Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
RadioGamma Live

 

Είναι τελικά η ανακύκλωση μία μεγάλη απάτη; Και ναι και όχι

ον Απρίλιο του 2024, χιλιάδες διεθνείς διπλωμάτες και παρατηρητές είχαν συγκεντρωθεί στην Οτάβα του Καναδά, για την τέταρτη σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής Διαπραγμάτευσης του ΟΗΕ, με έργο μία συνθήκη που θα σταματούσε το ταχέως κλιμακούμενο πρόβλημα της πλαστικής ρύπανσης.

Οι διαπραγματευτές ήθελαν να βελτιστοποιήσουν το υπάρχον προσχέδιο της συνθήκης και να αποφασίσουν το πεδίο εφαρμογής του: εάν θα επικεντρωθεί στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, θα περιορίσει την πραγματική παραγωγή πλαστικού, αν θα περιορίσει ορισμένες χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στα πλαστικά ή οποιονδήποτε συνδυασμό των παραπάνω.

Η συζήτηση για τη σύνταξη μίας νομικά δεσμευτικής συνθήκης συνεχίστηκε στη Μπουσάν της Νότιας Κορέας τον Νοέμβριο του 2024, χωρίς να καταλήξει σε συμφωνία.

Και φυσικά η κατάσταση δεν έχει αλλάξει κατ’ ουσία εν έτει 2026. Έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας από τότε που οι ΗΠΑ, τη δεκαετία του 1980, διακήρυτταν βροντερά το γνωστό σύνθημα των τριών «R» – Reduce, Reuse, Recycle (Μείωση, Επανάχρηση, Ανακύκλωση).

Σύντομη αναδρομή στο πλαστικό

Η ιστορία του πλαστικού ξεκινά ουσιαστικά το 1898, όταν παρασκευάστηκε κατά λάθος από τον Γερμανό φυσικό Χάνς φον Πέχμαν. Οι συνάδελφοι του, Eugen Bamberger και Friedrich Tschirner, παριγράφοντας τη λευκή, κηρώδη ουσία που είχε δημιουργήσει, αναγνώρισαν ότι περιείχε μεγάλες αλυσίδες CH2 και το ονόμασαν πολυμεθυλένιο, πιο κοινώς πολυαιθυλένιο.

Η πρώτη βιομηχανική σύνθεση του πολυαιθυλενίου έγινε το 1933 από τους Έρικ Φόσετ και Ρέγκιναλντ Γκίμπσον, πάλι κατά λάθος, στα εργαστήρια της Imperial Chemical Industries (ICI) στο Northwich της Αγγλίας.

Οι ιδιότητες του κατά κόσμον πλαστικού, το κατέστησαν για τη βιομηχανία, αλλά και για τον καθημερινό άνθρωπο, ένα «αμβροσιακό» υλικό. Πιο ανθεκτικό από γυαλί, πιο εύπλαστο, πιο ελαφρύ από μέταλλο, ανθεκτικό στη θερμότητα, ανοξείδωτο, φθηνό και υποπαράγωγο της αστείρευτης βιομηχανίας του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήρθε να το εδραιώσει ως αγαπημένη «πρώτη ύλη». Λόγω της διοχέτευσης μεγάλων ποσοτήτων μετάλλου στην πολεμική βιομηχανία, η βιοτεχνία χρειάστηκε ένα υλικό ελατό και εύκολο στη μαζική παραγωγή.

Γραφική ύλη, οικιακές συσκευές, οχήματα, ένδυση, επαγγελματικός εξοπλισμός, επίπλωση, χρηστικά, υγιεινή, το πλαστικό έγινε το υλικό από το οποίο κατασκευάστηκε ο σύγχρονος κόσμος.

Οι σαθρές βάσεις για την ανακύκλωση

Σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μία αρκετά ευκρινή εικόνα για το πλαστικό. Ένα χρήσιμο και ευέλικτο υλικό, του οποίου όμως η αντοχή και η αλόγιστη χρήση απειλεί το περιβάλλον και τα οικοσυστήματα.

Κάθε μέρα, ποσότητα που ισοδυναμεί με 2.000 απορριμματοφόρα γεμάτα πλαστικό απορρίπτεται στους ωκεανούς, τα ποτάμια και τις λίμνες του κόσμου, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών. Οι άνθρωποι αναπνέουν, τρώνε και πίνουν όλο και περισσότερο μικροσκοπικά σωματίδια πλαστικού.

Κανείς δεν είχε όμως αυτή την εικόνα όταν τα πλαστικά άρχισαν να κατακτούν τις ζωές μας. Και το χειρότερο ήταν, όπως με κάθε ελαττωματικό αγαθό, πως οι μέτοχοι πίσω από την παραγωγή του κατανοούσαν περισσότερα από τους καταναλωτές.

Τη δεκαετία του ’50, ο μέσος άνθρωπος βλέπει το πλαστικό ως ένα πρωτοποριακό προϊόν. Αρχικά διαφημισμένο για την ανθεκτικότητά του, τα προϊόντα από πλαστικό βρίσκουν μία αναντικατάστατη θέση στο μέσο νοικοκυριό. Μπουκαλάκια, κουζινικά, εργαλεία, σερβίτσια, είδη γραφείου και κάθε λογής αντικείμενα.

Για κάποιον απονήρευτο τα παραπάνω δεν ακούγονται ως κάτι κακό. Τι είπαμε όμως παραπάνω; Η βιομηχανία του πλαστικού, βασισμένη στην ατελείωτη διαθεσιμότητα των πρόδρομων ενώσεών του, που παρήγαγε ούτως ή άλλως η βιομηχανία πετρελαίου, είχαν στα χέρια τους ένα τεράστιο δυναμικό διάθεσης, που δεν θα απορροφούνταν από την αντίστοιχη ζήτηση.

Τι χρειαζόταν λοιπόν; Μα φυσικά ένας λόγος να πετάξουν τα πλαστικά τους οι καταναλωτές, και να αγοράσουν καινούργια.

Το βασικό πρόβλημα με το πλαστικό…

…δεν έχει να κάνει τόσο με τη χρήση του τελικού καταναλωτή, αλλά με ένα τριπλό ζήτημα χημείας, οικονομίας και πολιτικής που καθορίζει την αθρόα διάθεσή του.

Ας γνωριστούμε πρώτα με το αιθάνιο, μία πολύ απλή χημική ένωση που συναντάμε ως αέριο, και χρησιμοποιείται για την παραγωγή του πολυαιθυλενίου, κοινώς πλαστικού.

Από τότε που ξεκίνησε η εξόρυξη καυσίμων όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, το αιθάνιο, αυτός ο υδρογονάνθρακας, ανάβλυζε ταυτόχρονα ως υποπαράγωγο από τα κοιτάσματά τους.

Για τις ανάγκες κατανόησης των οικονομικών υπονοούμενων, ας το θέσουμε έτσι: ήταν από πάντα κυριολεκτικά ανέφικτο να εξάγεις πετρέλαιο ή φυσικό αέριο χωρίς να εξάγεις αιθάνιο, την πιο φθηνή πηγή πλαστικού. 

Διαβάστε ακόμα: Από το κλάμα του Τζιοβάνι στην τρέλα του Μπονάτσου: Οι ιστορίες πίσω από τις θρυλικές συνεντεύξεις του Θέμη Σινάνογλου

Φυσικά ένας τρόπος να ξεφορτωθεί μία παραγωγός καυσίμων το αιθάνιο, είναι να το διαθέτει κατά την εξόρυξη σε εταιρίες που θα το επεξεργαστούν για πλαστικό. Ο άλλος είναι να το κάψει.

Έχετε δει όλοι τις φλόγες που καίνε ατέρμονα στις κορυφές των υψικάμινων στα διυλιστήρια.

Αυτό που καίγεται είναι το αιθάνιο, μεταξύ όλων των άλλων ενώσεων που δεν χρειάζεται η βιομηχανία, διότι απαγορεύεται να απελευθερωθεί αυτούσιο στην ατμόσφαιρα.

Εδώ όμως έρχεται ακόμα μία υποδιαστολή. Ουσιαστικά όλες οι κυβερνήσεις του κόσμου προβλέπουν περιορισμούς στα ποσοστά υδρογονανθράκων που επιτρέπεται να «καίει» ένα διυλιστήριο, διότι όσο επιβλαβές και αν είναι το αιθάνιο, επίσης τοξικά είναι και τα προϊόντα καύσης του.

Νομικά, αυτό σημαίνει ότι εάν μία πετρελαϊκή δεν μπορεί να «σπρώξει» ένα υπερπλεόνασμα αιθανίου, κυριολεκτικά είναι παράνομο να το ξεφορτωθεί αλλιώς.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η διάθεση και η ζήτηση μεταξύ των κλάδων του πλαστικού και των καυσίμων είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και ανατροφοδοτούμενες, η μία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την άλλη και η μία προτρέπει την άλλη, δημιουργώντας ουσιαστικά μία απαίτηση παραγωγής.

Πλαστικό και ανακύκλωση – Από παντοτινό υλικό σε σκουπίδι

Από τη δεκαετία του 1950, οι εταιρείες πετροχημικών που παρήγαγαν πλαστικές ρητίνες εντόπισαν έναν τρόπο να διασφαλίσουν σταθερή και αυξανόμενη ζήτηση για το πλαστικό: τη λογική της «μιας χρήσης».

Στο εθνικό συνέδριο της Society of the Plastics Industry (SPI) το 1956, οι συμμετέχοντες ενημερώθηκαν ότι «οι εξελίξεις θα πρέπει να στοχεύουν στο χαμηλό κόστος, τον μεγάλο όγκο παραγωγής, την πρακτικότητα και τη δυνατότητα απόρριψης».

Με λίγα λόγια, ο στόχος των παραγωγών θα έπρεπε να είναι να καταλήγουν τα προϊόντα τους «στο απορριμματοφόρο». Η στροφή προς τα προϊόντα μιας χρήσης ξεκίνησε σχεδόν αμέσως, ακόμη και για προϊόντα που προηγουμένως πωλούνταν στους καταναλωτές με το επιχείρημα ότι μπορούσαν να επαναχρησιμοποιηθούν.

Οι πλαστικές σακούλες καθαριστηρίων διαφημίζονταν ως ανθεκτικές και επαναχρησιμοποιήσιμες καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, αλλά ο κλάδος άλλαξε γρήγορα πλεύση το 1959.

Tότε, οι θάνατοι περίπου 80 παιδιών από ασφυξία είχαν συνδεθεί με την αυξανόμενη χρήση πλαστικών σακουλών καθαριστηρίου, γεγονός που προκάλεσε τεράστια δημόσια κατακραυγή κατά του κλάδου και ορισμένες από τις πρώτες εκκλήσεις για απαγόρευση των πλαστικών.

Διαφήμιση για πλαστικές τσάντες καθαριστηρίου
Διαφήμιση για πλαστικές τσάντες καθαριστηρίου | Modern Plastics

Η SPI ξεκίνησε μια εκστρατεία δημοσίων σχέσεων σε εθνικό επίπεδο, υποστηρίζοντας ότι οι σακούλες προορίζονταν για μία μόνο χρήση, μεταθέτοντας ουσιαστικά την ευθύνη στους γονείς των παιδιών, και η τακτική αυτή απέδωσε.

Η εκστρατεία αυτή λειτούργησε ως μηχανισμός θωράκισης του κλάδου απέναντι στην κατακραυγή του κοινού και τις ρυθμιστικές αντιδράσεις, ενώ παράλληλα εξοικείωνε τους καταναλωτές με την ιδέα των πλαστικών μιας χρήσης.

Παρά τις αντιστάσεις των καταναλωτών στη μετάβαση στα πλαστικά μιας χρήσης, μια αλλαγή που τους ξένιζε, καθώς από τη δεκαετία του 1930 τους διδασκόταν ότι τα πλαστικά ήταν πολύ πολύτιμα για να πετιούνται, η βιομηχανία πλαστικών επεκτάθηκε επιτυχώς σε νέες αγορές (ιδίως στις συσκευασίες μιας χρήσης) με πρωτοφανή ρυθμό.

Το 1960, οι συσκευασίες αποτελούσαν μόλις το 10% της συνολικής παραγωγής πλαστικών, αλλά το ποσοστό αυτό έφτασε το 25% μέχρι το τέλος της δεκαετίας.Στο σημείο εκείνο, τα πλαστικά μιας χρήσης είχαν γίνει ο κανόνας για τα πάντα: από μπουκάλια απορρυπαντικών και περιέκτες για γιαούρτι και τυρί κότατζ μέχρι σακούλες ψωμιού, δίσκους συσκευασίας κρέατος, πλαστικά δοχεία γάλακτος και πλαστικούς δακτυλίους για τη συγκράτηση εξάδων με κουτάκια αναψυκτικών.

Το 1963, ο Lloyd Stouffer, αρχισυντάκτης του περιοδικού Modern Plastics, συνεχάρη τη βιομηχανία για το γεγονός ότι «γέμιζε τους κάδους απορριμμάτων, τις χωματερές και τους αποτεφρωτήρες» με πλαστικά μιας χρήσης.

«Έφτασε η ευτυχισμένη μέρα», υποστήριξε ο Stouffer, «κατά την οποία κανείς δεν θεωρεί πλέον τη συσκευασία από πλαστικό πολύ καλή για να την πετάξει».

Το πλαστικό μπούμερανγκ

Η επιτυχία της βιομηχανίας να «πουλήσει» τη λογική των προϊόντων μιας χρήσης και να εισαγάγει τα πλαστικά μιας χρήσης είχε προβλέψιμες συνέπειες. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας και στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τα πλαστικά είχαν αναγνωριστεί ως βασικό στοιχείο της κρίσης διαχείρισης στερεών αποβλήτων που βρισκόταν σε εξέλιξη.

Ούτε η υγειονομική ταφή ούτε η αποτέφρωση κατόρθωσαν να κατευνάσουν επαρκώς τις ανησυχίες του κοινού ή τις πιέσεις των ρυθμιστικών αρχών, και η βιομηχανία βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με προτάσεις απαγόρευσης των πλαστικών μιας χρήσης στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Αυτή τη φορά, υιοθέτησε μια λύση που γνώριζε ότι ήταν δημοφιλής τόσο στους καταναλωτές όσο και στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής: την ανακύκλωση.

Η SPI ίδρυσε το Plastics Recycling Foundation (PRF), συγκεντρώνοντας εταιρείες πετροχημικών και εμφιάλωσης και ξεκίνησε αμέσως μια εκστρατεία για να αναδείξει την υποτιθέμενη δέσμευση της βιομηχανίας στην μηχανική ανακύκλωση.

Το πρόβλημα ήταν πως το πλαστικό είναι ίσως από τα πλέον ακατάλληλα υλικά προς ανακύκλωση. Το ανακυκλωμένο πλαστικό ήταν ακριβότερο και χαμηλότερης ποιότητας σε σχέση με τις πρωτογενείς ρητίνες.

Ανακύκλωση – Το όμορφο παραμύθι

Ωστόσο, τα εσωτερικά αρχεία της ίδιας της βιομηχανίας, που χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1970 δείχνουν ότι οι αξιωματούχοι της γνώριζαν από καιρό ότι η ανακύκλωση πλαστικού σε μεγάλη κλίμακα ήταν απίθανο να είναι ποτέ οικονομικά βιώσιμη, σύμφωνα με το NPR.

Διαβάστε ακόμα: Κιτς, queer και μπόλικο δράμα: Μια κινηματογραφική ανασκόπηση στο σύμπαν του Πέδρο Αλμοδόβαρ

Μια έκθεση που στάλθηκε σε κορυφαία στελέχη της βιομηχανίας τον Απρίλιο του 1973 χαρακτήριζε την ανακύκλωση του πλαστικού «δαπανηρή» και «δύσκολη».

Χαρακτήριζε επίσης τη διαλογή του «ανέφικτη», λέγοντας ότι «δεν υπάρχει ανάκτηση από απαρχαιωμένα προϊόντα».

Και είχαν δίκιο. Ακόμα και με βάση τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, το συνολικό πλαστικό που έχει ανακυκλωθεί στην ανθρώπινη ιστορία, αντιπροσωπεύει μετά βίας το 10% του πλαστικού που έχει παραχθεί συνολικά.

Περίπου 48 εκατομμύρια τόνοι πλαστικών αποβλήτων παράγονται στις ΗΠΑ κάθε χρόνο. Μόνο το 5% έως 6% αυτών ανακυκλώνεται στην πραγματικότητα, σύμφωνα με το Υπουργείο Ενέργειας. Τα υπόλοιπα καταλήγουν σε χώρους υγειονομικής ταφής ή σε αποτεφρωτήρες.

Είναι τελικά απάτη η ανακύκλωση;

Σε αυτό το ερώτημα, πρέπει να παρατηρήσουμε πρώτα πως πέρα από οποιαδήποτε προβληματική για την αποτελεσματικότητα της ανακύκλωσης, ένα μεγάλο μέρος της αρνητικής εικόνας που της έχει αποδοθεί, είναι ακριβώς η «σατανικά» συντονισμένη καμπάνια της βιομηχανίας πλαστικού, η οποία τη χρησιμοποίησε ως άλλο ένα προπέτασμα καπνού, για να συνεχίσει να «ξεσκαρτάρει» πλαστικά.

Αλλά η ανακύκλωση δεν είναι χαμένη υπόθεση. Απλά δεν είναι η πανάκεια για το πρόβλημα της ρύπανσης, παρά μόνο ένα εργαλείο περιορισμού της. Το πλαστικό μάλιστα είναι, μεταξύ των υλικών που νοούνται ως ανακυκλώσιμα, ίσως το λιγότερο ωφέλιμο. 

Μετά από μόνο έναν «κύκλο» ανακύλωσης, η ποιότητά του υποβαθμίζεται δραστικά σε χημικό επίπεδο, και δεν μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί στις ίδιες βιομηχανίες από τις οποίες προήλθε, παρά για πιο επουσιώδεις εφαρμογές.

Από την άλλη, υλικά όπως το γυαλί και το αλουμίνιο μπορούν να ανακυκλωθούν θεωρητικά «τέλεια», καθώς, από τη μία, πολλές γυάλινες συκευασίες μπορούν να χρησιμοποθηθούν ξανά αυτούσιες, αλλά ακόμα και μετά από τήξη, το εξαγόμενο υλικό είναι ίδιας ποιότητας, εφ’ όσον έχει γίνει σωστή διαλογή.

Ενδεικτικά, το ποσοστό των γυάλινων συσκευασιών που ανακυκλώνεται ανά τον κόσμο κυμαίνεται από 30%, λόγου χάρη στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα, έως και 90% και 100% σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Όσο για το αλουμίνιο, ένας αριθμός αρκεί, και είναι εντυπωσιακός: Το 75% όλου του αλουμινίου που έχει παραχθεί ποτέ βρίσκεται ακόμα σε χρήση, υπό μία μορφή ή άλλη.

Ανατρέχοντας πίσω σε εκείνο το πολυτραγουδισμένο σύνθημα που φαίνεται να εγκατέλειψε ο σύγχρονος κόσμος, «Reduψe, Reuse, Recycle», βλέπουμε ότι της ανακύκλωσης προηγούνται δύο κρίσιμα στάδια.

Όπως τονίζει και η Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας των ΗΠΑ, «Τα προϊόντα θα πρέπει να ανακυκλώνονται μόνο εάν δεν μπορούν να μειωθούν ή να επαναχρησιμοποιηθούν».

Ουσιαστικά, η ανακύκλωση επιτελούσε πάντα τον ρόλο για τον οποίο είχε προοριστεί, αλλά τα κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα και η στρεβλή εικόνα που διακίνησαν για τις «απεριόριστες» δυνατότητές της, μοιραία προδόθηκαν όταν έγινε σαφές πως το πρόβλημα της ρύπανσης δεν θα εξαφανιστεί με ευχές.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.