Λίγα προϊόντα έχουν καταφέρει να τραβήξουν τόσο γρήγορα το ενδιαφέρον του κοινού όσο τα φάρμακα για την απώλεια βάρους που ανήκουν στην κατηγορία των αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1. Μια απρόβλεπτη συνέπεια της δημοτικότητάς τους, όμως, είναι η δημιουργία, ουσιαστικά, ενός από τα μεγαλύτερα πειράματα χρήσης φαρμάκων εκτός των εγκεκριμένων ενδείξεών τους που έγιναν ποτέ. Μιλάμε για την ταχεία εξάπλωση του «microdosing», δηλαδή της λήψης μικρότερης δόσης από τη συνιστώμενη.
Το microdosing έχει γίνει τόσο δημοφιλές- σύμφωνα με εκτιμήσεις, το έχει δοκιμάσει ένας στους επτά χρήστες- ώστε στις ΗΠΑ έχει αναπτυχθεί ολόκληρη αγορά γύρω από αυτό. Προσφέρεται από μεγάλες διαδικτυακές εταιρείες, όπως η Noom και η Hims & Hers, διατίθεται σε πολλά μικρά ιατρικά κέντρα αισθητικής σε ολόκληρη τη χώρα και, ακόμη χειρότερα, είναι κάτι που αρκετοί άνθρωποι επιχειρούν μόνοι τους στο σπίτι.
Τι λένε οι επιστήμονες για την αποτελεσματικότητα των μικρότερων δόσεων
Πολλοί ασθενείς, για παράδειγμα, ξεκινούν με μικρή δόση και την αυξάνουν σταδιακά μέχρι να φτάσουν στην πλήρη, ώστε να περιορίσουν τις παρενέργειες. Αντίστοιχα, σε όσους διακόπτουν τη θεραπεία μπορεί να συστηθεί σταδιακή μείωση της δόσης αντί για απότομη διακοπή. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η χαμηλή δόση αποτελεί αυτοσκοπό: για παράδειγμα, για να μειωθεί το κόστος της θεραπείας ή λόγω φόβου για τις παρενέργειες.
Το πρόβλημα για επιστημονικούς φορείς όπως η American Association of Clinical Endocrinology, που εκδίδει κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες, είναι ότι τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα του microdosing παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεκδοτολογικά. Μια μελέτη, ωστόσο, που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο υποδεικνύει ότι η ανταπόκριση στα φάρμακα διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ανάλογα με τα γονίδιά του. Με δεδομένη αυτή την αβεβαιότητα, η τρέχουσα σύσταση της ένωσης είναι οι γιατροί να ακολουθούν τις οδηγίες δοσολογίας που έχει εγκρίνει ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA).
Ορισμένοι γιατροί υποστηρίζουν, παρ’ όλα αυτά, ότι το microdosing υπό ιατρική παρακολούθηση μπορεί να συμβάλει στη βελτιστοποίηση της θεραπείας. Επισημαίνουν μάλιστα ότι ορισμένοι ασθενείς- μερικές φορές αποκαλούνται «super responders»- έχουν εντυπωσιακά καλή ανταπόκριση σε χαμηλότερες δόσεις. Οι γιατροί αναφέρουν επίσης ότι, αφού πετύχουν τον στόχο τους ως προς την απώλεια βάρους, ορισμένοι ασθενείς χρειάζονται μόνο μια μικρότερη δόση σε μακροχρόνια βάση για να διατηρήσουν το βάρος που έχασαν.
Όταν το microdosing γίνεται υπό ιατρική παρακολούθηση, δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα, καθώς οι γιατροί μπορούν να παρακολουθούν την κατάσταση της υγείας των ασθενών και να προσαρμόζουν τη δόση, όταν χρειάζεται. Η λήψη φαρμάκων χωρίς αυτή την υποστήριξη, όμως, δεν είναι καλή ιδέα – και το ανησυχητικό είναι ότι πολλοί από όσους κάνουν microdosing το κάνουν ακριβώς έτσι. Μια μικρή έρευνα έδειξε ότι το ποσοστό αυτών που το τολμούν μπορεί να φτάνει το 55%.
Οι κίνδυνοι από τη λήψη φαρμάκων χωρίς ιατρική παρακολούθηση
Τα φάρμακα αυτά διατίθενται συχνά σε συσκευές που ονομάζονται «πένες» και χορηγούν ακριβείς δόσεις μέσω μιας σειράς από «κλικ». Μία από τις μεθόδους που χρησιμοποιούν όσοι κάνουν microdosing είναι να αφαιρούν το φάρμακο από την πένα με σύριγγα. Μια άλλη είναι να μετρούν τα κλικ, ώστε να χορηγούν μικρότερη δόση από αυτή που προβλέπει ο κατασκευαστής. Καμία από τις δύο μεθόδους δεν είναι ιδανική. Οι σύριγγες μπορεί να επιμολύνουν το φάρμακο, ενώ η μέτρηση των κλικ είναι εύκολο να οδηγήσει σε λάθη. Επιπλέον, και οι δύο πρακτικές μπορεί να παρατείνουν τη χρήση μιας πένας πέρα από τη διάρκεια ζωής της, που είναι 30 έως 60 ημέρες.
Ακόμη κι αν το microdosing οδηγεί σε απώλεια βάρους ή βοηθά στη διατήρησή της, μπορεί να απογοητεύσει όσους ενδιαφέρονται και για τα πρόσθετα οφέλη των φαρμάκων, όπως αυτά που αφορούν την καρδιαγγειακή υγεία. Οι μελέτες που έδειξαν αυτά τα οφέλη πραγματοποιήθηκαν με πλήρεις δόσεις. Επομένως, δεν υπάρχουν ακόμη στοιχεία που να δείχνουν ότι τα ίδια οφέλη επιτυγχάνονται και με χαμηλότερες δόσεις.
Σε έναν ιδανικό κόσμο, τα ερωτήματα γύρω από το microdosing θα είχαν απαντηθεί μέσω κατάλληλων κλινικών δοκιμών. Ο κόσμος, όμως, απέχει πολύ από το να είναι ιδανικός και οι φαρμακευτικές εταιρείες έχουν ελάχιστο κίνητρο να χρηματοδοτήσουν έρευνα που ενδέχεται να δείξει ότι η χρήση μικρότερης ποσότητας από το προϊόν τους είναι αποτελεσματική.
Η ταχύτητα με την οποία τα φάρμακα GLP-1 έχουν κάνει την εμφάνισή τους αποτελεί ευλογία για πολλούς. Όσοι, όμως, θεωρούν ότι ξέρουν καλύτερα από τους γιατρούς τους ίσως θα έπρεπε να θυμηθούν ένα παλιό ρητό: «Όταν όλα τα άλλα αποτυγχάνουν, διαβάστε τις οδηγίες».
Με πληροφορίες από Economist