Η σαρωτική νίκη της ακροδεξιάς στη Σαξονία-Άνχαλτ έχει προκαλέσει πολιτικό σεισμό στη Γερμανία, εντείνοντας τις πιέσεις στον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και βυθίζοντας τους Χριστιανοδημοκράτες σε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις των τελευταίων ετών.
Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) επιχειρεί πλέον να μετατρέψει την εκλογική της επικράτηση σε ένα ακόμη ισχυρότερο πλήγμα για τον Μερτς, την ώρα που ο ίδιος εμφανίζεται χωρίς σαφές σχέδιο για το πώς θα ανακόψει την άνοδο της ακροδεξιάς και θα ανακτήσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων.
«Είμαστε όλοι βαθιά σοκαρισμένοι», δήλωσε τη Δευτέρα ο καγκελάριος, μετά το νέο ιστορικό υψηλό της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ και την κατάρρευση της στήριξης προς το CDU.
«Είναι η χειρότερη εκλογική ήττα που έχει υποστεί το CDU εδώ και χρόνια, ίσως και δεκαετίες», παραδέχθηκε ο Μερτς, προσθέτοντας ότι «φυσικά θα υπάρξουν συνέπειες».
Ωστόσο, κανείς δεν ξέρει ποιες θα είναι οι πραγματικές συνέπειες.
Σενάρια ακόμη και για αλλαγή καγκελάριου
Η χαμηλή δημοτικότητα του Μερτς, σε συνδυασμό με τη σαρωτική άνοδο της AfD, έχει πυροδοτήσει ήδη σενάρια στο εσωτερικό των Χριστιανοδημοκρατών ακόμη και για ένα λεγόμενο «Kanzlertausch», δηλαδή αντικατάσταση του καγκελάριου, με στόχο την ανάκαμψη του κόμματος.
Ο ίδιος, πάντως, ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τη θέση του. Δήλωσε ότι θα παραμείνει στην καγκελαρία και θα συνεχίσει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες χαρακτηρίζει απαραίτητες για την αντιμετώπιση των χρόνιων προβλημάτων της γερμανικής οικονομίας.
Την ίδια στιγμή, η AfD δεν κρύβει ότι επιδιώκει να μετατρέψει την ήττα του CDU σε ακόμη μεγαλύτερη πολιτική πανωλεθρία.
Το κόμμα επιχειρεί ανοικτά να προσελκύσει βουλευτές των Χριστιανοδημοκρατών στη Σαξονία-Άνχαλτ, με στόχο όχι μόνο να εξασφαλίσει τις τρεις επιπλέον έδρες που χρειάζεται για να κυβερνήσει μόνο του, αλλά και να προκαλέσει ρήγματα στο CDU και να υπονομεύσει τον έλεγχο του Μερτς στο κόμμα.
«Το συντηρητικό μπλοκ δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να κερδίσει ομοσπονδιακές εκλογές. Αυτό είναι γεγονός», δήλωσε η συμπρόεδρος της AfD, Άλις Βάιντελ.
Όπως υποστήριξε, η διαφορά της AfD από τους Χριστιανοδημοκράτες έχει ήδη φτάσει τις δέκα ποσοστιαίες μονάδες και στόχος της είναι να τη διευρύνει ακόμη περισσότερο το συντομότερο δυνατό.
Ο ίδιος ο καγκελάριος αναγνώρισε ότι αποτελεί μέρος του προβλήματος.
Σύμφωνα με exit poll για τη γερμανική δημόσια τηλεόραση, μόλις το 9% των ψηφοφόρων στη Σαξονία-Άνχαλτ δήλωσε ότι εγκρίνει τις επιδόσεις του ως καγκελάριου.
«Γνωρίζω ότι και το πρόσωπό μου ήταν επανειλημμένα θέμα σε αυτή την προεκλογική εκστρατεία», παραδέχθηκε.
Ο Μερτς υποστήριξε ότι οι Γερμανοί αισθάνονται ανασφάλεια τόσο για την οικονομική τους κατάσταση όσο και για την ασφάλειά τους σε μια περίοδο έντονων αναταράξεων.
«Πρέπει να προσπαθήσουμε, κι εγώ προσωπικά, να συνδεθούμε περισσότερο με τους ανθρώπους και με όλο το εύρος των συναισθημάτων τους», είπε.
Η πίεση μεγαλώνει
Η πολιτική πίεση προς τον Γερμανό καγκελάριο αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο τις επόμενες εβδομάδες, καθώς στις 20 Σεπτεμβρίου ακολουθούν δύο ακόμη κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις στην ανατολική Γερμανία.
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το CDU οδεύει προς καθαρή ήττα, καθώς η AfD προηγείται όλων των υπόλοιπων κομμάτων.
Στο Βερολίνο, όπου σήμερα κυβερνούν οι Χριστιανοδημοκράτες, το CDU κινδυνεύει επίσης να χάσει την εξουσία από έναν συνασπισμό κομμάτων της Αριστεράς.
Με ακόμη τέσσερις περιφερειακές εκλογές να ακολουθούν την επόμενη χρονιά, οι συντηρητικοί βρίσκονται πλέον μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: να συνεχίσουν τη μάχη απέναντι στην ενισχυμένη ακροδεξιά έχοντας επικεφαλής έναν εξαιρετικά αντιδημοφιλή καγκελάριο ή να αλλάξουν ριζικά πορεία και ηγεσία.
Ο ίδιος ο Μερτς αναγνώρισε ότι το εκλογικό αποτέλεσμα έχει προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς και στο εσωτερικό του κόμματός του.
«Το αποτέλεσμα αυτό προκαλεί μεγάλες αναταράξεις όχι μόνο στη χώρα, αλλά και μέσα στο κόμμα μου», είπε, προσθέτοντας ότι αντιμετωπίζει την κατάσταση «εξαιρετικά σοβαρά».
Μέχρι πρόσφατα, οι περισσότερες συζητήσεις για ενδεχόμενη αντικατάσταση του Μερτς γίνονταν πίσω από κλειστές πόρτες. Πλέον, όμως, η δυσαρέσκεια στελεχών των Χριστιανοδημοκρατών αρχίζει να εκφράζεται δημόσια.
«Όποιος θέλει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη και την αξιοπιστία, μετά από ένα τέτοιο αποτέλεσμα πρέπει να αμφισβητήσει τα πάντα», έγραψε ο βουλευτής του CDU Ζεπ Μίλερ.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρωθυπουργός της Ρηνανίας-Παλατινάτου, Γκόρντον Σνάιντερ.
«Μετά από ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν μπορούμε απλώς να συνεχίσουμε σαν να μη συνέβη τίποτα», ανέφερε, σημειώνοντας ότι «δεν είναι δουλειά των πολιτών να καταλαβαίνουν καλύτερα την πολιτική μας. Εμείς πρέπει να προσφέρουμε αυτό που περιμένουν οι πολίτες από την πολιτική: λιγότερες συγκρούσεις, σαφείς αποφάσεις και συγκεκριμένα αποτελέσματα».
Το μεγάλο δίλημμα με το «τείχος προστασίας»
Η AfD χτυπά τον Μερτς σε πολλά μέτωπα, στο μεταναστευτικό, στην ενεργειακή πολιτική, αλλά και στην κατάσταση της γερμανικής βιομηχανίας, υποστηρίζοντας παράλληλα την επαναφορά φθηνής ενέργειας από τη Ρωσία.
Ωστόσο, μία από τις ισχυρότερες πολιτικές πιέσεις προς το CDU αφορά το λεγόμενο «τείχος προστασίας» απέναντι στην ακροδεξιά, δηλαδή την άρνηση των παραδοσιακών κομμάτων να συνεργαστούν με την AfD.
Η AfD παρουσιάζεται ως πρόθυμη να συνεργαστεί με τους Χριστιανοδημοκράτες, γνωρίζοντας ότι ο Μερτς δεν πρόκειται να επιτρέψει την κατάρρευση αυτού του «τείχους».
Με αυτόν τον τρόπο μπορεί από τη μία να κατηγορεί τον καγκελάριο ότι αγνοεί τη βούληση των ψηφοφόρων και από την άλλη να εμφανίζει το CDU ως κόμμα που προτιμά να συνεργαστεί με την Αριστερά παρά με την ίδια.
Η Σαξονία-Άνχαλτ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του αδιεξόδου.
Για να κρατήσει την AfD εκτός κυβέρνησης, το CDU θα έπρεπε θεωρητικά να συνεργαστεί με όλα τα υπόλοιπα κόμματα του τοπικού κοινοβουλίου, τα οποία βρίσκονται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, ακόμη και με την άκρα Αριστερά.
Η AfD ποντάρει ακριβώς σε αυτή την αντίφαση, ελπίζοντας ότι οι εσωτερικές διαφωνίες των Χριστιανοδημοκρατών για τη στρατηγική απέναντί της θα οδηγήσουν τελικά και στην πτώση του Μερτς.
«Οι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο κόμμα», δήλωσε η Βάιντελ. «Πριν από τις εκλογές υπόσχονται ένα πράγμα και μετά τις εκλογές κάνουν το ακριβώς αντίθετο».
Ο έτερος συμπρόεδρος της AfD, Τίνο Κρούπαλα, προειδοποίησε μάλιστα ότι εάν το CDU δεν εγκαταλείψει το «τείχος προστασίας», τότε κινδυνεύει με εξαφάνιση από την ανατολική Γερμανία.
Απέναντι σε αυτή την πίεση, ο Μερτς δεν παρουσίασε κάποια νέα πολιτική στρατηγική. Αντίθετα, έδωσε έμφαση στην ανάγκη να αλλάξει ο ίδιος τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνεί με τους πολίτες.
«Δεν είναι μόνο θέμα ορθολογικής πολιτικής κατανόησης. Είναι και θέμα συμπόνιας, ενσυναίσθησης και συναισθήματος», δήλωσε σε εμφανώς βαρύ κλίμα.
«Δεν είμαι ο τύπος ανθρώπου που δείχνει καθημερινά τα συναισθήματά του, όμως οι πολίτες θέλουν διαφορετικές απαντήσεις», πρόσθεσε.
Ο Γερμανός καγκελάριος παραδέχθηκε ότι έχει αποτύχει να δημιουργήσει σύνδεση με ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
«Είναι ασφαλώς αλήθεια, και αυτό φαίνεται στις δημοσκοπήσεις, ότι πολλοί άνθρωποι δεν με ακολουθούν στον τρόπο που σκέφτομαι και αξιολογώ τα πράγματα. Είναι δική μου ευθύνη και την αναλαμβάνω», είπε.
Και υποσχέθηκε ότι τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα επιχειρήσει «να κάνει τα πράγματα διαφορετικά και καλύτερα».
Το ερώτημα, πλέον, είναι εάν το CDU θα του δώσει τον χρόνο που ζητά.