνα με αμερικανικά ΜΜΕ, ο ίδιος ο Τραμπ, οι τρεις γιοι του, η κόρη του Ιβάνκα και ο γαμπρός του Κούσνερ, καθώς και η οικογένεια Γουίτκοφ, έχουν όλοι οικονομικούς δεσμούς με εταίρους της συμφωνίας.
«Όσον αφορά τη Lukoil, ο Στιβ (Γουίτκοφ) και ο Τζάρεντ (Κούσνερ) συνεργάστηκαν με την DFC για να διαπραγματευτούν μια σημαντική προκαταβολική πληρωμή και συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στα κέρδη», δήλωσε στο Reuters αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, επιβεβαιώνοντας τις παρασκηνιακές συνομιλίες για την ολοκλήρωση του mega deal.
Και σε αυτή την περίπτωση, η διαδικασία εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων συνδέεται με τις προσπάθειες του Λευκού Οίκου να διαπραγματευτεί τον τερματισμό του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ο Ντόναλτ Τραμπ θα μπορούσε να άρει ή να χαλαρώσει τις αμερικανικές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί, ωστόσο, εάν οι Δημοκρατικοί εξασφαλίσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές του επόμενου μήνα, κάτι τέτοιο θα γίνει δυσκολότερο. Αν όμως υπάρξει μια εκεχειρία και «διαφαίνεται» στον ορίζοντα ο τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία, ο Αμερικανός Πρόεδρος θα έχει μεγαλύτερη «ευελιξία» κινήσεων.
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν πάντως φαίνεται να έχει δώσει την έγκρισή του για το deal. Εξάλλου, σύμφωνα με ορισμένα αμερικανικά ΜΜΕ, ήταν ο ίδιος που έριξε την πρόταση στο τραπέζι, όταν συναντήθηκε με τον Γουίτκοφ και τον Κούσνερ στο Κρεμλίνο στις 5 Σεπτεμβρίου. Ο Ρώσος Πρόεδρος, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, πρότεινε να ολοκληρωθεί επιδιώκοντας να σταλεί ένα μήνυμα σε όλο τον κόσμο ότι οι Ρώσοι μπορούν πλέον να κάνουν «δουλειές» με τους Αμερικάνους. Πρόκειται λοιπόν για μια «win – win» και για τον Πούτιν και για τον Τραμπ.