Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Εμβόλια: Γιατί κάποιοι εμφανίζουν εντονότερες παρενέργειες, ενώ άλλοι καθόλου

Νέα μελέτη ερευνητών για τα εμβόλια. Η μελέτη από το Κέντρο Εμβολίων του Πανεπιστημίου της Γενεύης και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Γενεύης δείχνει ότι η απάντηση μπορεί να βρίσκεται σε μικρές διαφορές στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος κάθε ανθρώπου.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Science Translational Medicine, εξέτασε 51 υγιείς ενήλικες, με διάμεση ηλικία 43,5 ετών, οι οποίοι έλαβαν δύο δόσεις εμβολίου mRNA κατά του SARS-CoV-2. Οι ερευνητές παρακολούθησαν στενά τους συμμετέχοντες για μία εβδομάδα μετά από κάθε δόση, καταγράφοντας τις πιθανές παρενέργειες.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι σημαντικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει η φυσική αντιική άμυνα του οργανισμού, και συγκεκριμένα η δραστηριότητα της ιντερφερόνης. Η ιντερφερόνη είναι μια πρωτεΐνη σηματοδότησης που απελευθερώνεται από τα κύτταρα όταν αντιλαμβάνονται την παρουσία ιού, προειδοποιώντας άλλα κύτταρα να ενεργοποιήσουν τους μηχανισμούς άμυνάς τους. Ωστόσο, η ικανότητα παραγωγής αυτών των πρωτεϊνών διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Εμβόλια και ιντερφερόνη

Σύμφωνα με τους ερευνητές, όσο πιο ενεργή είναι η φυσική απόκριση ιντερφερόνης ενός ατόμου πριν ακόμη από τον εμβολιασμό, τόσο πιθανότερο είναι να εμφανίσει εντονότερες προσωρινές αντιδράσεις μετά το εμβόλιο. Τα συμπτώματα αυτά, όπως κόπωση, πυρετός ή άλλα συμπτώματα που θυμίζουν κρυολόγημα ή γρίπη, αποτελούν αποτέλεσμα της ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος καθώς ο οργανισμός «εκπαιδεύεται» να αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο παθογόνο.

Για να κατανοήσουν καλύτερα τον μηχανισμό, οι ερευνητές πραγματοποίησαν επιπλέον πειράματα σε ποντίκια. Διαπίστωσαν ότι μετά την πρώτη δόση του εμβολίου αναπτύσσονται αντισώματα και ενεργοποιούνται Τ-λεμφοκύτταρα, τα οποία μπορούν να αναγνωρίζουν τα αντιγόνα του εμβολίου. Μετά τη δεύτερη δόση, αυτή η επίκτητη ανοσία μπορεί να ενισχύσει γρήγορα τη δραστηριότητα άλλων λευκών αιμοσφαιρίων, των μονοκυττάρων, οδηγώντας σε ισχυρότερη αντίδραση στον εμβολιασμό.

Οι ερευνητές θεωρούν ότι παράγοντες όπως η γενετική, το μικροβίωμα και προηγούμενες φλεγμονώδεις αντιδράσεις ενδέχεται να επηρεάζουν τη συγκεκριμένη ανοσολογική απόκριση, αν και απαιτούνται περισσότερες μελέτες για να επιβεβαιωθεί ο ρόλος τους.

Οι ειδικοί τονίζουν, πάντως, ότι οι αντιδράσεις που καταγράφηκαν στη μελέτη ήταν γενικά ήπιες και προσωρινές και δεν αποτελούσαν σοβαρές επιπλοκές. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει τρόπος να προβλεφθεί με ακρίβεια ποιος θα εμφανίσει εντονότερες παρενέργειες ή να αποτραπεί πλήρως η ανοσολογική αυτή αντίδραση. Συνήθως οι παρενέργειες υποχωρούν μέσα σε λίγες ημέρες και η ξεκούραση, η επαρκής ενυδάτωση και, όπου ενδείκνυται, η παρακεταμόλη μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η ένταση των παρενεργειών δεν αποτελεί ένδειξη ότι το εμβόλιο είναι περισσότερο αποτελεσματικό. Αντίστοιχα, η απουσία ή η ήπια μορφή παρενεργειών δεν σημαίνει ότι το εμβόλιο δεν λειτουργεί.

Η μελέτη δεν εντόπισε κάποια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων που θα πρέπει να αποφεύγει τον εμβολιασμό λόγω του κινδύνου παρενεργειών. Τα ευρήματα αφορούν κυρίως προσωρινές αντιδράσεις μετά τον εμβολιασμό με mRNA κατά της COVID-19 και δεν είναι ακόμη σαφές αν ο ίδιος μηχανισμός ισχύει για άλλα εμβόλια, όπως εκείνα κατά της γρίπης. Προς το παρόν, όσοι ανησυχούν για πιθανή σοβαρή αλλεργική αντίδραση σε συστατικό εμβολίου θα πρέπει να συμβουλεύονται επαγγελματία υγείας πριν από τον εμβολιασμό.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.