Νέα Υπουργική Απόφαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας παρουσιάζεται ως ανάσα για τον πολίτη. Aπλή δήλωση, καμία γραφειοκρατία, φωτοβολταϊκό στην ταράτσα σε χρόνο ρεκόρ. Πίσω όμως από αυτή τη βιτρίνα ευκολίας κρύβεται μια πολιτική που, όσο επιταχύνει τις μικρές εγκαταστάσεις των νοικοκυριών, τόσο αφήνει ανοιχτό διάπλατα το παράθυρο για μια πολύ μεγαλύτερη, και πολύ λιγότερο συζητημένη, κατάληψη της ελληνικής γης από μεγάλα ενεργειακά συμφέροντα.
Το επικοινωνιακό αφήγημα είναι γνωστό. λιγότερα χαρτιά, περισσότερα πάνελ, φθηνότερο ρεύμα. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η αυτοπαραγωγή σε ταράτσες και μπαλκόνια είναι θεμιτή και ωφέλιμη.
Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια κυβέρνηση που πανηγυρίζει για την απλοποίηση των μικρών σταθμών, την ίδια περίοδο θεσπίζει, με απόφαση του υπουργού Σταύρου Παπασταύρου, σε ισχύ από τις 19 Αυγούστου 2026, ένα Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο που επιτρέπει την κάλυψη έως 1,5% της έκτασης κάθε περιφερειακής ενότητας με φωτοβολταϊκούς σταθμούς.
Ένα ποσοστό που ακούγεται αμελητέο σε ένα ΦΕΚ, αλλά μεταφράζεται, αθροιστικά, σε περίπου 2 εκατομμύρια στρέμματα πανελλαδικά, έκταση μεγαλύτερη από ολόκληρη τη Ρόδο, περίπου 51 φορές τον Δήμο Αθηναίων, πάνω από τη μισή Αττική.
Η κυβέρνηση μιλά για «πλαφόν», όχι στόχο. Ο καθηγητής Πολεοδομίας του ΕΜΠ Νίκος Μπελαβίλας το περιέγραψε αλλιώς: κάνει λόγο για ανεξέλεγκτη κινητοποίηση εταιρειών, εργολάβων και κερδοσκόπων γύρω από τη γη. Και τα νούμερα του δίνουν δίκιο σε επίπεδο κλίμακας, στη Θεσσαλία, τον μεγαλύτερο αγροτικό κάμπο της χώρας, το αντίστοιχο όριο φτάνει τα 210.000 στρέμματα, πάνω από πέντε φορές την έκταση των τεσσάρων μεγαλύτερων πόλεών της.
Η χρονική συγκυρία επιδεινώνει την εικόνα. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η καλλιεργούμενη γη της χώρας μειώθηκε κατά περίπου 367.000 στρέμματα μέσα σε έναν μόλις χρόνο (2023–2024), ενώ οι αρδευόμενες εκτάσεις υποχώρησαν ακόμη πιο απότομα, κατά 4,7%. Ο ίδιος πρωτογενής τομέας που η Τράπεζα της Ελλάδος περιγράφει ως εγκλωβισμένο σε φαύλο κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας και δομικών στρεβλώσεων, καλείται τώρα να παραχωρήσει έδαφος σε επενδυτές φωτοβολταϊκών, τη στιγμή μάλιστα που η ίδια η ΤτΕ προβλέπει επίμονο πληθωρισμό τροφίμων, γύρω στο 3,8% το 2026.
Το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι πρόκειται για ανώτατο όριο, όχι για δεδομένη κατάληψη, παραβλέπει το προφανές: το όριο υπολογίζεται σε επίπεδο περιφερειακής ενότητας, όχι χωριού. Τίποτα δεν εμποδίζει τη συγκέντρωση δεκάδων χιλιάδων στρεμμάτων σε λίγες κοινότητες, όπως ήδη καταγγέλλεται στον Δομοκό, στη Μακρυρράχη και στην Ξυνιάδα. Το «1,5% της Λάρισας» μπορεί κάλλιστα να είναι το 20% ενός συγκεκριμένου κάμπου.
Κανείς, μέχρι στιγμής, δεν έχει απαντήσει πειστικά ούτε στο πιο στοιχειώδες ερώτημα του «μετά»: ποιος θα πληρώσει την αποξήλωση των πάνελ σε 25–30 χρόνια, όταν οι σημερινές εταιρείες μπορεί να έχουν πτωχεύσει, συγχωνευθεί ή μεταβιβάσει τα έργα σε τρίτους. Η κυβέρνηση επικοινωνεί ταχύτητα και απλούστευση· δεν επικοινωνεί όρους αποκατάστασης γης, όρια συγκέντρωσης σε τοπικό επίπεδο, ή προτεραιότητα σε ήδη υποβαθμισμένες εκτάσεις, στέγες βιομηχανιών και πάρκινγκ αντί για καλλιεργήσιμη γη.
Το συμπέρασμα είναι δύσκολο να αποφευχθεί: η απλοποίηση για τον μικρό αυτοπαραγωγό λειτουργεί ταυτόχρονα ως αντιπερισπασμός για μια πολύ πιο αμφιλεγόμενη μετατόπιση —από το χωράφι που τρέφει στο οικόπεδο που παράγει ρεύμα— χωρίς η κυβέρνηση να έχει εξηγήσει δημόσια πώς σκοπεύει να προστατεύσει την παραγωγική γη της χώρας από αυτή την πίεση.
(Το κείμενο έχει διαμορφωθεί από οικονομικό συντάκτη με τη συνδρομή της Α.Ι. για την ανάλυση των στοιχείων)