Η αγορά έδωσε την πρώτη απάντηση στην εκρηκτική άνοδο των ναυτιλιακών καυσίμων. Τρία πλοία στις γραμμές της Ραφήνας έδεσαν νωρίτερα.
Δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Με το MGO στα 1.300 ευρώ τον τόνο —σχεδόν διπλάσιο από τον Φεβρουάριο— το κόστος ενός δρομολογίου Πειραιάς–Ρόδος με επιστροφή έχει ήδη ξεπεράσει τις 200.000 ευρώ.
Οι πρώτες πρόωρες αποσύρσεις συμβατικών πλοίων είναι το σήμα. Το ερώτημα που ακολουθεί είναι πολιτικό: Ποιος πληρώνει για να μείνουν τα νησιά συνδεδεμένα τον χειμώνα.
Μετά το καλοκαίρι πέφτει η κίνηση επιβατών και Ι.Χ. Δεν πέφτουν όμως οι μόνιμοι κάτοικοι, ούτε τα φορτηγά με τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα και εμπορεύματα.
Στην αγορά ανοίγει η συζήτηση για ευέλικτες δρομολογήσεις, λιγότερα δρομολόγια στις «νεκρές» περιόδους και περισσότερα Ro/Ro για φορτία.
Στα χαρτιά είναι λογικά. Στην ακτοπλοΐα δεν κόβεις χωρητικότητα όπως κόβει μια αεροπορική εταιρεία σε μια ζημιογόνο γραμμή.
Ένα μεγάλο συμβατικό πλοίο δεν αντικαθίσταται από μικρότερο από τη μια μέρα στην άλλη. Οι γραμμές δημόσιας υπηρεσίας δεν είναι προαιρετικό δίκτυο.
Είναι η αρτηρία των νησιών.Το σημερινό μοντέλο ζητά από τις εταιρείες να κρατούν πλοία σε μήνες που τα νούμερα μπορεί να μην βγαίνουν.
Τα μαξιλάρια —προαγορές καυσίμων των μεγάλων και κρατικές αποζημιώσεις— δεν είναι ανεξάντλητα.
Αν το MGO μείνει στα 1.300, ο λογαριασμός πάει κάπου: Στις εταιρείες, στον προϋπολογισμό ή στον επιβάτη.
Λιγότερα δρομολόγια σημαίνει απομόνωση. Περισσότερη στήριξη σημαίνει νέο πακέτο πάνω στο πακέτο του πετρελαίου θέρμανσης.