Το άρθρο του κ. Κατάρα περιγράφει εύστοχα μια μεταφορά εξουσίας από τα εθνικά κράτη σε υπερεθνικούς μηχανισμούς. Κάνει όμως μια κρίσιμη παραδοχή: ότι η εξουσία που μεταφέρθηκε ήταν προηγουμένως δημοκρατικά θεμελιωμένη. Και αυτή η παραδοχή αξίζει να αμφισβητηθεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν στέρησε από τα κράτη μια δημοκρατία που υπήρχε. Μετέφερε εξουσίες από ήδη ολιγαρχικά πολιτικά συστήματα σε ένα ακόμη πιο απομακρυσμένο επίπεδο διακυβέρνησης.
Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι αυθαίρετος. Από τον Αριστοτέλη, η δημοκρατία διακρίνεται από την ολιγαρχία με κριτήριο το ποιος ασκεί την πολιτική εξουσία: το σύνολο των πολιτών ή μια μειοψηφία αυτών. Τα σύγχρονα ευρωπαϊκά πολιτεύματα ανήκουν στην παράδοση της λατινικής res publica, όπου η διακυβέρνηση ασκείται από εκλεγμένους αντιπροσώπους και όχι από το σώμα των πολιτών. Ο τρόπος της εκλογής νομιμοποιεί την εξουσία, δεν την κατανέμει ισότιμα.
Αν όμως δεχθούμε ότι πρόκειται ήδη για συστήματα περιορισμένης λαϊκής κυριαρχίας, τότε το πρόβλημα δεν μπορεί να εξηγηθεί πρωτίστως από την ταχύτητα των αγορών ή των θεσμών που επικαλείται ο αρθρογράφος, αλλά από την ίδια τη συγκρότηση της πολιτικής εξουσίας.
Η πραγματική ασυμμετρία είναι πολιτική και όχι χρονική. Υπάρχει ένα βαθύτερο χάσμα: το χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που υφίστανται τις συνέπειες των αποφάσεων και σε εκείνους που τις λαμβάνουν. Ο Ευρωπαίος πολίτης επηρεάζεται από αποφάσεις για το νόμισμα, το χρέος, την ενέργεια, τη μετανάστευση, την εξωτερική πολιτική και την τεχνολογία. Ωστόσο, δεν διαθέτει αντίστοιχη ισχύ στη λήψη αυτών των αποφάσεων.
Από τη μετακυριαρχία, στη μεταδημοκρατία και στα όρια της εξουσίας
Αυτή η ασυμμετρία δεν δημιουργήθηκε με την ψηφιακή εποχή. Υπήρχε ήδη μέσα στα εθνικά κράτη και απλώς μεγεθύνθηκε σε υπερεθνικό επίπεδο. Ο αρθρογράφος χαρακτηρίζει την ΕΕ “εργαστήριο μετακυριαρχίας”. Ο όρος είναι εύστοχος, αλλά όχι επαρκής. Η αληθινή μετάβαση που βιώνουμε είναι από την κλασική αντιπροσώπευση σε μια μεταδημοκρατική συνθήκη: Μια πολιτική κατάσταση όπου οι εκλογές συνεχίζουν να διεξάγονται και οι τυπικά δημοκρατικοί, αλλά ουσιαστικά ολιγαρχικοί, θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν, ενώ η πραγματική εξουσία μεταφέρεται σε κλειστούς κύκλους οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Έτσι, οι βασικές πολιτικές επιλογές γίνονται ολοένα και λιγότερο αντικείμενο λαϊκού ελέγχου.
Η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών δεν οφείλεται μόνο στο ότι οι αγορές κινούνται γρηγορότερα από τα κοινοβούλια. Οφείλεται και στο ότι οι πολίτες αντιλαμβάνονται πως οι εκλογές αλλάζουν πρόσωπα χωρίς να μεταβάλουν ουσιαστικά την κατανομή της εξουσίας. Η λύση δεν είναι η επιστροφή στο κράτος. Η μεγαλύτερη παρανόηση που μπορεί να προκύψει από το άρθρο είναι ότι η λύση βρίσκεται στην επανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας. Όμως η εθνική κυριαρχία δεν ταυτίζεται με τη λαϊκή κυριαρχία. Ένα κράτος μπορεί να είναι πλήρως κυρίαρχο και ταυτόχρονα βαθιά ολιγαρχικό. Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κατήργησε μια ήδη υπάρχουσα δημοκρατική τάξη. Απλώς έκανε πιο ορατό ένα έλλειμμα πολιτικής ισότητας που προϋπήρχε ήδη στα ίδια τα κράτη-μέλη της. Και όσο συγχέουμε αυτή την αντιπροσώπευση με τη δημοκρατία, θα αναζητούμε τις αιτίες της κρίσης στις Βρυξέλλες, στην τεχνολογία ή στην παγκοσμιοποίηση, αντί να τις αναζητούμε στο ίδιο το θεμέλιο του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος.